Με ρωτάτε ποιος είναι ο ρόλος της σύγχρονης μουσικής στην Ελλάδα του 2022. Και ασφαλώς θα εννοείτε της λεγόμενης σύγχρονης σοβαρής μουσικής.
Νομίζω λοιπόν ότι το ποσοστό των πράγματι ενδιαφερόμενων ακροατών της είναι πάρα πολύ μικρό και, πάντως, κάτω του 2,5% του πληθυσμού της χώρας μας. Επομένως η μουσική αυτή δεν παίζει κανέναν σημαντικό ρόλο. Είναι πολιτιστικά και κοινωνικά περιθωριοποιημένη και, όπως έγραφε ο φίλος μου ποιητής Τάκης Παυλοστάθης «…Είναι ένας ασθενής που αδυνατίζει/πάνω στο πολύ σύγχρονο και λειτουργικό κρεβάτι του/ Ή είναι ένας γέρος που το σώμα του μαζεύει…».
Απαντάω λοιπόν έτσι και στη δεύτερη ερώτησή σας αν υπάρχει κοινό –και μάλιστα νεανικό– γι’ αυτή τη μουσική. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι, παρότι ο αριθμός των νέων που σπουδάζουν στα ιδιωτικά ωδεία, στα μουσικά Λύκεια και στις πανεπιστημιακές σχολές, έχει αυξηθεί, αυτοί δεν συχνάζουν στις συναυλίες σοβαρής μουσικής, παλιάς ή σύγχρονης.
Γι’ αυτό, εκτός των άλλων, ευθύνεται και το πολύ χαμηλό επίπεδο των, ακόμη, αδιαβάθμητων μουσικών σπουδών (σε όλα τα μικρομάγαζα των ιδιωτικών ωδείων) και η στρεβλή διδασκαλία στα μουσικά Λύκεια και τα Πανεπιστήμια, όπου δεν τους μαθαίνουν να αγαπούν την καλή μουσική.
Όσον αφορά το επίπεδο των Ελλήνων συνθετών, για το οποίο με ρωτάτε, θα απαντούσα ότι, σε σύγκριση με το επίπεδο όπου βρίσκεται η σύγχρονη ελληνική ποίηση, το επίπεδο των έργων συγχρόνων συνθετών μας είναι πολύ πιο κάτω. Φυσικά δεν είναι δυνατόν να γνωρίζω τα έργα όλων των ζώντων συνθετών μας. Μιλάω για τη μουσική που ξέρω και η οποία, κατά τη γνώμη μου, υπολείπεται της ποιότητας που έχει κατακτήσει –και λόγω σημαντικής παράδοσης– η σύγχρονη ποίησή μας.
Μπορεί φυσικά να υπάρχουν έργα Ελλήνων που ζουν στο εξωτερικό και δεν τα ξέρω ή έργα στα συρτάρια που ίσως μάθουμε αργότερα, αλλά, προσέξτε: νομίζω πως η ποιοτική πτώση της μουσικής είναι παγκόσμιο φαινόμενο –όχι μόνο ελληνικό.
Ζούμε σε μια μουσική Βαβέλ, όπου επικρατεί η αισθητική της σώου-μπηζ, δηλαδή το χυδαίο θέαμα, το κιτς και η βλακεία. Η Ενωμένη Ευρώπη, μετά από σπουδαία μουσική παράδοση αιώνων, κατάφερε να ξεπέσει στο επίπεδο της «Γιουροβίζιον». Όπως το έγραφε ήδη απ’ τις αρχές του 20ού αιώνα ο Όσβαλντ Σπένγκλερ, η άνοδος της τεχνολογίας σήμανε την παρακμή, και μάλιστα ραγδαία, του πνευματικού πολιτισμού. Υπάρχει παντού μια καταναλωτική λύσσα/μανία. Μια αφόρητη εξωστρέφεια που οδηγούν στην κατίσχυση της διασκέδασης, του ξεφαντώματος και της εκτόνωσης ως τρόπων ζωής.
Η υπνωτική σαγήνη της εικόνας αποπνευματοποίησε όλες τις τέχνες, με εξαίρεση κάποιες περιπτώσεις καλλιτεχνών, κυρίως του χώρου της λογοτεχνίας, όπου εγώ εξακολουθώ να βρίσκω ενδιαφέροντα έργα. Αυτό σπανίζει στη μουσική, για πολλούς ίσως λόγους, αλλά και γιατί ο Έλληνας συνθέτης όχι μόνο δεν μπορεί να ζήσει απ’ τη μουσική του, αλλά αν δεν βρει ιδιώτες χορηγούς, αναγκάζεται να πληρώνει απ’ την τσέπη του την παρουσίασή της. Τα «Μέgαρα», οι Δήμοι, οι Περιφέρειες, το Υπουργείο Πολιτισμού δεν του δίνουν δεκάρα. Παραγγελίες ούτε με το σταγονόμετρο (μία κάθε είκοσι χρόνια), διαγωνισμοί ανύπαρκτοι εδώ και δεκαετίες, υποτροφίες κυρίως για ερμηνευτές. Ο μεσήλικος συνθέτης πρέπει να ’ναι τρελός για να συνεχίσει να γράφει. Είναι πλέον μια πολύ ιδιωτική υπόθεση η σύνθεση. Και οδυνηρή, αφότου χάθηκε η χαρά της επικοινωνίας. Αλλά ίσως καλύτερα έτσι, αφού κατέρρευσε μια ψευδαίσθηση: ότι οι πολλοί μπορούν να ξεχωρίζουν και θέλουν να γνωρίσουν την αληθινή και την καλή μουσική. Αυτή φάνηκε πως είναι υπόθεση των λίγων και είμαι πια πεισμένος γι’ αυτό.
Τα μεγάλα, τα μαζικά ακροατήρια με απωθούν, με φοβίζουν και απειλούν την ελευθερία μου.
Όσο για την ανάπτυξη της ηλεκτρονικής τεχνολογίας που με ρωτάτε, είναι σίγουρο πως θα επηρεάσει ριζικά τη μουσική, και ήδη το ’χει κάνει. Θα αντικαταστήσει τις παραδοσιακές μορφές παρουσίασης των έργων. Έχει αρχίσει να υποκαθιστά τις συμφωνικές ορχήστρες αλλά και τις ανθρώπινες φωνές. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει πού θα οδηγηθούμε: μπορεί να επικρατήσει το χάος.
Εγώ τα τελευταία χρόνια γράφω όπερες, κυρίως όπερες δωματίου και όπερες τσέπης, όπως τις χαρακτηρίζω. Επομένως βασίζομαι σε κείμενα. Τα κείμενα με βοηθάνε να δίνω κλειδιά στους ακροατές ώστε να κατανοούν, τουλάχιστον στον αναγκαίο βαθμό, τι προσπαθώ να κάνω με τη μουσική μου. Έτσι αποφεύγω τις υποχωρήσεις, τις παραχωρήσεις και τα εξαντλημένα μουσικά σχήματα που δεν με ικανοποιούν. Η προϋπάρχουσα λογική δομή ενός λιμπρέτου μου λύνει τα χέρια ώστε να φτάσω σε τολμηρούς μουσικούς συνδυασμούς είτε στη μελωδία είτε στην αρμονία. Δουλεύω έτσι καλύτερα με τους ήχους και τα λόγια.
Από μικρός διάβαζα πολύ λογοτεχνία και ακόμα και σήμερα με ενθουσιασμό ανακαλύπτω τα λίγα καλά πεζογραφήματα και ποιήματα που μου δίνουν κουράγιο να συνεχίσω να συνθέτω και να ζω. Αυτά με παρηγορούν ότι υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, σε άλλες χώρες, που είναι σαν και μένα. Με ίδιες σκέψεις κι ευαισθησίες.
Στο βάθος παραμένω συνεχιστής μιας παράδοσης και δεν φτιάχνω πειραματικά έργα. Όταν δεν βρίσκω λιμπρέτα που να με ικανοποιούν, γράφω δικά μου. Η μουσική μου έχει επηρεαστεί από συνθέτες του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, όπως ο Γιάνατσεκ, ο Μπέργκ, ο Σοστακόβιτς και ο Σκαλκώτας. Με επηρέασε και η ζωή τους και το έργο τους.
Εδώ στην Ελλάδα, είμαι αναγκασμένος να γράφω για λίγα όργανα και λίγες φωνές ώστε να μη χρειάζονται πολλά χρήματα για να παρουσιάσω τα έργα μου. Ενώ η λέξη «συνθέτης» για την κοινωνία μας δεν σημαίνει τίποτα, για μένα σημαίνει τα περισσότερα.
Αυτήν την περίοδο προσπαθώ να ολοκληρώσω μια όπερα που είναι η σύγχρονη εκδοχή του σκεπτικού φιλόσοφου από την Ηλεία, του Πύρρωνα, που έζησε τον 3ο π.Χ. αιώνα.
Τελειώνοντας να πω ότι στις 18 του προσεχούς Σεπτεμβρίου, παρουσιάζεται σε παγκόσμια πρώτη, στο Στάνφορντ του Σαν Φραντσίσκο, η τελευταία όπερά μου Το Περιδέραιο, σε λιμπρέτο Γιάννη Ιωαννίδη και σκηνοθεσία Αλέξανδρου Ευκλείδη. Πρόκειται για μια ανεκπλήρωτη ερωτική ιστορία ανάμεσα σ’ έναν ποιητή και μια καθηγήτρια γενετικής που, παρωδώντας τον Τριστάνο και την Ιζόλδη καυτηριάζει τη σύγχρονη κενότητα.
Πρέπει λοιπόν, στα εβδομήντα μου, να διασχίσω τη μισή υφήλιο για ν’ ακούσω το έργο μου, αφού εδώ αρνήθηκαν να το ανεβάσουν όταν το πρότεινα στο θέατρο Μαρία Κάλας (πρώην ΟΛΥΜΠΙΑ) που διοικεί ο Δήμος Αθηναίων, ο δε Διευθυντής της Ελληνικής Λυρικής Σκηνής, εκώφευσε στα μέηλ που του στάλθηκαν γι’ αυτόν τον σκοπό.
Ποιος διώχνει ποιους σ’ αυτόν τον τόπο;
⸙⸙⸙
Ενδεικτικά έργα:
