Ως αναγνώστρια και συγγραφέας έχω πιάσει τον εαυτό μου να αναφέρεται σε βιβλία ως κουίρ, αλλά δεν είμαι σίγουρη για τη χρήση της λέξης. Φιλόλογος δεν είμαι και δεν ξέρω την επιστημονική της σημασία.
Νιώθω πως όταν λέμε «αυτό το βιβλίο είναι κουίρ» το περιορίζουμε, σαν να υψώνουμε τείχη μέσα από μία διατύπωση. Όσοι/όσες/όσα διαβάζουν και γράφουν επιχειρούν να δημιουργήσουν κατανόηση ή αναζητούν μία προνομιακή θέαση μες στο μυαλό και τις καρδιές των άλλων ανθρώπων. Διαβάζουμε και γράφουμε, επειδή ψάχνουμε ένα άνοιγμα στον κόσμο και τα πράγματα. Γι’ αυτό κάθε κατηγορία (χωρίς να μειώνω την ενδεχόμενη ερευνητική ή επιστημονική σημασία της) αρχικά με βρίσκει καχύποπτη. Και δεν θέλω ούτε τα βιβλιοπωλεία ούτε το ίντερνετ να έχουν αλλού κάποια βιβλία με την πολύχρωμη σημαία, αλλού κάποια βιβλία από μαύρους κι αλλού τον κανόνα, που αιώνες τώρα γράφεται από την άσπρη και ετεροκανονική υπεροχή, η οποία πολύ σωστά δέχεται επιθέσεις στην εποχή μας.
Αντιλαμβάνομαι τον όρο «κουίρ λογοτεχνία» σαν κάτι που αποκλίνει από έναν συγκεκριμένο τρόπο να βλέπει κανείς τα πράγματα. Τα φύλα, οι σεξουαλικότητες, όλα είναι ανοιχτά. Όμως, φωτίζεται πραγματικά ένα έργο αν το πούμε κουίρ; Μαθαίνουμε κάτι επιπλέον γι’ αυτό; Θα διαβάζαμε ένα σκουπίδι επειδή γράφτηκε από ένα κουίρ υποκείμενο; Θα λέγαμε πως τάχα αξίζει να διαβάσει κανείς την Κάρσον ή την Νέλσον ή το Δυσφορεί η νύχτα, επειδή είναι «κουίρ βιβλία»; Ή το σημαντικό είναι η ίδια η λογοτεχνία, αν είναι καλή ή όχι; Φυσικά, οι αξιολογήσεις μας για το τι είναι καλό στην τέχνη δεν γίνονται στο κενό αλλά μέσα σε μία κοινωνία. Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί σημαντικά το ενδιαφέρον ή η γνήσια ανάγκη για έργα που δεν θέτουν στο επίκεντρό τους την οπτική, τις ιδέες και τις συνήθειες του ετεροκανονικού αρσενικού υποκειμένου. Αναρωτιέμαι, όμως, εάν προβαίνει κανείς σε μία αχρείαστη δήλωση ονομάζοντας ένα έργο κουίρ. Φοβάμαι ότι το συρρικνώνει, ότι το περιορίζει, ότι του κόβει τα φτερά μ’ έναν τρόπο που ποτέ δεν θα συνέβαινε στα άλλα έργα, τα μη κουίρ, αν υπάρχει κάτι τέτοιο (πολύ αμφιβάλλω).
Είναι καλό ν’ αρχίσουμε να λέμε «ο, η, το», είναι καλό να εκδίδονται και να κάνουν εμπορική επιτυχία βιβλία με αγόρια που φασώνουν αγόρια και κορίτσια που γίνονται αγόρια και όλα τα σχετικά. Όμως, μήπως η καλή λογοτεχνία είναι απλά –εδώ και αιώνες– καλή λογοτεχνία και κάθε παραπάνω λέξη δημιουργεί μία ύπουλη απόσταση ανάμεσα στην καλή λογοτεχνία και το κοινό της; Μήπως αυτό που διδάσκει το κουίρ, που είναι να είναι κανείς ανυπάκουος, μη κατατάξιμος, ανένταχτος και πνεύμα αντιλογίας, να κοιτάει τα πράγματα από διαφορετικές μεριές, να μη συρρικνώνεται στο κοστούμι που τού ’χουν φορέσει, να μην περιορίζεται στις επιθυμίες και στους τρόπους θέασης του κόσμου, μήπως αυτό είναι έτσι κι αλλιώς η καλή λογοτεχνία;
