Ζωγραφική: Ιωάννα Λημνιού

Ζέτα Κουντούρη

Ξέσπασμα

Μου αρέσει να φοράω ψηλοτάκουνες γόβες. Της μαμάς μου. Όταν μας εγκατέλειψε, τον πατέρα μου κι εμένα, δεν τις πήρε μαζί της. Πάνε χρόνια, τότε πήγαινα στα νήπια, ενώ τώρα πηγαίνω στο δημοτικό.

«Η μητέρα σου έφυγε, γιατί ήταν πολύ άρρωστη», είπε ο πατέρας μου την πρώτη μέρα που γύρισα από το σχολείο κι εκείνη έλειπε. «Μόλις γίνει καλά θα γυρίσει», πρόσθεσε αποφεύγοντας να με κοιτάξει.

Δεν τον πίστεψα. Τους άκουγα κάθε νύχτα που μάλωναν.

Η μαμά μου ήταν πολύ όμορφη. Κανείς πια δεν μιλάει στο σπίτι γι’ αυτήν. Και ο πατέρας έχει εξαφανίσει όλες τις φωτογραφίες της, ακόμη κι αυτές που ήμουνα μωρό και με κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της.

 Η Δόμνα, η κοπέλα που μένει μαζί μας από τότε που γεννήθηκα, όποτε πάω να τη ρωτήσω, παριστάνει πως είναι πολύ απασχολημένη.

«Κοριτσάκι μου γλυκό», λέει καμιά φορά, όταν με βρίσκει να χαζεύω έξω από το παράθυρο, και μου χαϊδεύει τρυφερά τα μαλλιά.

Τώρα που πλησιάζουν Χριστούγεννα γυαλίζει κάθε απόγευμα τα ασημικά με μανία, λες και τίποτε άλλο στον κόσμο δεν έχει σημασία γι’ αυτήν.

«Ανησυχώ πολύ, για την Κατερίνα», την άκουσα που ψιθύριζε τις προάλλες στον πατέρα μου. «Είναι ποτέ δυνατόν; Τόσος καιρός και να μην έχει κλάψει ούτε μια φορά! Αναρωτιέμαι, δεν θα ξεσπάσει ποτέ;»

O πατέρας, πάντως, έχει αρχίσει πάλι να χαμογελάει και να καλεί κόσμο τα βράδια. Μια κομψή κυρία με ξανθά μαλλιά, η Λίλιαν, κάθεται συνήθως δίπλα του στο τραπέζι. Φοβάμαι πως θα την παντρευτεί. Κι ένας νεαρός Ρουμάνος, ο Λούτσια, έρχεται και παίζει βιολί και τραγουδάει.

«Γιατί τραγουδάς πάντα λυπημένα τραγούδια;» τον ρωτάω.

Μου αρέσει να του κάνω διάφορες ερωτήσεις, μολονότι αυτός τις περισσότερες φορές δεν καταλαβαίνει λέξη.

Προχτές που του μίλαγα, αντί γι’ άλλη απάντηση, έβγαλε από την τσέπη του και μου έδειξε μια φωτογραφία. Δυο ξανθά κοριτσάκια γελούσαν χωμένα στην αγκαλιά του. Πιο πίσω μια κουρασμένη νεαρή γυναίκα τα παρατηρούσε σοβαρή.

«Η γυναίκα σου;» τον ρώτησα. «Η γυναίκα σου και οι κόρες σου;»

Κούνησε το κεφάλι του κι ακούμπησε τη φωτογραφία πάνω στην καρδιά του.

Η Δόμνα ισχυρίζεται πως λέει ψέματα, πως δεν είναι καν παντρεμένος.

Έχω βρει έναν φιλαράκο, τον Αστρίτ, τον γιο του κηπουρού. Είναι από την Αλβανία. Τα μάτια του είναι μαύρα σαν το κάρβουνο. Τον συνάντησα ένα απόγευμα πέρυσι, με το που έπιασε ο πατέρας του δουλειά.

Τα βράδια, όταν όλοι κοιμούνται, συναντιόμαστε στον κήπο. Λέει πως μ’ αγαπάει και θέλει να με παντρευτεί. Με περνάει πέντε χρόνια κι έχει έναν μεγαλύτερο αδερφό.

Ο Αστρίτ, μετά το σχολείο, δουλεύει μαζί του σε μηχανουργείο και μαζεύουν χρήματα για ν’ ανοίξουν δική τους δουλειά. Να ξέρεις, δεν πρόκειται να σου λείψει τίποτα, δηλώνει όποτε μου μιλάει για γάμο.

Τον αγαπάω κι εγώ, όμως δεν θέλω να τον παντρευτώ. Μου έχει πει πως άμα παντρευτούμε δεν θα με αφήνει να κοιτάξω άλλο αγόρι. Αυτό δεν μου αρέσει.

Το προηγούμενο Σάββατο, ο πατέρας με ειδοποίησε πως εκείνο το βράδυ δεν θα είχαμε καλεσμένους και πως ήθελε να φάμε οι δυο μας παρέα στην τραπεζαρία. Για να κουβεντιάσουμε.

Όποτε, όμως, είχα προσπαθήσει να του μιλήσω εγώ, εκείνος έκανε πάντα πως δεν καταλάβαινε. Μια χαρά καταλάβαινε, απλώς δεν ήθελε.

Η Δόμνα είχε στρώσει ένα κεντητό τραπεζομάντιλο και το καλό μας σερβίτσιο και είχε μαγειρέψει σοφρίτο, το αγαπημένο μου φαγητό.

Στην αρχή τρώγαμε αμίλητοι. Έδειχνε αμήχανος… ΄

«Είχα επιτέλους γράμμα από τη μητέρα σου», είπε ξεκάρφωτα κάποια στιγμή, μόλις τελειώσαμε και το γλυκό. «Έκανε πολλά χειρουργεία αυτά τα χρόνια που ζει στην Ελβετία και, από ό,τι κατάλαβα, ξαναπαντρεύτηκε. Σε προσκαλεί να πας τώρα, που έρχονται οι διακοπές των Χριστουγέννων, και να μείνεις μαζί της. Φαίνεται να της έχεις λείψει πολύ. Και πού ξέρεις; Ίσως αργότερα, όταν θα ʼχεις μεγαλώσεις κι εσύ αρκετά, ξαναφτιάξω κι εγώ τη ζωή μου… Με την έγκρισή σου φυσικά!».

Αυτά είπε κι αναστέναξε χαμογελώντας με ανακούφιση, σαν ένα μεγάλο βάρος να είχε φύγει από πάνω του.

Όλοι μας κρύβουμε μέσα μας έναν καλό κι έναν κακό εαυτό. Ο πατέρας του Αστρίτ έκανε χρόνια στη φυλακή γιατί πάνω σ’ έναν καβγά μαχαίρωσε τον καλύτερό του φίλο. Παρ’ όλα αυτά, όλοι λένε ότι είναι ένας πολύ καλός άνθρωπος.

Βούτηξα το τραπεζομάντιλο με ό,τι σερβίτσιο είχε απάνω και το ʼριξα με λύσσα στο πάτωμα. Έγιναν όλα κομμάτια. Ύστερα το ʼβαλα στα πόδια, φωνάζοντάς του πως τον μισώ. Στην αυλή, όπως πάντα, ο Αστρίτ με περίμενε με μια ανοιχτή αγκαλιά.

«Θα σε παντρευτώ», του είπα. «Αποφάσισα να σε παντρευτώ».

 Άκουσα από μακριά την μπαλκονόπορτα της τραπεζαρίας να ανοίγει και κάτω από το λαμπερό φως του φεγγαριού είδα τον πατέρα μου –έμοιαζε με γέρικη σκιά που έγερνε ανάλογα με τον άνεμο– να στέκει στην βεράντα και να ψάχνει όλο αγωνία προς το μέρος μου.

Τότε ξέσπασα για πρώτη φορά σε γοερά, αληθινά κλάματα, για να μην έχει να λέει και η Δόμνα.

Κύλιση στην κορυφή