Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου

Τυφλό γατί

Όταν κατέβασε τον Οδυσσέα μες στον Άδη, του φάνηκε πως μαζί με άλλους νεκρούς ήρθε και η δική του μάνα. Τον άγγιζε ο αέρας της θλίψης της και τον ρωτούσε πώς είναι τα μάτια σου παιδί μου, πώς είναι.

Και τότε, σαν να του μίλαγε μια προφήτισσα, γύρισε εκείνος κι είδε τον Οδυσσέα του τυφλό να κονταροχτυπιέται στην Τροία. Τυφλό σαν το πουλί κλεισμένο μέσα στο τσόφλι του αυγού τον είδε, τον πολύτροπο που έβλεπε κι άκουγε πολλά είκοσι χρόνια τώρα, τον είδε να ταξιδεύει ακόμη τους ωκεανούς και να παλεύει με τα τέρατα που ένας θεός ή νους άλλος γεννούσε και τού έριχνε μπροστά του. Και τον λυπήθηκε σαν ποιητής που βλέπει το μέλλον μες στο παρελθόν. Και τον λυπήθηκε σαν ποιητής που είδε και γνώρισε το πλάσμα του.

Τα μάτια σου παιδί μου, ξανάπε η μάνα του και εκείνος σιωπώντας έκλινε την κεφαλή.

Κι έσπρωξε τον Οδυσσέα του, τον ανέβασε σε καράβι με καλούς ναύτες, τον έβγαλε στην αμμουδιά της Ιθάκης κι έστειλε να φωνάξουν τους δικούς του. Γύρισε κι έφευγε ο ποιητής κι έπαιρνε πίσω μες στα μάτια του τέρατα, μάχες, σκοτωμένους, και πρόλαβε πριν γίνει κι άλλο κακό να κρατήσει πίσω από τα βλέφαρα τους μνηστήρες. Ο Οδυσσέας ξυπνούσε σαν νεογέννητο γατί κι αρχίνησε κάπως να διακρίνει την πέτρα και τον ήλιο της Ιθάκης, σε λίγο έλαμπαν ψαροκάικα, πρασίνιζαν αμπέλια την ίδια ώρα που του Ομήρου έσβηνε το βλέμμα. Κι αυτός που δεν ταξίδεψε ποτέ σε πλοίο αλλά φόρτωσε ολάκερους στρατούς πάνω σε πλοία, τους έβγαλε στις θάλασσες, τους έριξε στην Τροία, γλιστρούσε στον Αχέροντα σε μαύρη βάρκα κι ούτε του ζήταγε τον οβολό ο βαρκάρης. Κρατούσε μες στα δόντια του ο νεκρός τις λέξεις.

Κύλιση στην κορυφή