Διήγημα

Συνέβη λίγο πριν τα εννιάμερα του θείου Νικόλα. Η Ναυσικά γύρισε στο σπίτι της ξαφνικά, κατά τις έξι, δεν την περίμεναν. Φιλοξενούσε την κόρη του αδελφού της, την είχε για συντροφιά μετά τον πρόσφατο θάνατο

Ο χειμερινός κινηματογράφος Ολύμπιον ήταν ο πιο παλιός της πόλης. Το κτίριο κτίστηκε για καπναποθήκη, το 1905, και μετατράπηκε σε σινεμά το 1926. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 τα εισιτήρια εισόδου τα έκοβε η

Το έφερε το γατάκι σπίτι του. Ήταν τόσο μικρό που χωρούσε στην τσέπη. Πειραιάς-Γκύζη 50 λεπτά, ηλεκτρικό και μετά λεωφορείο. Το γατί, πολύ μωρό, ακολουθούσε τούτη τη μάνα που του έλαχε μιας και την αληθινή

ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ Είμαι σ’ ένα χτήμα με κάποιον Σταύρο και ψάχνουμε να βρούμε το χέρι μου μέσα σε κάτι φραγκοσυκιές. – «Κοίτα καλά γιατί σε λίγο νυχτώνει», μου λέει.– «Κοιτάω όσο καλύτερα μπορώ», του λέω.– «Ποιο

Καλύτερα νά σοῦ βγεῖ τό μάτι παρά τό ὄνομα. Ὁ Ζήσης εἶχε τά μάτια του στή θέση τους ἀλλά τοῦ εἶχε βγεῖ τό ὄνομα: ὁ καλοχαιρέτας. Τόν ἔβλεπαν στούς δρόμους τῶν Γιαννίνων καί ὅσοι δέν

Μπήκε στο τρένο του κεντρικού σταθμού του Μονάχου. Βρήκε τη θέση του στο σωστό βαγόνι, έβαλε τη βαλίτσα επάνω στη σχάρα και κάθισε. Ο Γιόσεφ θα διέσχιζε με το τρένο τη Γαλλία για να φτάσει

Μου αρέσει να φοράω ψηλοτάκουνες γόβες. Της μαμάς μου. Όταν μας εγκατέλειψε, τον πατέρα μου κι εμένα, δεν τις πήρε μαζί της. Πάνε χρόνια, τότε πήγαινα στα νήπια, ενώ τώρα πηγαίνω στο δημοτικό. «Η μητέρα

Σταλαγμίτες, σταλακτίτες, παγωνιά και κρύο αφόρητο. Η φύση γονάτιζε, πέτρωνε, νάρκη, σιωπή, το κουκούλι του χειμώνα. Τα πρωινά τρώγαμε κρύσταλλα από τις στέγες, μαζεύαμε παγωμένα πουλιά, οι μύτες μας έπεφταν στο χιόνι, κρακ, κρακ, αυτιά

Βαθύ κόκκινο είχε ποτίσει τη διάφανη ασπράδα του ξεφλουδισμένου κρεμμυδιού. Την ομόρφαινε, κι άμα βαστούσε στον ήλιο που ʼμπαινε από το τζάμι τη ροδέλα απ’ το κρεμμύδι, λεπτή σαν τσιγαρόχαρτο, θα ʼβλεπε το φως από

Του λέω δωσ’ μου τέσσερα κατοστάρικα.Τι να του πω που ήταν με μισό παπούτσι.Θανάσης Βαλτινός «Μου αφήνεις πενήντα δραχμές για τσιγάρα;» Η αγαπημένη του ιστορία ήταν για τότε που είχε μείνει με σαράντα πέντε δραχμές.

Κύλιση στην κορυφή