Ελένη Κοφτερού

Τζάκυ

Ήταν η πρωτοχρονιά του 2057. Οι σειρήνες ήχησαν απειλητικά, όπως κάθε νύχτα το τελευταίο διάστημα. Τρέξαμε στο καταφύγιο παίρνοντας και τη Τζάκυ. Εκείνη ήταν η πιο ανήσυχη απ’ όλους και νιαούριζε εκνευρισμένη. Δεν ήθελε να μπει στο κλουβάκι, μα η μαμά την έσπρωξε με μια απότομη κίνηση και ασφάλισε γρήγορα την είσοδο.

Φτάσαμε σε λιγότερο από τρία λεπτά καθώς οι σειρήνες είχαν αλλάξει τώρα τον ρυθμό τους και ηχούσαν σα να ήταν μια απόκοσμη συμφωνική ορχήστρα που έπαιζε το εμβατήριο του Ραντέτσκυ για το καλωσόρισμα μιας νέας χρονιάς.

Μπήκαμε μέσα κι η Τζάκυ έβγαλε μια στριγκή κραυγή. Κανείς δεν είχε πρόσωπο. Μυθικά πουλιά και προϊστορικές σαύρες είχαν αντικαταστήσει τα πρόσωπα των γειτόνων μας, ενώ στη γωνία ήταν πεταμένες οι ειδικές μάσκες προστασίας από τη ραδιενέργεια. Η μοναδική λάμπα φθορίου φώτιζε τον παλαιστή, έναν ταξιδιώτη του χρόνου, από τη δεκαετία του 1980 που έχει ξεμείνει στη χρονιά μας καθώς χτυπούσε με μανία τον αόρατο αντίπαλό του. Την ίδια στιγμή κάποιες ξεχασμένες νυχτερίδες έπεφταν με ορμή πάνω στον στιβαρό τοίχο του καταφυγίου, αφήνοντας το αιμάτινο αποτύπωμά τους.

Κοίταξα τρομαγμένη τη μαμά. Με πήρε στην αγκαλιά της και μου ψιθύρισε με παραμορφωμένη φωνή, αφού το λαρύγγι της είχε λιώσει από τις πρώτες ημέρες του πολέμου και μιλούσε με τον ειδικό βοηθό, «Ελευθέρωσε τη Τζάκυ. Ίσως αυτή δεν έχει κάψει και τις επτά ζωές της».

Κύλιση στην κορυφή