Όποια έμπαιννεν μες στο κομμωτήριον της έφκαιννεν άλλος άνθρωπος. Επέρναν την κάθε πελάτισσαν που κόσ̆σ̆ινον: για την ζωήν, την δουλειάν, την οικογένειαν, τες χαρές τζ̆αι τες λύπες, για να φτάσει στα μαλλιά της καθεμιάς. Αν κάποια ήθελεν να μαλλιά της ώς τους ώμους, η Μαρούλλα έπειθέν την να τα κόψει κοντά, η άλλη ήθελεν ανταύγειες, έφευκεν με μαλλιά κότσ̆ινα της φωθκιάς, μια εζήταν της περμανάντ, τζ̆είνην ελάλεν της να κρατήσει την φυσικήν τους κατάστασην. Οι πελάτισσες της ήταν μιτσ̆ιές, μεγάλες, ελεύθερες, παντρεμένες, χωρισμένες, αλλά πιστές στην κομμώτριαν τους. Εδίαν τους απλόσ̆ερα συμβουλές επί παντός επιστητού. Είσ̆εν έναν τρόπον η Μαρούλλα να πείθει τζ̆αι να κάμνει τους άλλους να γελούν.
«Το γέλιον εν’ γιατρικόν. Άμαν ο άνθρωπος γελά συχνά, μέ αρρώστιες έσ̆ει μέ δυστυχίες. Α! Τζ̆αι το σεξ εν’ μεγάλον γιατρικόν», ελάλεν σε ούλλες τες πελάτισσες της τζ̆αι εφύρνετουν που τα γέλια με τζ̆είντην τσιριχτήν φωνήν της, που ακούετουν ώς έξω που το μαγαζίν. Ήθελες εν ήθελες άρκευκες τζ̆αι εσύ να γελάς. «Μεν με θωρείς τωρά που εγέρασα, όταν ήμασταν νέοι, ο Λέαντρός μου εν με άφηννεν σε ησυχίαν. Κουρασμένη που την ορθοστασίαν του κομμωτηρίου τζ̆αι τες άλλες δουλειές του σπιθκιού, αλλά άμαν με έχωννεν μες στην αγκάλην του τζ̆αι άρκευκεν τζ̆είντα λοούθκια του, επαραδίδουμουν εις τες χαρές της αγάπης».
Είσ̆εν τζ̆αι έναν γιον, τον Πετρήν, που εμετανάστευσεν στην Νότιον Αφρικήν. Είσ̆εν χρόνια να τον δει. Σαν να τζ̆αι έριξεν μαύρην πέτραν πίσω του. Έφυεν που το νησίν στα εικοσπέντε του τζ̆αι έκαμεν δεκαπέντε χρόνια να έρτει στην Κύπρον. Ούτε επαντρεύτηκεν, ούτε ηξέραν οι γονιοί του αν έσ̆ει καμιάν κοπέλλαν –δικήν τους γιά ξένην– στο πλευρόν του. Εδούλευκεν σ’ έναν μπακκάλικον κάποιων Κυπραίων που είχαν ποτζ̆εί πολλές επιχειρήσεις. Η Μαρούλλα εμαράζωννεν, γιατί ήθελεν το μοναχοπαίδιν της κοντά της ή, τέλος πάντων, να το θωρεί πιο συχνά. Όμως, τζ̆είνος επέμενεν να ζει σε άλλην ήπειρον. Ελάλεν της –όταν σπάνια εμιλούσαν στο τηλέφωνον– πως ήταν ευτυχισμένος ποτζ̆εί στην Αφρικήν τζ̆αι να μεν έσ̆ει καμιάν έννοιαν.
Μιαν νύχταν –ήτουν Ιούνιος, αρκέψαν οι πυράες– μόλις έκλεισεν το κομμωτήριον, εστάσσαν που πανωθκιόν της τα δρώματα, η Μαρούλα έσβηννεν τα φώτα τζ̆αι ήταν έτοιμη να φύει να πάει έσσω της. Τότες άκουσεν έναν χτύπον πά’ στην πόρταν της. «Εκλείσαμεν για σήμμερα», εφώναξεν πίσω που την κλειδωμένην πόρταν. «Μανά, άννοιξε, εγιώ είμαι, ο Πετρής». Ενόμισεν πως επαράκουσεν. «Άννοιξε, λαλώ σου, είμαι ο γιος σου». Τζ̆είντην ώραν εκοπήκαν τα πόθκια της, εγύρισεν το κλειδίν πά’ στην πόρταν τζ̆αι άννοιξεν την σιγά-σιγά. Μπροστά της είδεν μιαν ψηλήν ξανθήν κοπέλλαν με κοντήν φούσταν τζ̆αι τακκούνια, τζ̆αι δίπλα της έναν μαύρον, όμορφον άντραν, που την εκράταν που το σ̆έριν. «Ποια είσαι συ, κόρη μου; Ποιος γιος μου τζ̆αι πελλάρες λαλείς;», εκατάφερεν η Μαρούλλα να ρωτήσει τζ̆αι εξεκίνησεν να γελά ασταμάτητα. «Εγώ είμαι, μανά, ο Πετρής σου, μόνον που τωρά λαλούν με Κλαούντια τζ̆αι δαμαί δίπλα μου εν’ ο σύντροφος μου ο Ντένης. Είμαστεν δέκα χρόνια μαζίν. Ζ̆ιούμεν μαζίν. Αποφασίσαμεν να έρτουμεν έναν ταξίδιν ποδά, να σε γνωρίσει τζ̆αι σέναν τζ̆αι τον τόπον που εγεννήθηκα».
Η Μαρούλλα άννοιξεν τότε την πόρταν διάπλατα τζ̆αι άφηκεν τους να περάσουν μέσα στο κομμωτήριον. Τότε ο Πετρής, που τωρά έγινεν Κλαούντια τζ̆αι ήρτεν ομπρός της χωρίς καμιάν προειδοποίησην, έππεσεν μες στην αγκαλιάν της μάνας του, που είσ̆εν δεκαπέντε χρόνια να την δει. Τζ̆είντα λεπτά –που ήταν μες στην αγκάλην της τζ̆αι εκράταν την σφιχτά– εκοπήκαν τα πόθκια της. Μαζίν εκόπην τζ̆αι το γέλιον της μασ̆αίριν.

⸙⸙⸙
Γλωσσάρι
κόσ̆σ̆ινον: κόσκινο
κότσ̆ινα: κόκκινα
μιτσ̆ιές: μικρές, νεαρές
απλόσ̆ερα: απλόχερα
εδίαν: έδινε
εφύρνετουν που το γέλιον: ξεκαρδιζόταν στο γέλιο
άρκευκες, αρκεύκω: αρχίζω
σ̆ηράτη: χἠρα
μέ: ούτε
πά’: πάνω
πανωθκιόν: από πάνω
πυράες: ζέστες
εμαράζωννεν: στεναχωριόταν
εστάσσαν: έσταζαν
τζ̆είντην: εκείνην την
πόθκια: πόδια
σ̆έριν: χέρι
πελλάρες: ανοησίες
δαμαί: εδώ
τζ̆είντα: εκείνα τα
εκόπην: κόπηκε

