Μπήκε στο τρένο του κεντρικού σταθμού του Μονάχου. Βρήκε τη θέση του στο σωστό βαγόνι, έβαλε τη βαλίτσα επάνω στη σχάρα και κάθισε. Ο Γιόσεφ θα διέσχιζε με το τρένο τη Γαλλία για να φτάσει στη Μαδρίτη. Εκεί θα έβλεπε την κόρη του, που σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο, στην Ιατρική σχολή. Είχε να τη δει εδώ και εφτά χρόνια. Από τότε που χώρισε με τη γυναίκα του, δεν αντάλλαξαν ούτε ένα τηλεφώνημα, ή μια κάρτα, ή ένα γράμμα, ή μια κουβέντα τελοσπάντων. Όταν γεννήθηκε η μικρή, και αφού πέρασαν τρία-τέσσερα χρόνια, η γυναίκα του άλλαξε ριζικά: δεν φρόντιζε τον εαυτό της, ούτε και κείνον, παρά μόνο έδωσε όλο τον χώρο και τον χρόνο της στο παιδί. Δεν μιλούσανε πολύ μεταξύ τους, τσακώνονταν όλο και περισσότερο κι ούτε μοιράζονταν πια το ίδιο κρεβάτι. Τα σώματα είχαν παγώσει. Κάποια μέρα, καθώς επέστρεψε από τη δουλειά του, βρήκε ένα γράμμα από κείνην: «Πηγαίνω με τη μικρή στους γονείς μου στη Γαλλία. Θα είναι για όλους μας καλύτερα εκεί».
Κοίταζε έξω από το παράθυρο του τρένου, που είχε ήδη ξεκινήσει τη διαδρομή του. Ήταν επτά το πρωί, μήνας Απρίλιος, και η φύση ήταν καταπράσινη. Ο Γιόσεφ παρατηρούσε τον καπνό που έβγαινε από τις καμινάδες των αγροικιών της βαυβαρέζικης υπαίθρου και ενωνόταν με τα γκρίζα σύννεφα του ουρανού. Πολλές φορές είχε σκεφτεί να πουλήσει το μερίδιο της εταιρείας στο συνέταιρό του, να φύγει από τη μεγαλούπολη και ν’ αγοράσει ένα σπίτι με περίφραξη στα νότια προάστια του Μονάχου. Να ξεκινήσει μια καινούργια ζωή. Δεν το τόλμησε όμως ποτέ. Πίστευε πως ίσως η κόρη του κάποτε επέστρεφε στη γενέθλια πόλη και αναζητούσε το πατρικό της. Ή τον πατέρα της. Όσες φορές κι αν προσπάθησε να έρθει σε επικοινωνία μαζί της δεν τα κατάφερε. Τα πεθερικά του φρόντιζαν να τον ενημερώνουν σπάνια μέσω αλληλογραφίας, λιτά και ψυχρά, πως όλα βαίνουν καλώς με την εγγονή τους. Για τη γυναίκα του ούτε κουβέντα.
Ήταν περασμένες πέντε το απόγευμα. Δεν έκλεισε μάτι το προηγούμενο βράδυ. Είχε πιεί πολύ. Πάλι. Δεν ήταν σίγουρος αν πήρε τη σωστή απόφαση να συναντήσει την κόρη του. Όταν το τρένο έκανε στάση στη Ζυρίχη, σηκώθηκε και έβγαλε το διαβατήριο από το παλτό του, που είχε βάλει πάνω από τη βαλίτσα του. Μέσα στην τσέπη του παλτού ήταν μια παλιά φωτογραφία της κόρης του, λίγο πριν την πάρει η μάνα της και φύγουν. Η μικρή καθόταν πάνω σ’ ένα άσπρο αλογάκι ενός καρουσέλ και χαμογελούσε. Τη θυμάται ολοζώντανα ακόμη εκείνη τη μέρα στο λούνα πάρκ. Μαζί με τη φωτογραφία ήταν και το γράμμα της κόρης του. Του το είχε στείλει πριν τρεις μήνες. Του έγραφε πως σπούδαζε εδώ και ένα χρόνο στη Μαδρίτη και πως της άρεσε η ζωή εκεί. Το γράμμα δεν έλεγε καθόλου για τα χρόνια της στη Γαλλία ή για τη μητέρα της. Τελείωνε με την επιθυμία της να τον δει, κι ευχόταν αυτό να γινόταν σύντομα. Πέρασαν τρεις βδομάδες μέχρι να της απαντήσει στο γράμμα. «Θα ήθελα πολύ να σε συνταντήσω Λουίζα, κορίτσι μου, και είναι καλή ευκαιρία να κάνω ένα ταξίδι στη Μαδρίτη. Με αγάπη, ο μπαμπάς σου». Μόλις εκείνη του απάντησε θετικά στο δικό του γράμμα, ειδοποίησε τον συνέταιρό του πως θα έλειπε για δύο βδομάδες τουλάχιστον από τη δουλειά. Δίπλωσε το γράμμα, το έβαλε στην τσέπη του παντελονιού του και ήπιε μια γουλιά από το ουίσκι του. Ήταν ήδη στο τρίτο.
Δεν κατάλαβε πότε ακριβώς τον πήρε ο ύπνος, παρά μόνο όταν τον σκούντηξε στον ώμο ο ελεγκτής του εισιτηρίου, που του μίλησε στα Γαλλικά. «Βρισκόμαστε ήδη σε γαλλικό έδαφος, σκέφτηκε, άρα δεν θ΄αργήσουμε να φτάσουμε και στη Μαδρίτη». Όσο ο Γιόσεφ κοιμόταν, στις απέναντι θέσεις ήρθε και κάθισε ένας νεαρός πατέρας με το κοριτσάκι του. Θα ήταν πάνω-κάτω δέκα, έντεκα χρονών, υποψιάστηκε μόλις τους είδε. Πατέρας και κόρη μιλούσαν στα γαλλικά και ο Γιόσεφ δεν καταλάβαινε τι ακριβώς λέγανε. Εκείνο όμως που του τράβηξε την προσοχή ήταν η μικρή απέναντι του, που διάβαζε μεγαλόφωνα στον πατέρα της από το δικό της βιβλίο, διακόπτοντάς τον συνεχώς από την ανάγνωση της εφημερίδας του. Εκείνος όχι μόνο δεν δυσανασχετούσε, αλλά αστειευόταν συνεχώς με το κοριτσάκι, του οποίου χαϊδευε τα μαλλιά τρυφερά. Ο Γιόσεφ ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι, ένα αδιόρατο «γιατί» στριφογυρνούσε το κεφάλι του και βρήκε αφορμή να αναζητήσει στο μπαρ ένα ακόμη ποτό.
Ο εκφωνητής στο τρένο ανήγγειλε την άφιξη τους στη Μαδρίτη. Ήταν δέκα το πρωί και η πόλη λουζόταν στο φως. Οι επιβάτες, αφού πήραν τις αποσκευές τους και τα παλτά τους άρχισαν να κατεβαίνουν από το τρένο. «Πώς θα έμοιαζε άραγε η Λουίζα;» αναρωτήθηκε ο Γιόσεφ, που τον τυρρανούσε ένας δυνατός πονοκέφαλος. Κοίταξε έξω από το παράθυρο, φοβούμενος μήπως δει το πρόσωπο της κόρης του. Στην αποβάθρα είδε αρκετούς ανθρώπους, άλλοι να περιμένουν να επιβιβαστούν στον τρένο, άλλοι καρτερούσαν ίσως τους δικούς τους από το ταξίδι. Εκείνος προσπαθούσε ανάμεσα στο πλήθος να την εντοπίσει. Δεν ήταν σίγουρος αν θα την αναγνώριζε. Το κεφάλι του κόντευε να σπάσει. Τι έφταιγε; Το ήξερε πως το είχε παρακάνει τα τελευταία χρόνια. Προσπαθούσε να κόψει το ποτό. Δεν τα κατάφερνε όμως. Ξανακυλούσε. Ο συνέταιρός του, μάλιστα, του είχε προτείνει να μιλήσει σε κάποιον ειδικό. Η ανάσα του μύριζε κάθε πρωί αλκοόλ. Και τώρα το ίδιο. Δεν ήθελε η Λουίζα να τον δει έτσι, να δει τα κατακόκκινα μάτια του πατέρα της μετά από τόσα χρόνια απουσίας.
Κούρνιασε στη θέση του. Αποφάσισε να μη βγει από το βαγόνι. Θα καθόταν εκεί μέχρι το τρένο να ξεκινήσει πάλι για όποιο προορισμό. ‘Αρχισε να τρέμει και μόνο στην ιδέα, πως η μοναχοκόρη του θα τον αναγνωρίσει πίσω από το τζάμι. Αν φυσικά ήταν μέσα στο πλήθος εκεί έξω και τον περίμενε. «Μακάρι να μην είσαι εδώ» σκέφτηκε με ντροπή κι έστρεψε το βλέμμα του αλλού. «Μια άλλη φορά κορίτσι μου, όχι τώρα», μουρμούρισε χαμηλόφωνα. Πήρε το παλτό του, σκέπασε μ’ αυτό άτσαλα το σώμα του κι έκλεισε τα μάτια του. Στα μεγάφωνα ακούστηκε μια ακαταλαβίστικη γι’ αυτόν ανακοίνωση και ταυτόχρονα το τρένο άρχισε να απομακρύνεται από την αποβάθρα.

