Ανδρέας Μαλόρης

Υποχθόνιο μεσογειακό μπλουζ, 1970

Το μέλλον γρυλίζει, μα ο πατέρας μου εμπιστεύεται άφοβα πια χέρσες εκτάσεις. Ασκεπής αυτοκράτωρ σε τρακτέρ οργώνω ώρες πολλές ένα αχανές κενό στην Αχέλεια*. Πάνω κάτω, βουστροφηδόν.

Κοράκια υπερίπτανται, ποντίκια και λαγοί προστρέχουν, η φύση αφυπνίζεται. Πιο πολύ τα σκουλήκια καθώς σπαρταρούν με μυστήριο ενθουσιασμό. Πού κρύβονταν τόσο καιρό μέσα στο χώμα; Ποια υποχθόνια σύμβαση τα δένει με τον κάτω κόσμο;

Τα βράδια, με τη μυρωδιά του μαζούτ να ποτίζει ακόμα το δέρμα, ψάχνω στο τρανζίστορ ροκ τραγούδια και μουσικές. Συλλαμβάνω τον Σαββόπουλο στα ΑΜ: «Κι ζωή κυλάει δίχως να κοιτάει, την δικιά σου μελαγχολία».

Όλοι γύρω θέλουν να αλλάξουν κάποιον. Οι γαλάζιοι τους κόκκινους, οι κόκκινοι τους γαλάζιους, η μητέρα τον πατέρα κι ο πατέρας κανένα. Εμείς τους Τούρκους και οι Τούρκοι εμάς. Ακόμη και το μουστάκι, που μέρα με τη μέρα πυκνώνει. Μα κι οι Beatles. Φωνάζουν ένα ύστατο «γύρνα πίσω, εδώ ανήκεις!»** και διαλύονται στα εξ ων συνετέθησαν μέλη. Στο μάθημα της φυσικής βρίσκω εύκολα την κοινή συνισταμένη. Το βέλος του κόσμου όμως, εκεί έξω, γιατί συνεχώς λοξοδρομεί;

Βαρύ σεβντά με την αλλαγή όμως, έχει πιο πολύ απ’ όλους ο μυστακοφόρος υπουργός με τα χοντρά γυαλιά, την ψαρίσια φαλάκρα και τα δόντια του Μπαγκς Μπάνι. Αφού πρώτα απέτυχε να δολοφονήσει τον αρχηγό της Ελληνικής Χούντας, δοκιμάζει την τύχη του στην Κύπρο. Το προεδρικό ελικόπτερο καταρρίπτεται, ο εφτάψυχος Αρχιεπίσκοπος γλυτώνει, ο συνωμότης όμως όχι. Τον γαζώνουν μια βδομάδα πιο μετά μέσα στο ίδιο του το αμάξι. Μετά τη δολοφονία, το οίκημα της ποδοσφαιρικής του ομάδας, που είναι και δική μου ομάδα, στην οδό των οίκων ανοχής, ανατινάζεται μια νύκτα στον αέρα και τα πόδια των παικτών περιπίπτουν έκτοτε σε αχρηστία. Το ίδιο και τα πόδια πίσω από τα κόκκινα φωτάκια.

Στο μεταξύ, στην αυλή του σχολείου αλλεπάλληλα σμήνη ακρίδων, επελαύνουν επί δικαίους και αδίκους. Τα διακόπτουν πού και πού μυστήριες πεταλούδες που μοιάζουν με χαρωπά φέιγ-βολάν ανάμεσα στα φυλλάδια των παρανόμων. Ποιοι σπονσάρουν όμως τα συνθήματα; Και οι βόμβες γιατί πληθαίνουν;

Ακούω το σύρσιμο, ψηλαφώ τα λέπια και καταφεύγω στο «The voice of peace». Eνα καράβι, πλωτό ραδιοσταθμό, που εκπέμπει μέρα νύκτα από κάπου στη Μεσόγειο. Eις ώτα μη ακουόντων:

«Φτάνει πια πολέμους, φτάνει πια αιματοχυσίες!»

Κατακαλόκαιρα ένας πρώτος μου ξάδελφος πνίγεται στο κρατικό οινοποιείο. Άνοιξε την καταπακτή της ζύμωσης, κοίταξε μέσα και μετά χάθηκε. Μαζευόμαστε όλοι στο πατρικό του πριν την κηδεία. Η μάνα του δεν κλαίει. Έχει στερέψει.

Βγαίνω έξω και τον θυμάμαι. Μισούσε τις διασκευές του Waldos De Los Rios, επέμενε στα ελαφρολαϊκά. Ήθελε να μ’ αλλάξει. Το ίδιο κι εγώ. Λίγο πιο κάτω συναντώ δίπλα στη συκιά το Αθηναϊκό περιοδικό Φαντάζιο. Παρελαύνουν εκεί τροφαντές, ημίγυμνες σταρ του σινεμά.

Τον φαντάζομαι στο φέρετρο ψυχρό, μα δεν σταματώ να φυλλομετρώ.

⸙⸙⸙

 *Αχέλεια: Χωριό της Πάφου.
**Βeatles: «Get back», 1970.

Κύλιση στην κορυφή