Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Υποτέλεια, Ιεραποστολή και Θεολογία της Απελευθέρωσης στην Άπω Ανατολή, Red n’ Noir, Αθήνα 2023.

Ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου αναζητεί μία Πολιτική Θεολογία κατά την οποία η θρησκεία δεν θα είναι περίκλειστη στην ιδιωτική σφαίρα, αλλά θα αφορά στον δημόσιο χώρο, χωρίς να ταυτίζεται με το κράτος. Στο συγκεκριμένο βιβλίο ασχολείται με μορφές Θεολογίας που οδηγούν σε κοινωνική χειραφέτηση και οι οποίες αναδύθηκαν στην Κορέα, στην Κίνα, στην ασιατική Σιβηρία και αλλού στην Άπω Ανατολή. Η χριστιανική Θεολογία, όταν κομίζει το μήνυμα του «Χριστός ανέστη», αντιπαλεύει το κράτος του θανάτου, το οποίο περιλαμβάνει και τις δυνάμεις της μισαλλοδοξίας και της κοινωνικής αδικίας. Σε αυτό επικεντρώνει η κορεατική θεολογία «Μιντζούνγκ», η οποία, ως Θεολογία της Απελευθέρωσης, οραματίζεται αλλαγή κοινωνικών δομών, ώστε να μην παράγεται πλέον φτώχεια. Με τον τρόπο αυτό ο αγώνας των χριστιανών είναι ταυτοχρόνως ενάντια στην προσωπική αμαρτία, αλλά και ενάντια στη θεσμοποιημένη αμαρτία, που αποτελεί απολιθωμένη μορφή ενός συλλογικού «παλαιού ανθρώπου». Στην Κορέα μια Θεολογία της Απελευθέρωσης έχει να αντιπαλέψει και τις κομφουκιανικές έξεις, καθώς ο Κομφουκιανισμός στηρίζει την υποταγή στους ανωτέρους, όντας πυλώνας του φεουδαρχικού συστήματος που συγκρατούσε τον μισό πληθυσμό της χώρας να είναι δουλοπάροικοι ενός μικρού αριθμού γαιοκτημόνων. Κατά τη διάρκεια της ιαπωνικής επιβολής, η προτεσταντική ιεραποστολή οδήγησε σε μετάφραση της Αγίας Γραφής στα κορεατικά με αποτέλεσμα ο απλός λαός να έλθει σε επαφή με το χριστιανικό ευαγγέλιο ότι οι άνθρωποι είναι όλοι ελεύθεροι και οντολογικώς δεν υπάρχουν δούλοι. Από τη δεκαετία του 1970 η διάδοση του χριστιανισμού συνδέθηκε με κίνημα εκδημοκρατισμού και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Μετά τον εμφύλιο της Κορέας, εγκαθιδρύθηκε σκληρή δικτατορία στην οποία αντιτάχθηκε η Θεολογία Μιντζούνγκ (Minjung), από τη λέξη min που σημαίνει «λαός» και τη λέξη jung, που σημαίνει «πλήθος», δηλαδή τη μάζα των αποκλεισμένων, ένας όρος που χρησιμοποιείτο ήδη κατά τη δυναστεία Yi (1392-1910). Κορυφαίος θεολόγος είναι ο Ahn Byung-Mu, ο οποίος παραλληλίζει την έννοιαjung με τον «όχλο» του Κατά Μάρκον Ευαγγελίου και με τον μη προνομιούχο λαό της Γαλιλαίας. Βασική έννοια της θεολογίας Μιντζούνγκ είναι το han, που σημαίνει το αίσθημα αδικίας και αγωνίας, μηδαμινότητας και παραίτησης, πικρίας και εσωτερικευμένης οργής. Ο όρος αυτός εισήχθη από τον θεολόγο Suh Nam Dong. Ο σκοπός της χριστιανικής βιοτής είναι να μετατρέψει το han σε dan, δηλαδή από χαοτική οργή να μεταμορφωθεί σε νηφάλιο και δημιουργικό ξέσπασμα, ώστε ο λαός να μην είναι αντικείμενο, αλλά υποκείμενο της Ιστορίας. Dan σημαίνει «αποκοπή», δηλαδή ρήξη με τις υλικές εξαρτήσεις και τον τρυφηλό βίο, αλλά και αναγνώριση της παρουσίας του Θεού στην ανθρώπινη ζωή, καλλιέργεια της σχέσης με τον Θεό και έμπρακτη πίστη. Υπάρχει και φεμινιστική πλευρά της θεολογίας Μιντζούνγκ από τη θεολόγο Chung Hyun Kyung, η οποία παρουσιάζει τον Χριστό ως γυναίκα και ως σαμάνο, για να δείξει αλληλεγγύη προς τις γυναίκες, οι οποίες υποφέρουν ακόμη περισσότερο και από τους άνδρες του «όχλου». Από ορθόδοξη βέβαια πλευρά υπάρχει προβληματισμός για τη σχετικοποίηση της υπερβατικότητας του Θεού και της Θεότητας του Χριστού. Κατά τη δεκαετία του 1990 με τη φιλελευθεροποίηση του κορεατικού καθεστώτος και την επικράτηση της χρηματιστικοποίησης, η θεολογία Μιντζούνγκ είχε νέες προκλήσεις, όπως τον προσδιορισμό των αποκλεισμένων νέου τύπου, όπως είναι οι πρεκάριοι, οι νεόπτωχοι, οι στερημένοι κοινωνικής πρόνοιας, οι άνεργοι υψηλής μόρφωσης, οι υφιστάμενοι την ακραία οικολογική κρίση. Η θεολογία Μιντζούνγκ καλείται να ανοιχτεί και σε άλλες εθνικές και πολιτισμικές συνάφειες, επικεντρώνοντας στον γόνιμο χαρακτήρα της ως φορέως κοινωνικής αλλαγής.
To έργο του Θανάση Παπαθανασίου ασκεί κριτική στην εργαλειοποίηση της χριστιανικής ιεραποστολής από τη δυτική αποικιοκρατία, χωρίς ωστόσο να εξαντλεί τα κοινωνικά δεινά στην τελευταία. Στην περίπτωση της ασιατικής Σιβηρίας λ.χ. αναφέρεται η εκμετάλλευση των ιθαγενών επίσης από την Κίνα, αλλά και το παράδοξο Ρώσοι Παλαιόπιστοι, που είχαν πέσει οι ίδιοι θύματα διώξεων στη Ρωσία, να εκμεταλλεύονται με τη σειρά τους κατοίκους της Άπω Ανατολής. Ειδικά στην Καμτσάτκα, ο πλούτος της περιοχής είχε προσελκύσει πλήθος λαών, όπως Ρώσους, Τατάρους, Εβραίους, Ιάπωνες, Λετονούς, Αρμένιους, Γεωργιανούς, Κινέζους και Αμερικανούς, οι οποίοι προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν το υπέδαφος, αλλά και το ντόπιο ανθρώπινο δυναμικό με αποτέλεσμα η όποια ιεραποστολή, συμπεριλαμβανομένης και της Ορθόδοξης, να χρειάζεται να υπερβεί τη δικαιολογημένη δυσπιστία των ευαγγελιζομένων, ασκώντας ταυτόχρονα κοινωνική κριτική ως αναπόσπαστο μέρος του καθήκοντός της.
Το βιβλίο περιέχει επίσης έναν συναρπαστικό προβληματισμό για την πνευματική ιδιαιτερότητα της αναδυόμενης Κίνας στη συνάντησή της με τη Δύση. Το ταοϊστικό και βουδιστικό πνεύμα δημιουργούν μία αντίθεση προς τη σταθερότητα της υπόστασης και της ουσίας, στην οποία, (κυρίως με την επίδραση του Αριστοτέλη, ο οποίος ακολούθησε τα χαρακτηριστικά της ελληνικής γλώσσας), στηρίχθηκε η μεταφυσική της Δύσης. Για τη νοοτροπία των Κινέζων, η δημιουργία είναι μια συνεχής διαδικασία χωρίς αρχή και τέλος, με συνέπεια να μην υπάρχει και έννοια πνευματικής ιδιοκτησίας, καθώς οι άνθρωποι απλώς αφήνουν ίχνη στην αέναη ροή του γίγνεσθαι. Η λογική του «σάντσαϊ» που σημαίνει «ορεινό οχυρό», αλλά κατέληξε να υποδηλώνει την «ψεύτικη απομίμηση», έχει ενδιαφέρον με την έννοια ότι δεν πρόκειται πάντα για χειρότερο αντίγραφο ενός πρωτοτύπου, αλλά και σε μαθητεία για μια βελτιωμένη και πρωτότυπη εκδοχή. Ο ίδιος ο ιδιότυπος συνδυασμός κομμουνισμού και καπιταλισμού, με κομφουκιανικά στοιχεία, καθώς και σταδιακού αστικού εκσυγχρονισμού, που αποτελούν το κλειδί για την άνοδο της Κίνας, αποτελούν μια μορφή «σάντσαϊ» που ο δυτικός άνθρωπος καλείται να κατανοήσει.

