Ξεκίνησα να γράφω όταν έμαθα να γράφω. Πίστεψα πως με αυτόν τον τρόπο μπορούσα να εκφραστώ «καλύτερα». Τα πρώτα μου κείμενα ήταν ημερολογιακά, ποιήματα ως απαντήσεις στα ερωτήματα των σχολικών εκθέσεων, έμμετρα άρθρα για την περιβαλλοντική σχολική εφημερίδα, αλληλογραφία με φανταστικούς και πραγματικούς φίλους, καταγραφή ονείρων, μικρά μυθιστορήματα βασισμένα σε πίνακες ζωγραφικής του νονού μου, Μιχαήλ Χατζηγεωργίου, και ολιγοσέλιδα θεατρικά. Ήρθα στην Αθήνα από τη Σύρο για να ξεκινήσω τις σπουδές μου, και έτσι βρέθηκα στο διετές ποιητικό εργαστήριο του Ιδρύματος Τάκη Σινόπουλου. Οι άνθρωποι του Ιδρύματος, οι ποιητές Χρίστος Ρουμελιωτάκης, Γιάννης Πατίλης και Ξάνθος Μαϊντάς, μας υποστήριξαν πολλαπλώς. Έμπνευση, γνώση και εργαλεία μας έδωσαν βέβαια και οι δάσκαλοί μας, Τασούλα Καραγεωργίου και Κώστας Κουτσουρέλης.
Πολύ σύντομα, το 2008, με έναν πυρήνα νέων ανθρώπων, την Kyoko Kishida, τον Jazra Khaleed, την Ράνια Καραχάλιου, τον Αλέξανδρο Κορδά, και άλλους που ήρθαν αργότερα και αγαπήθηκαν εξίσου, συνδημιουργήσαμε το δικό μας περιοδικό, το ΤΕΦΛΟΝ, στην συντακτική ομάδα του οποίου είχα την τύχη να παραμείνω για πέντε χρόνια. Το νέο ποιητικό σκεύος ΤΕΦΛΟΝ, που μακροημερεύει με συνέπεια και πολύ διεισδυτικό βλέμμα στη σύγχρονη παγκόσμια λογοτεχνία, υπήρξε το πρώτο μου αυτοοργανωμένο, και απολύτως καθοριστικό για μένα, σχολείο.
Το 2009 πρωτοσυναντήθηκα με την Δανάη Σιώζιου και συνοδοιπορήσαμε εγκαίρως και αδιάκοπα σε λογοτεχνικά και ευρύτερα καλλιτεχνικά μονοπάτια. Το 2011 μπήκε στη ζωή μου ο κύκλος μηνιαίων ποιητικών συναντήσεων «με τα λόγια {γίνεται}» που συντονίζει εδώ και εννέα χρόνια ο Παναγιώτης Ιωαννίδης. Το {μτλγ} δεν έπαψε έκτοτε να αποτελεί σταθερή βάση μελέτης, συνομιλίας και δημιουργίας για την οποία αισθάνομαι απείρως ευγνώμων. Δηλαδή, η μέχρι τώρα πορεία μου θα ήταν εντελώς διαφορετική χωρίς τους ανθρώπους και τις συσπειρώσεις που επέλεξα και με επέλεξαν.
Δεν είμαι σε θέση να προσδιορίσω επακριβώς τις επιρροές που ήταν επιδραστικότερες σε ό,τι αφορά βιβλία και συγγραφείς. Οπωσδήποτε η σχέση μου με το θέατρο υπήρξε η αφετηρία. Μετά από κάθε καλή παράσταση, έψαχνα να διαβάσω το κείμενο. Σταδιακά, ένα ευρύ φάσμα κειμένων, από ιστορίες της Πολυάννας μέχρι τις Νεκρές Ψυχές του Γκόγκολ, το σενάριο της τηλεοπτικής σειράς «Δύο Ξένοι», Μπέκετ, στίχοι από τραγούδια της Λένα Πλάτωνος, η Έμιλυ Ντίκινσον, τα λαϊκά παραμύθια όπως τα συνάντησα μέσα από τα εργαστήρια και τις παραστάσεις της Αγνής Στρουμπούλη, τα διηγήματα του Κάρβερ, τα μικρά πεζά της Νίκης Ρεβέκκας Παπαγεωργίου, η ποίηση της Αλεξάνδρας Πλαστήρα, χωρίς αμφιβολία ενέτειναν την επιθυμία μου για εκείνο που είναι για εμένα η σχέση με τον λόγο και την λογοτεχνία.
Μέσα στον χειμώνα που έρχεται θα κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Κίχλη το δεύτερο βιβλίο μου, μια διπλή σύνθεση με τίτλους Θαύματα στου Πολύφημου / Σβήστε τους φάρους για τον Ιβάν Ισμαήλοβιτς. Το πρώτο μέρος αφορά ιστορίες από την πολυκατοικία της οδού Πολυφήμου όπου έζησα δέκα χρόνια, γραμμένες σε μορφή υβριδικών σονέτων. Το δεύτερο μέρος αφηγείται την ιστορία του Ιβάν Ισμαήλοβιτς.
Το πρώτο μου βιβλίο καθυστέρησε αρκετά να εκδοθεί. Ολοκληρώθηκε και κατατέθηκε για πρώτη φορά όταν ήμουν εικοσιτριών ετών, αλλά κυκλοφόρησε όταν ήδη είχα κλείσει τα είκοσι εννέα, χωρίς να λάβω ποτέ απάντηση στην αρχική μου υποβολή. Στο μεταξύ, μεσολάβησαν μάλλον σωτήριες επεμβάσεις στα κείμενα, και είχα την τύχη να δεχθώ ιδιαίτερη τυπογραφική και επιμελητική φροντίδα από τις Εκδόσεις Κίχλη, πέραν των ανεκτίμητων κριτικών που έλαβα από φίλους, συγγραφείς και μη. Δεν είναι εύκολο για έναν πρωτοεμφανιζόμενο να συνεργαστεί με κάποιο καλό εκδότη στην Ελλάδα. Οι περισσότερες μικρομεσαίες εκδοτικές επιχειρήσεις, δηλαδή η πλειοψηφία των σημαντικών εκδοτικών επιχειρήσεων στη χώρα, επιβιώνουν δύσκολα. Είμαι ευχαριστημένη από την υποδοχή του πρώτου μου βιβλίου. Δεν είναι αυτονόητο να κάνει δεύτερη έκδοση μια συλλογή που καταπιάνεται κατά βάση με τον ποιητικό λόγο.
Τρόποι προώθησης και προβολής των βιβλίων υπάρχουν πολύ περισσότεροι από όσους συνήθως αξιοποιούμε. Το βασικό πρόβλημα είναι η απουσία Κέντρου Βιβλίου και ό,τι αυτό συνεπάγεται –προγράμματα μεταφράσεων, καμπάνιες προώθησης, διοργάνωση εργαστηρίων σε σχολεία και φορείς, διασύνδεση των λεσχών ανάγνωσης, ενίσχυση των βιβλιοθηκών, κ.ο.κ. Χρειάζεται και εμείς οι συγγραφείς να γίνουμε ουσιωδώς διεκδικητικοί, έχοντας πρώτα κατανοήσει τους σκοπούς της εργασίας μας και τις ανάγκες της. Αυτού του είδους τα πράγματα δεν έρχονται από μόνα τους, τα φτιάχνουμε. Όσο για τον ρόλο της κριτικής, είναι σταθερά σημαντικός και, κατά τη γνώμη μου, μας λείπει, γιατί εδώ και πολύ καιρό έχουμε παρεξηγήσει την σημασία του –ελπίζω όχι ανεπανόρθωτα: η κριτική είναι κάθε άλλο παρά διθύραμβος.
Ανατρέχω στα δοκίμια της Νόρας Αναγνωστάκη και στα κείμενα του Γιάννη Βαρβέρη για το θέατρο, για να καταλάβω τι πρέπει να κάνουμε ώστε να λυθεί αυτή η παρεξήγηση.
