Διήγημα
Ο Thomas, η Inge και η Helga είναι οι πιο παλαιοί μου φίλοι σε αυτή τη ζωή, όπως έγραψα στην αφιέρωση στο βιβλίο που αγόρασε ο Thomas για τις αδελφές του στην παρουσίασή μου πρόπερσι.
Κάθεται σ’ ένα Παρισινό μπαρ, και προσπαθεί να κρατηθεί για να μην πέσει από το σκαμνί του· είναι μεθυσμένος, φυσικά. Αλλ’ όχι μόνο. Τρόμος τον πλημμυρίζει, και μαζί ένα αίσθημα τέλους. Ναι, είναι το τέλος.
Τις τελευταίες μέρες αναρωτιέσαι αν είσαι κι εσύ σαν το πλοίο του Θησέα. Σκέφτεσαι πόσα κομμάτια έχεις αποχωριστεί στις πρότερες δεκαετίες, τι έχεις αντικαταστήσει. Και με τι. Μπορείς άραγε να λογίζεσαι ακόμη ο ίδιος; Και
Οι υδρατμοί έχουν κατακάτσει σαν ζεστή, πηχτή πάχνη πάνω στα γαλάζια πλακάκια και στα παλιομοδίτικα είδη υγιεινής σε απόχρωση σκούρο μπλε, που κάποτε θα προσέδιδαν μια αίσθηση πολυτέλειας στο στενό μπάνιο. Ξετυλίγει την πετσέτα από
Nobody knows this little Rose –Emily Dickinson, F11 (1858) Πάντα. Δεν την αγαπούσε αυτή τη λέξη. Έβαζε στη θέση της σταγόνες της βροχής, λίγες γραμμένες λέξεις που τις σκεφτόταν όλη νύχτα, τα καθημερινά κελαηδίσματα των
Το μεσημέρι, που διάβαζα στα παιδιά τις Περιπέτειες του Τομ Σόγιερ, πρόσεξα το εξής: Στο έκτο κεφάλαιο εμφανίζεται για πρώτη φορά ο Χακ Φιν να κουβαλάει μια ψόφια γάτα. Πήγαινε στο νεκροταφείο, όπου θα την
Σέρνει την ψάθινη πολυθρόνα με τα ροδάκια ανόρεκτα ως τη βεράντα, εστιάζοντας για την ώθηση στη λεκάνη και στα πόδια. Είναι αυτή η εποχή του χρόνου που νυχτώνει πιο γρήγορα από τους καλοκαιρινούς μήνες, αλλά
‘Όταν μπήκε ο ελληνικός στρατός στο χωριό του πατέρα μου στην Πέπελη, αρχές του 1941 κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, επικρατούσε παντού μια ατμόσφαιρα γιορτινή, όχι μόνο στο χωριό αλλά σε όλη την ευρύτερη περιοχή. Οι
Απ’ τη σκεπή της αποθήκης κατέβηκαν στις τέσσερις το απόγευμα. Μήνας Νοέμβρης ήταν κι ο αέρας ξύριζε. Χώθηκαν στο ΚΨΜ να πιούνε ζεστό τσάι, υπήρχε εκεί ένα τηλέφωνο με κερματοδέκτη. Αυτός, αφού προβληματίστηκε, τηλεφώνησε στη
Πλησιάζοντας την είσοδο του σπιτιού, ο Λεύκιος ένιωσε από τ’ αριστερά του τη σχεδόν καυτή ακόμα θέρμη του φούρνου και την έντονη μυρωδιά του ψημένου ψωμιού, που, προφανώς, η κυρία Ροδού μόλις είχε ξεφουρνίσει. Χτυπώντας