Μαρία Τζιαούρη Χίλμερ

Όποια έμπαιννεν μες στο κομμωτήριον της έφκαιννεν άλλος άνθρωπος. Επέρναν την κάθε πελάτισσαν που κόσ̆σ̆ινον: για την ζωήν, την δουλειάν, την οικογένειαν, τες χαρές τζ̆αι τες λύπες, για να φτάσει στα μαλλιά της καθεμιάς. Αν

Μπήκε στο τρένο του κεντρικού σταθμού του Μονάχου. Βρήκε τη θέση του στο σωστό βαγόνι, έβαλε τη βαλίτσα επάνω στη σχάρα και κάθισε. Ο Γιόσεφ θα διέσχιζε με το τρένο τη Γαλλία για να φτάσει

Μνήμη Γ.Τ. Τσαέρα τόνενη που ξύλο αντρουκλιάς μες τον ηλιακόν. Μόλις εμπαίναν του σπιθκιού, εβάλαν πάνω της ό,τι εκουβαλούσασιν μιτά τους. Χαρές τζαι μαράζια, ούλλα πας τζείντην τσαέραν. Όταν ήρταν ποδά, μετά τον πόλεμον, με

«Σου αρέσει να γράφεις; με ρώτησε κοφτά, όταν με είδε με την άκρη του ματιού του να κοιτάζω τα βιβλία της βιβλιοθήκης στο υπόγειο. «Δεν γράφω», του απάντησα ντροπαλά και ξαφνιασμένα. «Έτσι λες, αλλά εγώ

Κύλιση στην κορυφή