Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Τ.Κ. Παπατσώνης

Vigilia nativitatis

Πῶς θά γεννηθεῖ φέτος τό Βρέφος καί οἱ γονεῖς του,
τί ἔχουνε νά ὑποφέρουν∙ καλύφθηκε ὅλος ὁ οὐρανός μολύβια ὁμόπνοα,
τίποτα τίς μουντάδες δέν ξεχωρίζει, σχῆμα συγνέφου δέν ζωγραφεῖται, ὅλα
εἶναι μιά ὑγρασία ὁμοούσια
ψιλοβροχή δέν παύει νά κατακλύζει σύμπασα τήν πλάση
καί ὅμως τό βρέφος ἀναμένεται στή μαύρη νύχτα.
Ὑπάρχουν ἄραγε λαμπρότητες καί ἄν κάπου ὑπάρχουνε, θά σβήσανε ἀπό τό
διάχυτο νερό.
Μιάν ἐγκατάλειψη τοῦ θείου, βέβαια δέν σημαίνει∙
ἀνάβει μέσα μας τό φῶς ἑορταστικό
ψυχές ἔχουμε πρός τοῦτο∙
ἀποκορύφωμα τῆς προσμονῆς μας εἶναι τούτη ἡ ἀποψίλωση τῆς πάσης γήινης
αἴγλης
μονάχα τῶν ψυχῶν κεροδοσιά καί λάμπρυνση τῆς φωταυγῆς πανηγύρι∙
καθρέπτης τῶν γαϊδουριῶν ἡ τρίχα, λαμποκοπᾶ καί στάζει νερό
οἱ γάτες, φοβιτσιάρες, κρύφθηκαν κάτου στά δέντρα
καί τ’ ἄλλα ζῶα τά ʼχουνε χαμένα∙
πῶς νά ζεσταθεῖ τ’ ἀχοῦρι φέτος.
Πᾶμε, γυναίκα μου, στήν πιό βαθειά συγκέντρωσή μας
στό πιό μικρό καμαράκι τοῦ σπιτιοῦ μας νά κλειστοῦμε
ν’ ἀνάψουμε καλή φωτιά καί νά σταθοῦμε
ἐσύ δεξά καί ἐγώ ζερβά τοῦ βρέφους μας σέ ὁλονυχτία∙
τόν ὕπνο του τῆς τέτοιας νύχτας νά ζυγίζουμε καί τίς ἐπήρειες
πού ʼχει γιορτή μεγάλη στήν ἀνάσα του νά μελετήσουμε
στό πρόσωπό του νά ταιριάξουμε τή θεία γέννα∙
θά σέ λογιάζω ὅλη τή νύχτα γιά τήν Μαρία
καί θά λογιάζεις πώς εἶμαι ἡ ρίζα τοῦ Δαυίδ ἀπάντημά σου
καί τό ἄνθος τοῦτο τῆς στοργῆς μας, πώς εἶναι κάτι τό πολύ θεϊκό∙
δέν θ’ ἀπολείπουνε καμπάνες στίς ἀκοές μας∙
ἄνοιξε τότες τό ὄργανο τῆς παθητικότητάς σου∙
κι ἐγώ ν’ ἀνοίξω τό βιβλίο τοῦ Ὄρθρου
τό πιό μεγάλο Ἐωθινό νά σοῦ διαβάσω,
γιά νά χαροῦμε τήν αἰωνιότητά μας
γιά νά πανηγυρίσουμε τήν Γέννηση.
Ἔτσι νά καταργήσουμε τά πέπλα τῆς βροχῆς∙
ποιμένες ὄξω ἄς κρίνουνε τά Οὐράνια∙
ἐμεῖς χωστοί στήν τρύπα μας, ὁλονυχτίς
θά χουχουλίζουμε μέ ἀγάπη τό μωρό μας
καί θά τό ἀγάγουμε μέ τρόπο μυστικό
στῆς Πανηγύρεως τήν Αὐγή.

24.12.1934

[Ανέκδοτο ποίημα του Τ.Κ. Παπατσώνη.]

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή