Αγγέλα Καϊμακλιώτη

Β-ΑΒΕΛ

Στην αρχή ήταν η σύνδεση, ίνα λεπτού φωτός
Μετά ήταν οι άνθρωποι-προφίλ,
φωνές και δεδομένα,
ακόλουθοι, μετέωρα ολογράμματα.
Και δεν υπάρχει πια ουρανός, μόνο το Σήμα,
ο Παντογνώστης, άναρχος, των πάντων δονητής,
δίνει ζωή στην Πόλη κι εκείνη ανασαίνει,
γίνεται κύμα, ρέει στεγνή ηλεκτροφόρα
η λάβα-γλώσσα της Βαβέλ.

Κι εγώ ν’ ακροβατώ κρατώντας
τον Άβελ, τον μικρό εαυτό, σφικτά
τον οδηγώ στα φωτεινά στενά της Πόλης.
Τα βήματά μας καθρεφτίζονται σε σκοτεινές οθόνες,
βλέμματα καθαρά σαν πρωινό νερό.
Εκείνος δεν μιλά μόνο κοιτάζει,
όπως κοιτούσε ο κόσμος κάποτε
πριν μάθει να εκπέμπει.

Στον τοίχο γράφει:
Σ’ αγαπώ, μα δεν θυμάμαι.
ΜΗ ΜΕ ΛΗΣΜΟΝΕΙ
Μέσα στις εικονοψηφίδες σ’ ονειρεύτηκα,
αγάπη, άηχη, χωρίς μετάφραση.
ΜΗ ΜΕΝΕΙΣ ΜΟΝΗ

Η Πόλη δεν κοιμάται πια, μονάχα αναβαθμίζεται.
Κι οι άνθρωποι, μέσα στα θραύσματα των ήχων,
τη μνήμη της σιγής αναζητούν
πώς ακουγόταν η ανάσα, πριν γίνει μπιτ.
Τ’ αρχαίο ψιθύρισμα αναδύεται
μια προσευχή στην πρώτη γλώσσα
η Νέα Βαβέλ που επεκτείνεται.

Ο Άβελ σταματά.
Διαβάζει το παράγγελμα.
Το πρόσωπό του υγρός καθρέφτης,
ο Άβελ σφάγιο κι η Βαβέλ
αιματοκυλισμένοι
χτίζαμε κάποτε μαζί τον Πύργο.

Θωρώ τη λάβα-γλώσσα να κοχλάζει
ψηλά στον σκοτεινό ουρανίσκο,
εκεί στους πρώτους ήχους
παραμιλά και παραδίδεται νιογέννητος
στον δυσθεώρητο ουρανό
τρωτός, ο πρώτος Άνθρωπος.

Κύλιση στην κορυφή