Το σκεπτικό της χρήσης διαλεκτικών τύπων στη σύγχρονη λογοτεχνική δημιουργία προϋποθέτει τη διάγνωση σχετικά με το κυρίαρχο γλωσσικό ιδίωμα ανάμεσα στις συγγραφικές επιλογές, την επαρκή νοηματική συνεκτικότητα και την αξιολόγηση-εξοικείωση του εκάστοτε έργου από τον αναγνώστη όσο επίσης από την κριτική προσέγγισή του.
Επικεντρώνοντας στην εξελικτική πραγματικότητα της ελληνικής γλώσσας κατά το πρώτο τέταρτο του νέου αιώνα, αναντίρρητα γίνονται διακριτά ποικίλα στοιχεία ώσμωσης προερχόμενα, κατ’ αρχάς, από την κυρίαρχη καθαρολογική αντίληψη του επίσημου εκπαιδευτικού πλαισίου για τις νεότερες γενιές και, κατά δεύτερον, από τη διάθεση παραγωγικής εμφάνισης γλωσσομορφολογικών δεδομένων από τις ντοπιολαλιές.
Η πρότυπη ποικιλία της καθομιλουμένης έχει επιβληθεί στις γεωγραφικές ποικιλίες, τις διαλέκτους και τα ιδιώματα. Πρόκειται για τη διάσταση ισχύος και κύρους της Κοινής Νεοελληνικής μεταξύ των σύγχρονων ομιλητών, η οποία επιτεύχθηκε από τις νέες συνθήκες στην ελληνική κοινωνία – την αστυφιλία, τη μετανάστευση, την ευκολία μετακινήσεων από/προς απομονωμένες περιοχές, τα νέα τεχνολογικά μέσα όπως η τηλεόραση, το ραδιόφωνο και πιο πρόσφατα το Διαδίκτυο, αλλά και τα κοινωνικά αντανακλαστικά στην επιδιωκώμενη «ομογενοποίηση» της αστικής ζωής, κατά την οποία η «γλώσσα της πόλης» ή αλλιώς «τα αθηναϊκά», ακύρωσε λεξιλογικές επιλογές, φωνητικές ιδιαιτερότητες (προφορά), αποκλίνοντες μορφοσυντακτικούς κανόνες, τόσο στην προφορική όσο και στη γραπτή γλώσσα.[1]
Κατά τον Ferdinand de Saussure, το γλωσσικό σύστημα περιέχει λεκτικά σημεία που συνθέτουν –σε άπειρους συνδυασμούς– ένα εγγενές, πολύπλοκο επικοινωνιακό σύστημα. Χάρη σ’ αυτό (μέσα από το τρίπτυχο: λόγος – γλώσσα – ομιλία/γραφή) συνδέεται το άτομο με την κοινωνία. Χωρίς τη γλώσσα η κοινωνία δεν υφίσταται, όπως και αντιστρόφως. Σ’ αυτό το πλαίσιο προσδιορίζονται οι νεοελληνικές διάλεκτοι ως απευθείας «απόγονοι» της μεσαιωνικής γλωσσικής συνθήκης (της λόγιας και δημώδους). Μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα υφίσταντο ενεργές στο εκτενές τόξο του Ελληνισμού, στον χάρτη της νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Μεσογείου. Ως αίτια αναγνωρίζονται, από την επιστημονική έρευνα, το γεωγραφικό ανάγλυφο, οι θύλακοι ελληνόφωνων πληθυσμών σε αλλότρια γλωσσικά περιβάλλοντα, ο βαθμός συνείδησης εθνικής ταυτότητας, οι πολιτικές συγκυρίες και επιλογές όσο και το αίσθημα διαφορετικότητας ανάμεσα σε πολυπολιτισμικές κοινότητες – από κοινού συνετέλεσαν στη διατήρησή τους με όλες τις ιδιαιτερότητες που διέκριναν την κάθε μία ξεχωριστά. Στη δε κατάταξή τους, κατά τον επιφανή, πρώτο Έλληνα γλωσσολόγο Γεώργιο Χατζιδάκι, διακρίνονται σε: 1. Τσακωνική, Ποντιακή, Κατωιταλική, Καππαδοκική, Κυπριακή και Κρητική και αντίστοιχα σε: 2. Βόρεια και Ημιβόρεια, Δωδεκανησιακά, Κυκλαδικά, Μικρασιατικά, Επτανησιακά-Μοραΐτικα.
Στο σημερινό παρόν, η απήχηση των νεοελληνικών διαλέκτων και ιδιωμάτων είναι πια περιορισμένη μεταξύ του πληθυσμού. Οι παλαιότερες γενιές θεώρησαν τη χρήση τους ταμπού, ως δηλωτικό άρνησης κουλτούρας, κοινωνικής υποτίμησης ή αυτοελέγχου. Οι δε νεότερες αναζητούν, ως στοιχείο «ανάμνησης» ή «διαφορετικότητας», κάποιες σκόρπιες λεξιλογικές μονάδες του τόπου καταγωγής τους είτε χάρη στη σχετική εμπειρία από τη χρήση σχετικού λεξιλογίου ή τρόπους εκφοράς τους εντός του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος. Κάποιοι ακόμη αδιαφορούν ή αγνοούν την ύπαρξή τους.[2] Ο Βιτγκενστάιν σημειώνει εμφατικά ότι «τα όρια της γλώσσας μου σημαίνουν τα όρια του κόσμου μου»,[3] σε μια στοχαστική αποστροφή της επιστημονικής συζήτησης γύρω από τη γενικότερη σημασία της γλώσσας στη λειτουργία του κοινωνικού συνόλου. Ενώ, σε μια σειρά πιο σύγχρονων ερευνητικών προσεγγίσεων, από τη σκοπιά γλωσσολόγων αλλά και ανθρωπογλωσσολόγων, προκύπτουν αρκετά συμπεράσματα[4] σχετικά με την επίδραση του γλωσσικού εργαλείου σε άτομα και κοινότητες ως πράγματι καταλυτικού για τη σκέψη και την οπτική της πραγματικότητας του κόσμου.
Όπως σε άλλες εθνικές λογοτεχνίες, η υποχώρηση των διαλεκτικών και ιδιωματικών τύπων στη διαχείριση της κειμενικής γλώσσας συνέβη παράλληλα με τις αλλαγές[5] που επήλθαν σε πολιτικό, οικονομικό και ιδεολογικό επίπεδο, κατά το δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα. Είχαν προηγηθεί συγκρούσεις όπως τα Ευαγγελικά και τα Ορεστειακά (1901 και 1903), οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις του Ελευθέριου Βενιζέλου (1929), η επίδραση της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας με την επιμονή της «μέσης οδού», η σκόπιμη οικειοποίηση της «γλώσσας του λαού»[6] από τον δικτάτορα Μεταξά. Πάντως, στα χρόνια του μεταπολέμου, το συλλογικό πνεύμα επιτάσσει τη γλωσσική ομοιογένεια, την απαγκίστρωση από τη «σύγκρουση» καθαρεύουσας-δημοτικής με πρόσημα ιδεών-εξουσίας-κράτους, καθώς και μια σειρά ρυθμιστικών αλλαγών στη διδασκαλία της γλώσσας[7] και στον γραπτό δημόσιο λόγο (έντυπα, ΜΜΕ, σχολικά εγχειρίδια, κρατικά έγγραφα κτλ). Είναι απόρροια του κρατικού εκσυγχρονισμού, των νέων επιδιωκώμενων δομών που μεταξύ άλλων ενίσχυσαν την αναθεώρηση πολιτικών για το γλωσσικό ζήτημα (βλ. την καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος), ενώ επίσης ενισχύθηκαν οι επιστημονικές βάσεις για την εξέλιξη του κλάδου της κοινωνιογλωσσολογίας στα πανεπιστήμια.
Ανάμεσα σ’ αυτές τις αλλαγές, ο γλωσσικός πλούτος ο προερχόμενος από τις ντοπιολαλιές περνάει σε δεύτερη μοίρα: σταδιακά σβήνει από τα στόματα των διαλεκτόφωνων,[8] λησμονείται στην επικοινωνιακή καθημερινότητα, καταλήγει «στίγμα κατωτερότητας» και, κατά συνέπεια, δεν βρίσκει ερείσματα στην πεζογραφία ή στην ποίηση. Η χρήση της καθομιλουμένης, στη λογοτεχνική διαδικασία, είναι ή θεωρείται δεδομένη.[9] Οι συγγραφείς, ήδη με τους εκπροσώπους της λεγόμενης «Γενιάς του 1930», έχουν λάβει σαφή θέση, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων συνδέοντας απευθείας την Κοινή Νεοελληνική με το κοινωνικοπολιτισμικό περιβάλλον τους.[10]
Επόμενο της ανισότητας αυτής, η δυσπιστία και η υποτίμηση των διαλεκτικών τύπων που θα επιφέρουν σημαντικό πλήγμα στην αναπαραγωγή των διαλεκτισμών με γεωγραφικό και ιστορικό-κοινωνικό πρόσημο, από την πλειονότητα των λογοτεχνών.[11] Ενώ η δυναμική ισορροπία της καθομιλουμένης υφίσταται ντε φάκτο, εντοπίζονται διάσπαρτες καταγραφές σε συγγραφείς με διαρκή αναγνωστική προσέλκυση, όπως ο Νίκος Καββαδίας[12] στα πεζά και ποιητικά κείμενά του. Ως περιπτωσιολογία ανάμεσα σε άλλες, μπορεί να σημειωθεί ότι, παρ’ όλη τη δυσκολία προσέγγισης του χρησιμοποιούμενου λεξιλογίου του (είναι η λεγόμενη «κοινοβάρβαρη», η ναυτική αργκό), η χρήση πληθώρας ιδιωματικών στοιχείων –ειδικότερα από το γνώριμό του επτανησιακό– δεν είναι απαγορευτική για το κοινό που εξακολουθεί να διαβάζει (και να τραγουδά, στιχουργημένα) αρκετά από τα έργα του.
Το συγκεκριμένο παράδειγμα δεν είναι επαρκές εχέγγυο για μια τοποθέτηση υπέρ της ευρύτερης χρήσης διαλεκτισμών στη σύγχρονη γραφή. Όμως, αρκεί να σκεφτεί κανείς αρκετές εκδόσεις ποιητικών συλλογών στην κυπριακή, στίχους και ποιήματα σε διαρκή αύξηση με προέλευση από την Grecìa Salentina,[13] τις μαντινάδες στην Κρήτη με διάσπαρτα γλωσσικά στοιχεία από τη «φωνή» του Βιτσέντζου Κορνάρου και των άλλων αναγεννησιακών ποιητών… Κι ακόμη περισσότερο, στην πεζογραφία δοκιμάστηκαν και δοκιμάζονται τρόποι «εισαγωγής» της ντοπιολαλιάς από συγγραφείς, ενδεικτικά: ο Σωτήρης Δημητρίου, ο Θανάσης Βαλτινός, ο Γιάννης Μακριδάκης και πιο πρόσφατα ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, η Βασιλική Πέτσα, ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος και άλλοι νεότεροι.
Το ερώτημα που τίθεται εξαρχής αφορά τον σκοπό χρήσης διαλεκτικών στοιχείων, εκτός τοπικιστικών θέσεων και κοινωνικής εμπάθειας. Πρόκειται για πολύτιμους λίθους που ξεχασμένοι παραμένουν ανεκμετάλλευτοι; Είναι, άραγε, περιττά στολίδια της γλώσσας που ούτως ή άλλως βρίσκεται σε διαρκή ανανέωση, εμπλουτισμό; Θα συμβάλουν γόνιμα στην πρότυπη-καθιερωμένη γλώσσα, αλλά και στη λογοτεχνική δημιουργία οι διαλεκτικές ποικιλίες; Μια απάντηση στοιχειοθετημένη σε όλ’ αυτά δεν υφίσταται προσώρας ολοκληρωμένη…
Κινούμενος ανάμεσα σ’ αυτά τα διλήμματα, ως υπόθεση δημιουργικής εργασίας ο υπογράφων δοκίμασε ένα «παιχνίδισμα» με την απόπειρα γραφής μερικών επιγραμμάτων. Tο εγχείρημα διεκδικεί έναν συσχετισμό με τη σύγχρονη εκζήτηση στη γλώσσα της λογοτεχνίας. Κι αποτελεί σύντομη «ευγενή πρόσκληση» καθώς και υπόμνηση, με την πρόθεση να υποψιάσει τον αναγνώστη για τη δυνατότητα αποκάλυψης ενός ολόκληρου κόσμου, κρυμμένου μα διαρκώς παρόντος στη ροή εξέλιξης της ελληνικής.
Το αποτέλεσμα ετοιμάζεται και θα κυκλοφορήσει από το «Μονόκλ» με τίτλο Τα παλαιικά. Επιγραμματικά, η έκδοση αποτελείται από είκοσι πρωτότυπα επιγράμματα και φέρει επίμετρο του γλωσσολόγου Κωνσταντίνου Ντίνα. Τα κείμενα στηρίζονται σε λεξιλόγιο της μεσαιωνικής περιόδου, προερχόμενο από το γεωγραφικό φάσμα του Μορέα, της Κρήτης, των Επτανήσων, του Σαλέντο και της Καλαβρίας, της Κύπρου). Περιέχουν στοιχεία αντλημένα από τη λόγια και τη λαϊκή έκφραση, την καθημερινή, την επίσημη. Οι μικρές αυτές συνθέσεις που προέκυψαν, με την παράλληλη απόδοσή τους στη νεοελληνική, μπορούν να χαρακτηριστούν «κρεολικές», με την έννοια ότι αξιοποιήθηκαν ελεύθερα, ως γόνιμη τεχνική κολλάζ, και με συγκεκριμένη στόχευση.
Ενδεικτικά:
Εβίδιαξε η πρικότη σου
πριχού τα ρόδομά σου
Ευωδίασε η πικρία σου
πριν από τα τριαντάφυλλά σου
Πλησιόφορο τ’ όνειρο και η ομολογή του ερεμίτη.
Κοντινό τ’ όνειρο και η ομολογία του ερημίτη.
Το κέρδημα όταν καλώς καρπεύει η καρδία,
κι αντιδωρεί εις απέρατον…
Κερδίζει όταν γεννάει ωραίους καρπούς η καρδιά,
κι αδιάκοπα ανταποδίδει.
Βεβαίως, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, οι γλωσσικές επιλογές αντικατοπτρίζουν μια οργανική ταυτότητα και μια συγκεκριμένη κοσμοαντίληψη από τους ομιλητές τους, οπότε και τους συγγραφείς. Μεταφέρουν ιδέες και επικοινωνιακούς τρόπους, δομικές και αισθητικές μορφές, πέρα από τα καθεστώτα όρια της μαζικής κουλτούρας. Η μουσικότητα, το εύρος της εικονοποιίας, η βαθύτερη νοηματική έλξη –μέσα από το λεξιλόγιο που επανέρχεται ή, έστω, πιστοποιεί ψήγματα μνήμης στις αποτυπώσεις του– αναδεικνύουν ένα πλούσιο κοίτασμα λογοτεχνικής έκφρασης.
Ο βαθμός δυσκολίας σε τέτοια εγχειρήματα είναι μεγάλος. Σαφώς πρόκειται για επιλογή με ρίσκο ως προς την πρόσληψη του επικοινωνιακού κώδικα από τον αναγνώστη. Όμως, πέρα από τη διασφάλιση του πολιτιστικού πλουραλισμού και τη διάσωση παλαιότερων γλωσσικών στοιχείων-κληροδοτημάτων, αποτελεί πεδίο ελεύθερης διαχείρισης για κάθε δημιουργό με στόχο την πρωτοτυπία και την ευελιξία στις προθέσεις του.[14]
[1] Παπαναστασίου, Γ. (2015). «Η σημερινή κατάσταση των νεοελληνικών διαλέκτων». Στο Μ. Τζακώστα (επιμ.). Η διδασκαλία των νεοελληνικών γλωσσικών ποικιλιών και διαλέκτων στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Αθήνα: Gutenberg, σ. 3-48.
[2] Για τη δημιουργική χρήση των νεοελληνικών διαλέκτων και ιδιωμάτων, τον ρόλο τους στην πορεία της Κοινής Νεοελληνικής, βλ. Τζακώστα, Μ. (2019). «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν οι διάλεκτοι»: Μύθοι και πραγματικότητες σχετικά με τη χρήση και τον ρόλο των νεοελληνικών γεωγραφικών διαλέκτων». Ελληνικό Βλέμμα -Revista de Estudios Helenicos da UERJ (6), σ. 33-41.
[3] Wittgenstein L. (1978) Tractatus Logico Philosophicus, Αθήνα: Παπαζήσης, σ. 111.
[4] Lyons, J. (2002). Εισαγωγή στη θεωρητική γλωσσολογία. Α.Α. Συμεωνίδη, Ζ. Γαβριηλίδου, Α. Ευθυμίου (Μετ.). Αθήνα: Μεταίχμιο.
[5] Χατζησαββίδης, Σ. (2010). Κοινωνία και γλώσσα: μια πολύ στενή σχέση. https://www.pi.ac.cy/pi/files/epimorfosi/analytika/epimorf/nea_ellinika/glossa_koinonia.pdf (Ανακτήθηκε: 30/1/2025).
[6] Χαρακτηριστικά, από τα λεγόμενα του δικτάτορα: «… Ουδέποτε εσκέφθην να θέσω περιορισμούς εις την γλώσσαν. Ούτε είναι δυνατόν Εθνική ημείς Κυβέρνησις να είμεθα εχθροί της γλώσσης εκείνης εις την οποίαν ο μέγας ποιητής Σολωμός έγραψε τον Εθνικόν μας Ύμνον», βλ. Χάρης, Π. (1941). «Ο αποφασιστικός δημοτικιστής». Νέα Εστία (340), σ. 142-152. Σημειωτέον επίσης το σκεπτικό του Τριανταφυλλίδη ως προέδρου της συσταθείσας επιτροπής από το καθεστώς, μέσα από τις επιδραστικές διεργασίες που έλαβαν χώρα αυτή την περίοδο ως προς τη γραμματική και ορθογραφική ρύθμιση της καθομιλουμένης, βλ. Τριανταφυλλίδης, Μ. (1991), Νεοελληνική Γραμματική (της Δημοτικής). Ανατύπωση της έκδοσης του ΟΕΔΒ (1941) με διορθώσεις. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, σ. 5-8.
[7] Ντίνας, Κ. (2004). «Γραµµατισµός-πολυγραµµατισµοί και διαπολιτισµική διδασκαλία». Στο Γεωργογιάννης, Π. (επιµ.), Διαπολιτισµική Εκπαίδευση: 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο. Πάτρα: Κέντρο Διαπολιτισµικής Εκπαίδευσης, σ. 193-206.
[8] Ο Κοντοσόπουλος αναφέρεται σε απομεινάρια του διαλεκτικού λόγου μέσα από τη χρήση κάποιου είδους «επαρχιακής» κοινής, δηλαδή ένα περιορισμένο διαλεκτικό υπόβαθρο (λεξιλόγιο, προφορά, στοιχεία μορφολογίας τοπικών ιδιωμάτων) προσαρμοσμένο στην Κοινή Νεοελληνική, βλ. Κοντοσόπουλος, Ν. (2001). Διάλεκτοι και ιδιώματα της νέας ελληνικής. Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη, σ. 2-3.
[9] Για ό,τι αφορά στη θεώρηση της γλώσσας ως πολιτισμική και κοινωνική κατασκευή με διαφοροποιήσεις από ομιλητές προερχόμενους από διαφορετικές κοινότητες, βλ. τις παραμέτρους που τίθενται στο Κωστούλα-Μακράκη, Ν. (2001). Γλώσσα και Κοινωνία. Βασικές έννοιες. Αθήνα: Μεταίχμιο.
[10] Πιερής, Μ. (2000). «Διάλεκτοι και νέα ελληνική λογοτεχνία». Στο Χρηστίδης, Α.-Φ. (Εισ.), Η ελληνική γλώσσα και οι διάλεκτοί της. Αθήνα: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, σ. 59-63.
[11] Κακριδή-Φερράρι, Μ. (2004). «Οι νεοελληνικές διάλεκτοι στον δημόσιο λόγο: Δείγματα αντιμετώπισής τους». Παρουσία, 17-18 (1), σ. 53-65.
[12] Τράπαλης, Γ. (2017). Γλώσσα και ορολογία στη λογοτεχνία. Ανακοίνωση στο 11ο συνέδριο Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία (9-11.11.2017).
Ανακτήθηκε από www.eleto.gr/download/Conferences/11th%20Conference/11thConference-RoundTable_TrapalisGiorgos.pdf
[13] Αναλυτική προσέγγιση, βλ.: Προφίλη, Ο. (1999). «Η αναζωογόνηση της Grico στην Grecìa Salentina». Στο Χρηστίδης, Α.-Φ., (Εισ.). Διαλεκτικοί θύλακοι της ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, σ. 47-56.
[14] Μιχάλης, Α. (2022). «Ελευθερία και αναγκαιότητα στη γλώσσα». Παιδαγωγικά ρεύματα στο Αιγαίο, 3 (1), σ. 18–40. http://doi.org/10.12681/revmata.30995

