Ζωγραφική: Νεκτάριος Αντωνόπουλος

Αναστάσης Βιστωνίτης

Ζλατορόγκ

[1]

Κάθομαι στο πάτιο μιας μικρής πανσιόν απέναντι από το δυτικό άκρο της λίμνης Μποχίν, η οποία απέχει μια ώρα με το αυτοκίνητο από τη Λιουμπλιάνα. Ανάμεσα στη λίμνη και την πανσιόν μεσολαβεί ένας επαρχιακός δρόμος που σπάνια τον διασχίζουν αυτοκίνητα. Πίσω από τη λίμνη υψώνονται οι Ιουλιανές Άλπεις, όπως και πίσω από την πανσιόν, σε απόσταση αναπνοής σχεδόν.

Είχα δει την Μποχίν πριν από δεκαπέντε χρόνια. Με είχε φέρει εδώ ο αείμνηστος φίλος μου ποιητής Βένο Τάουφερ που την προτιμούσε από την κοντινή και διάσημη λίμνη Μπλεντ, τον πιο τουριστικό τόπο της Σλοβενίας. Τη θυμόμουν στα χρόνια που ακολούθησαν: γαλήνια, ανέγγιχτη, σταματημένη στον χρόνο. Είχαμε καθίσει τότε στην όχθη αλλά δεν είπαμε τίποτε για την ιστορία, το παρελθόν της και τον γοητευτικό μύθο που τη συνόδευε, όπως συμβαίνει όποτε βρισκόμαστε σ’ ένα τοπίο τόσο επιβλητικό που επιβάλλει τη σιωπή και καταργεί τα λόγια. Τώρα είχα άλλους λόγους να έρθω εδώ: ν’ ανακαλέσω τον μύθο και να τον προβάλω πάνω στο τοπίο· να φανταστώ τον Καζαντζάκη να περπατά στις όχθες της, να βλέπει τις Άλπεις και να ονειρεύεται τον Ψηλορείτη.

Έχει αρχίσει να πέφτει μια πολύ ψιλή βροχή, αλλά πρέπει να στήσεις αυτί, αν θέλεις ν’ ακούσεις τον ανεπαίσθητο θόρυβο που κάνουν οι σταγόνες πέφτοντας πάνω στα φύλλα από τις σημύδες που κυκλώνουν την πανσιόν, με τα κλαδιά τους να φτάνουν ως τα μπαλκόνια και τα παράθυρα των δωματίων. Αριστερά από τη λίμνη ξεκινά ένα παραμυθένιο δάσος και μέσα από την πυκνή βλάστηση ξεπροβάλλουν άλλες πανσιόν κι εξοχικές κατοικίες. Δεν κυκλοφορεί ψυχή ένα γύρω, λες κι αυτό το μέρος, που αιώνες πριν οι χωρικοί εδώ έλεγαν πως είναι το τέλος του κόσμου, το κατοικούν μόνο τα πλάσματα της φύσης και οι σκιές των βοσκών μιας πολύ μακρινής εποχής. Τώρα εσύ δεν βρίσκεσαι στο τέλος του κόσμου αλλά έξω από τον κόσμο, μέσα στην κοιλάδα που χωρίζει στα δυο τις Ιουλιανές Άλπεις, μπροστά στα νερά της λίμνης με το σμαραγδένιο χρώμα από τη βλάστηση των καταπράσινων βουνών γύρω από τις όχθες της.

Απέναντί μου, δίπλα στη λίμνη, το μια φορά κι έναν καιρό διάσημο ξενοδοχείο Ζλατορόγκ, μοναχικό, μισοερειπωμένο, δεν δείχνει από μακριά πως βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσής του. Όμως γι’ αυτό είχα έρθει εδώ. Και κυρίως επειδή είχε μείνει το 1956 για μικρό διάστημα ο Καζαντζάκης, όπως μαρτυρούν δύο επιστολές που είχε στείλει στον Πρεβελάκη. Είχαν περάσει εξήντα και πλέον χρόνια από τότε, αλλά τι σημασία είχε; Τόσο η λίμνη όσο και το τοπίο σ’ έστελναν πίσω στον χρόνο, πολύ πιο πίσω από εκείνη τη δεκαετία.

Περίμενα να σταματήσει η βροχή, να περάσω απέναντι και να δω την αναμνηστική πλάκα που είχαν τοποθετήσει πριν από δυο τρία χρόνια οι φίλοι του Καζαντζάκη, όπως μου είχαν πει στη Λιουμπλιάνα. Θα πρέπει να ήταν σπουδαίο ξενοδοχείο, αφού εδώ είχε φιλοξενήσει ο Τίτο τον Νάσσερ, τον Κιμ Ιλ Σουνγκ και τον Βίλλυ Μπραντ, ανάμεσα σε άλλους. Από την περιοχή πέρασαν κι ο Σαρτρ και η Άγκαθα Κρίστι, μολονότι δεν έμειναν στο Ζλατορόγκ. Η Άγκαθα Κρίστι, η οποία έγραφε κι όταν ταξίδευε, εδώ δεν έγραψε τίποτε. Όταν τη ρώτησαν γιατί, είπε πως αυτά τα μέρη ήταν τόσο ωραία που δεν μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει ως περιβάλλον εγκλημάτων.

Μόλις σταμάτησε η βροχή πέρασα απέναντι. Η κατάσταση του ξενοδοχείου ήταν χειρότερη απ’ όσο έδειχνε όταν το έβλεπες από απόσταση. Αναμνηστική πλάκα για τον Καζαντζάκη δεν υπήρχε. Η μισή στέγη είχε καταρρεύσει αλλά έκανα την κουταμάρα και μπήκα στο εσωτερικό. Οι τοίχοι των διαδρόμων ήταν ξεφτισμένοι, οι πόρτες ξεχαρβαλωμένες, όσες δεν ήταν ξηλωμένες και πεταμένες στα πατώματα, τα κρεβάτια στα μια φορά κι έναν καιρό πολυτελή δωμάτια είχαν ακόμη τα παλιά στρώματα, τώρα ξεκοιλιασμένα· πίσω από τους εξωτερικούς τοίχους, που έστεκαν ακόμη όρθιοι, κρυβόταν ένας σκουπιδότοπος φθοράς και θανάτου. Αγριόχορτα είχαν φυτρώσει στα μπάζα των δωματίων και των διαδρόμων. Αλλά η φύση, που απεχθάνεται, καθώς λέμε, το κενό και την ασχήμια, άφησε κι εδώ το αποτύπωμά της, με τα φυτά που είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται στους εξωτερικούς τοίχους. Από το σπασμένο παράθυρο ενός διαδρόμου το κλαδί κάποιου χαμηλού δέντρου είχε μπει μέσα, καταπράσινο και λαμπερό από τη βροχή. Κάπως έτσι, είπα, θα καταντούσε κι ο Παράδεισος, αν τον είχαν βομβαρδίσει.

Αυτό που είδα δεν ήταν ανάμνηση – όμως, ακόμη κι αν ήταν, επρόκειτο γι’ ανάμνηση ακυρωμένη. Το Ζλατορόγκ με τα εκατόν τριάντα εφτά δωμάτια, που εγκαταλείφθηκε το 2011, κατεδαφίστηκε δέκα χρόνια αργότερα.

[2]

Βγήκα στην όχθη της λίμνης και περπάτησα ως εκεί όπου βρισκόταν η γέφυρα που οδηγούσε στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή. Γύρω δεν κυκλοφορούσε κανείς. Απόλυτη ερημιά κι αλλόκοσμη ησυχία. Είχα διαβάσει πριν έρθω εδώ τα σχετικά με τούτη τη μικρή εκκλησία, που χωρίς το ιστορικό και δίχως τον μύθο της στις φωτεινές Άλπεις θα έμοιαζε ασήμαντη. Θυμήθηκα το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου μέσα στη λιμνοθάλασσα Βιστωνίδα, όπου παιδί είχα κοιμηθεί μαζί με άλλους στον περίβολο κι αργότερα έμαθα κολύμπι στα νερά της.

Δεν είναι γνωστό πότε χτίστηκε η εκκλησία του Ιωάννη του Βαπτιστή· το πιθανότερο, πριν από τον 15ο αιώνα. Η γέφυρα που τη συνδέει με την όχθη λέγεται Γέφυρα του Διαβόλου. Την έλεγχε, κατά τον θρύλο, ο Εξαποδώ, που δεν επέτρεπε σε κανέναν να την περάσει, αν πιο μπροστά δεν του είχαν παραδώσει κάποιου την ψυχή. Οι ντόπιοι τον ξεγέλασαν και του έστειλαν, λέει το παραμύθι, έναν σκύλο.

Μα μπορείς να ξεγελάσεις ένα πλάσμα σαν τον Διάβολο, που εσύ τον δημιούργησες, χωρίς ν’ αναιρέσεις τον εαυτό σου; Και πώς γίνεται, αν ζεις σ’ έναν τόπο όπου πιστεύεις ότι βρίσκεται το τέλος του κόσμου;

Αλλά αυτή δεν ήταν η μόνη Γέφυρα του Διαβόλου που είχα δει. Σε μια παρόμοια, με το ίδιο όνομα, περπάτησα στο Τσιβιντάλε του Φριούλι στη βόρεια Ιταλία. Βρισκόταν πάνω στον ποταμό Νατισόνε, ο οποίος διασχίζει την πόλη. Ήταν μεγαλύτερη και γεμάτη επισκέπτες, που στέκονταν και παρατηρούσαν αμέριμνοι τον περίγυρο. Οι ντόπιοι την είχαν χτίσει το 1411 και τη συνόδευσαν κι εκείνοι με τον δικό τους θρύλο. Αφού προσπαθούσαν επί πολλές μέρες να τη χτίσουν χωρίς να τα καταφέρνουν, απευθύνθηκαν στον Διάβολο, κι αυτός ανέλαβε να την χτίσει αλλά υπό έναν όρο: να του δώσουν την ψυχή του πρώτου που θα τη διέσχιζε. Οι κάτοικοι συμφώνησαν κι ο Εξαποδώ έχτισε τη γέφυρα μέσα σε μία νύχτα. Πονηρότεροι του Πονηρού οι κάτοικοι τον κορόιδεψαν κι έστειλαν στη γέφυρα μια γάτα ή έναν σκύλο· γιατί τον Διάβολο μόνο διαβολικά μπορείς να τον ξεγελάσεις.

Όμως η σημερινή γέφυρα στο Τσιβιντάλε δεν είναι παλιά όπως αυτή στην Μποχίν. Το 1917, μετά τη φονική μάχη του Καπορέττο στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο τα ηττημένα στρατεύματα των Ιταλών την ανατίναξαν προκειμένου ν’ αναχαιτίσουν την προέλαση των Αυστρογερμανών. Οι τελευταίοι την αναστύλωσαν ταχύτητα κι έτσι τώρα τα ζευγαράκια μπορούν να τη διασχίζουν αμέριμνα απολαμβάνοντας το παγωτό τους.

Οι φθαρμένες τοιχογραφίες στο εξωτερικό της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή δεν έχουν κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μια κακορίζικη τοιχογραφία όμως στο εσωτερικό της παραπέμπει στις πιο υπερρεαλιστικές φαντασιώσεις του Μεσαίωνα. Σκέφτηκα πως θα ξετρέλαινε τον Μπρετόν, αν συνέβαινε να περάσει από αυτά τα μέρη και να τη δει. Να είχε άραγε καταλάβει «ψήλωμα του νου» τον ανώνυμο ζωγράφο που την έφτιαξε; Ένας λευκός διάβολος χωρίς ουρά αλλά με δόντια βρικόλακα βρίσκεται πίσω από τον Κάιν (που τον βλέπουμε προφίλ) και του ψιθυρίζει στο αφτί. Τι του λέει; Ε, διάβολος είναι – και σύμφωνα με τ’ όνομά του δεν μπορεί παρά να «διαβάλλει». Και δεν είναι μόνον οι άγγελοι λευκοί, όπως λέει ο Λουί Λαμπέρ στ’ ομώνυμο λακωνικό αριστούργημα του Μπαλζάκ. Είναι και οι διάβολοι. Εκπεσών άγγελος δεν ήταν, άλλωστε, και ο Διάβολος;

[3]

Πάνω στην όχθη της λίμνης, δίπλα στον δρόμο που έρχεται από την Μπλεντ, βρίσκεται το μπρούντζινο άγαλμα του μυθικού πλάσματος ονόματι Ζλατορόγκ. Το Ζλατορόγκ ήταν ένα λευκό αγριοκάτσικο με τεράστια κέρατα που το συναντά κανείς και σε άλλες κεντροευρωπαϊκές χώρες σε διάφορες εκδοχές· αλλά ακόμη και στην Κρήτη, όπου το λένε αίγαγρο ή κρι-κρι, είδος προστατευόμενο γιατί απειλείται με εξαφάνιση. Στη Σλοβενία έχει μεγάλη συμβολική σημασία, αφού κατά τον μύθο σε αυτό οφείλονται οι χαράδρες στις ανατολικές Άλπεις.

Η εικόνα του Ζλατορόγκ είναι αποτυπωμένη στα μπουκάλια της Lasko, της δημοφιλέστερης μπίρας της χώρας που εξάγεται και στις υπόλοιπες δημοκρατίες της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Η μπίρα παράγεται στην ομώνυμη πόλη, μια λουτρόπολη τριών χιλιάδων πεντακοσίων κατοίκων, απ’ όπου είχα περάσει πριν από μερικούς μήνες αλλά δεν επισκέφτηκα το εκεί εργοστάσιο παραγωγής της μπίρας. Σε τούτη τη μεσαιωνική πόλη, που κάηκε και καταστράφηκε τόσες φορές, μπορεί κανείς να δει πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα, όπως το μεσαιωνικό κάστρο Τάμπορ, που χρονολογείται από τον 12ο αιώνα, και το παρεκκλήσι του Αγίου Μαρτίνου του επόμενου αιώνα.

Τώρα όμως, μπροστά στο άγαλμα του Ζλατορόγκ ανακαλούσα τον μύθο, όπως τον περιέγραψε ο Καρλ Ντέσμαν, που στη χώρα μας παραμένει άγνωστος και το πολύ-πολύ να έχουν ακούσει τ’ όνομά του όσοι έχουν ταξιδέψει στη Σλοβενία κι επισκεφτεί το Εθνικό Μουσείο στη Λιουμπλιάνα, του οποίου υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος. Πολυεπιστήμων, γεωλόγος, βιολόγος, μεταλλειολόγος κι εξέχουσα πολιτική προσωπικότητα του Δουκάτου της Καρνιόλας (Σλοβενίας), τμήματος τότε της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, με προοδευτικές απόψεις στην αρχή αλλά συντηρητικές προς το τέλος της ζωής του, ενδιαφερόταν σφοδρά για τις μυθολογικές παραδόσεις της χώρας του. Ο Ντέσμαν ήταν ο πρώτος που δημοσίευσε το 1868 μιαν αφήγηση για τον μύθο του Ζλατορόγκ στην γερμανόφωνη εφημερίδα Leibacher Zeitung (Τα Νέα του Λάιμπαχ). Λάιμπαχ αποκαλούσαν τότε τη Λιουμπλιάνα, τη σημερινή πρωτεύουσα της Σλοβενίας.

Έκτοτε κυκλοφόρησαν κι άλλες εκδοχές του μύθου αλλά η ρομαντική αφήγηση του Ντέσμαν παραμένει η δημοφιλέστερη. Σύμφωνα με αυτή, στο Τριγκλάφ με τις τρεις κορυφές (εξού και τ’ όνομά του), που δεσπόζει στις Ιουλιανές Άλπεις, ζούσε μια ομάδα αποτελούμενη από λευκές γυναίκες οι οποίες έτρεφαν πρόβατα. Το κοπάδι τους είχε αρχηγό το πανίσχυρο Ζλατορόγκ, ένα αγριοκάτσικο με μαγικές δυνάμεις. Πανίσχυρο, γιατί τα τεράστια κέρατά του, τα οποία ήταν από χρυσό (κι άρα πολύ βαριά), προϋπέθεταν ασυνήθιστη μυϊκή δύναμη που το καθιστούσε ανίκητο. Κι εκτός από τα πρόβατα φύλαγε κι έναν θησαυρό, που δεν τον είχε δει ποτέ κανείς.

Στις Ιουλιανές Άλπεις βρίσκονται οι πηγές ενός από τους καθαρότερους ποταμούς της χώρας που οι Σλοβένοι τον αποκαλούν Σότσα και οι Ιταλοί Ιζόντσο. Ο ποταμός διασχίζει τη Σλοβενία, μπαίνει στην Ιταλία κι εκβάλλει κοντά στην πόλη Μονφαλκόνε. Κοντά στην Μποχίν, υπήρχε μια ταβέρνα που την επισκέπτονταν οι κάτοικοι της περιοχής. Ο ταβερνιάρης είχε μια πανέμορφή κόρη (όπως συμβαίνει σε όλα τα παραμύθια). Μια μέρα ένας κυνηγός από την κοντινή κοιλάδα Τρίκα επισκέφτηκε την ταβέρνα και θαμπώθηκε από την κόρη του ταβερνιάρη. Της πρόσφερε λοιπόν ένα μπουκέτο λουλούδια και της ζήτησε να τον παντρευτεί. Η νεαρή κολακεύτηκε και ήταν έτοιμη να του απαντήσει καταφατικά, αλλά τότε συνέβη το αναπάντεχο: Ένας πλούσιος έμπορος από τη Βενετία πέρασε κι αυτός από την ταβέρνα, χόρεψε με την όμορφή κοπέλα και της έκανε πρόταση γάμου προσφέροντάς της χρυσά κοσμήματα.

Όταν μετά από αυτό ο γενναίος κυνηγός πλησίασε ξανά τη νεαρή, εκείνη τον κορόιδεψε. Ο κυνηγός έφυγε απελπισμένος, όμως τότε συνάντησε έναν άλλο κυνηγό, τον Πράσινο Κυνηγό, κι ο τελευταίος είπε στον δύστυχο ερωτευμένο πως ο μόνος τρόπος να συγκινήσει και να φέρει κοντά του την κοπέλα ήταν να της προσφέρει εκείνος χρυσάφι πολύ περισσότερο και σημαντικότερο από τα χρυσά κοσμήματα του βενετσιάνου εμπόρου. Κι αυτό δεν ήταν άλλο από τα χρυσά κέρατα του Ζλατορόγκ.

Οι δυο τους έφυγαν μέσα στη νύχτα κι άρχισαν ν’ ανεβαίνουν στο βουνό Τριγκλάβ για να συναντήσουν το μυθικό αγριοκάτσικο.

[4]

Ξημερώνοντας οι δύο κυνηγοί είχαν ανεβεί ψηλά στο βουνό, όπου λεγόταν ότι ζούσε το Ζλατορόγκ. Τα πάντα τα σκέπαζε παχύ χιόνι, αλλά η μέρα ήταν φωτεινή και το χιόνι έκανε το φως ακόμη πιο λαμπερό. Σε κάποια στιγμή μέσα σε μια εκτυφλωτική ανταύγεια είδαν το αγριοκάτσικο να στέκεται στην άκρη μιας χαράδρας και να τους κοιτάζει.

«Ρίξε αμέσως», είπε ο Πράσινος Κυνηγός στον άλλο.

Εκείνος πυροβόλησε, όμως το μόνο που κατάφερε ήταν να τραυματίσει το αγριοκάτσικο.

«Μην το αφήσεις να φάει κανένα από τα λουλούδια, ρίξε ξανά», είπε ο Πράσινος Κυνηγός.

Το βουνό Τριγκλάβ ήταν γεμάτο από τα υπέροχες μωβ και κίτρινες πρίμουλες των Άλπεων. Κατά τον θρύλο, αν το Ζλατορόγκ έτρωγε ένα από τα άνθη η πληγή του έκλεινε αμέσως κι ανακτούσε τις δυνάμεις του – πολλαπλασιασμένες.

Ο νεαρός κυνηγός, που στεκόταν στην άκρη της χαράδρας, δεν πρόλαβε να πυροβολήσει δεύτερη φορά. Το αγριοκάτσικο είχε ήδη φάει ένα λουλούδι κι εκείνον τον τύφλωσε η αντανάκλαση από το φως που έπεφτε πάνω στα χρυσά κέρατα του Ζλατορόγκ· έχασε την ισορροπία του κι έπεσε στο βάθος της χαράδρας όπου κυλούσαν να νερά του Ιζόντσο. Το πτώμα του ξεβράστηκε μήνες αργότερα, όταν έλιωσαν τα χιόνια. Σύμφωνα με το παραμύθι, ο δύστυχος κυνηγός κρατούσε ακόμη στο χέρι μιαν από τις πρίμουλες του βουνού.

Αμέσως μετά το επεισόδιο, έξαλλο το Ζλατορόγκ άρχισε να τρέχει δεξιά κι αριστερά στο βουνό χτυπώντας το έδαφος με τις οπλές του. Σε κάθε χτύπημα ανοιγόταν και μια νέα χαράδρα. Έτσι, λένε, διαμορφώθηκε το Τριγκλάβ, όπως το βλέπουμε σήμερα.

Μετά τον θάνατο του νεαρού κυνηγού εξαφανίστηκαν οι γυναίκες του βουνού μαζί με τα πρόβατά τους. Εξαφανίστηκε και το Ζλατορόγκ χωρίς κανείς να μάθει πού πήγε.

Κύλιση στην κορυφή