Ζωγραφική: Ιωάννα Λημνιού

Μιχάλης Μακρόπουλος

Άλκηστη

Βαθύ κόκκινο είχε ποτίσει τη διάφανη ασπράδα του ξεφλουδισμένου κρεμμυδιού. Την ομόρφαινε, κι άμα βαστούσε στον ήλιο που ʼμπαινε από το τζάμι τη ροδέλα απ’ το κρεμμύδι, λεπτή σαν τσιγαρόχαρτο, θα ʼβλεπε το φως από μέσα, όμοια όπως μέσ’ από τις ζελατίνες που της άρεσε όταν ήταν μικρή να βάζει στο μάτι της, κλείνοντας τ’ άλλο –κόκκινες ζελατίνες, πράσινες, μπλε– και να βλέπει τον κόσμο να παίρνει χρώμα ανάλογα.

Θα ʼβλεπε την κουζίνα γύρω κόκκινη, άμα έβαζε το ματωμένο κρεμμύδι στο μάτι της· αλλά θα δάκρυζε φορώντας τούτο το χρωματιστό ματογυάλι – κι είχε κοπεί βαθιά. Όλο τ’ ακροδάχτυλο, μέχρι που βρήκε η λεπίδα κόκαλο. Το αίμα έσταζε παχιές στάλες στον πάγκο, στο παλιό λαδί λινόλαιο κάτω, όταν τελικά γύρισε κρατώντας το δάχτυλο ψηλά και ζουλώντας το, και του ʼπε:

«Κόπηκα».

Δεν ήθελε να του το πει μα ούτε μπορούσε να το κρύψει. Γιατί ένιωθε πως ήταν ένα μυστικό που ʼπρεπε να το κρατήσει καταδικό της – ότι κόπηκε;

«Πάλι; Να δω… Είναι βαθύ. Θα χρειαστείς ράμματα».

«Όχι, δεν θα χρειαστώ. Φέρε το Betadine, μπαμπάκι και χανζαπλάστ. Μπρος – μην το κοιτάς έτσι. Στάζει. Δώσ’ μου μια χαρτοπετσέτα».

Τύλιξε το δάχτυλο στη χαρτοπετσέτα, που νότισε μεμιάς, βάφτηκε όλη. Στο φως που ʼμπαινε απ’ το σκονισμένο τζάμι, το κρεμμύδι στο ραϊσμένο πιάτο έδειχνε λαμπρό σαν μαργαριτάρι, και ρουμπινένιο κει που ʼχε ποτίσει με το αίμα. Παραδίπλα, το μαχαίρι. Ο νεροχύτης μ’ άπλυτα πιάτα μέσα, κούπες… Ένα τσαλακωμένο καρό πιατόπανο. Πώς της ήρθε; Πήρε την κόκκινη ροδέλα απ’ το κρεμμύδι και την έφερε κοντά στο μάτι της – μισοκλείνοντάς το. Η κουζίνα στιγμιαία κοκκίνισε, αλλά θόλωσε έπειτα από τα δάκρυα· διαθλάστηκαν όλα μέσ’ από υγρά πρίσματα: τ’ άπλυτα, το πιατόπανο, το μαχαίρι… Απλώθηκαν τα περιγράμματά τους όπως μια στάλα χρώμα στο νερό, και σκόρπισαν σ’ άυλες προβολής της ύλης τους, από ʼνα πιατόπανο κι ένα μαχαίρι μέσα σε κάθε πρίσμαꟷ

«Πονάς;» τη ρώτησε βλέποντάς την κλαμένη.

Θα του απαντούσε, αλλά σκούπιζε τα μάτια της και φύσαγε έπειτα τη μύτη της. Έβαλε στο κόψιμο Betadine με το μπαμπάκι και γρήγορα γρήγορα, προτού το αίμα προφτάσει να αναβρύσει ξανά, τύλιξε στ’ ακροδάχτυλό της το τσιρότο. Για να πλύνει τα πιάτα έπειτα, έβαλε μια polybag γύρω από το δάχτυλο και τη στέριωσε χαμηλά μ’ ένα λαστιχάκι που το γύρισε ξανά και ξανά, ώσπου να το νιώσει σφιχτό πάνω στο κρέας της. Ο Μάρκος είχε φύγει να βρει τον Ιάκωβο τον σκηνοθέτη τους, που θα του έδινε φωτοαντίγραφα του έργου για ν’ αρχίσουν να μελετάνε τους ρόλους τους, και δυο τρεις πρώτες οδηγίες για να ʼχουν στο νου τους ως την πρώτη γενική ανάγνωση την ερχόμενη εβδομάδα. Θα ʼπρεπε να πάει κι η ίδια, αλλά δεν ήθελε και του ʼπε να προφασιστεί κάτι. Της άρεσε, πώς έμπαινε από το τζάμι ο ήλιος στη σιωπηλή κουζίνα κι έντυνε καθετί γνώριμο, τυχαία αφημένο εδώ κι εκεί, αποσπώντας το από τη χρήση του και ξεχωρίζοντάς το από καθετί άλλο γύρω, ενώ συνάμα τα ʼδενε όλα, ανακατώνοντας με το φωτεινό του χνούδι την ύλη τους. Της λεμονόκουπας πάνω στο τραπέζι με το βαζάκι με τ’ αλάτι παραδίπλα και με το ίδιο το χαρακωμένο ξύλο του τραπεζιού. Μιας τσαλακωμένης χαρτοπετσέτας, ενός μισογεμάτου ποτηριού με το νερό μέσα να λάμπει, ενός άδειου βάζου με τρίμματα από μπισκότα στον πάτο… Έπλεαν όλα στο φως, το καθένα συνάμα υλικό κι άυλο. Της άρεσαν τόσο –η δική του απουσία κι αυτή η παρουσία των βουβών πραγμάτων–, που ʼνιωσε ότι δεν μπορούσε να παρακολουθεί τις οδηγίες του Ιάκωβου και να αισθάνεται κόσμο γύρω της, άλλους να κινούνται, να μιλάνε – ν’ ακούει τυχαίες λέξεις απ’ τα λόγια τους, να πιάνει με την άκρη του ματιού από τις κινήσεις τους τυχαίες στιγμές. Σιωπηλά κι ασάλευτα τα πράγματα μες στην κουζίνα, την περιέβαλλαν με θαλπωρή. Την καταπράυναν – κι όταν έφτιαξε έναν καφέ, καθισμένη έπειτα έβλεπε τον αχνό κι ένιωθε τη ζέστα του φλιτζανιού στις χούφτες της. Καθυστέρησε να πιει, γιατί ʼθελε όσο γινόταν να κάθεται ασάλευτη –πράγμα σαν τα πράγματα γύρω της κι η ίδια–, αλλά έπειτα σήκωσε αργά το φλιτζάνι κι ήπιε.

Το ʼχε αποφασίσει.

Τι, όμως;

Κάθονταν αντικριστά στο τραπέζι, με τις σελίδες του έργου μπρος τους· η Άλκηστη με την πλάτη προς το παράθυρο, έτσι που ʼπεφτε στη σελίδα η σκιά της, και με πιτσιλιές ηλιόφωτος πάνω στο ξύλο. Τα πράγματα ήτανε μαζεμένα σε μια μεριά όλα, παραταγμένα: το βαζάκι με το αλάτι, τ’ άδειο βάζο που ʼχε πρωτύτερα μπισκότα και τώρα τρίμματα μονάχα, η λεμονόκουπα, το ρολό χαρτί κουζίνας, κατσαρωμένο γιατί ʼχε νοτίσει από χυμένο νερό και στεγνώσει έπειτα, ένα πιατάκι με τρία κουκούτσια από φαγωμένες ελιές, μια μισοφαγωμένη φέτα μπαγιάτικο ψωμί… Ήτανε ο Χορός τους, τούτα τα πράγματα που φόραγε το καθένα το τελετουργικό του, επίσημο ένδυμα από φως –τελετουργικό, μα ζεστό και τρυφερό γιατί αφαιρούσε από την ύλη των πραγμάτων τη σκληράδα που ʼχε το απόλυτο περίγραμμά τους, απλώνοντάς τα ρευστά στον χώρο. Ο Χορός του δικού μας σατυρικού δράματος huis clos, είπε η Άλκηστη, και της παραλλαγμένης τραγωδίας του Ευριπίδη. Θα ʼθελα κι εγώ να σταθώ μαζί με τον Χορό, είπε, βουβή κι ηλιοφώτιστη, και να μιλάω με τη σιωπή μου και να κινούμαι με την ακινησία μου. Θα ʼμουν εγώ και γυαλί, εγώ και ψίχα και φλοίδα λεμονιού, εγώ και ψίχουλο, εγώ και λιοκούκουτσο. Μα είμαι η ηρωίδα –εγώ· εσύ, Άλκηστη–, καταδικασμένη να πω τα λόγια του ρόλου μου – και θα τα πω. Και θα τα πω;

«Μιλάει στην αρχή ο Απόλλωνας», είπε ο Μάρκος, που από τούδε και στο εξής, και για όσο θα διαρκούσε τούτη η ανάγνωση, θα λεγόταν Άδμητος.

Ο Απόλλωνας είναι ο ήλιος απ’ το παράθυρο, είπε η Άλκηστη κι αφουγκράστηκε αυτόν τον άηχο ψίθυρο που ʼχει πάντα το φως, ένα θρόισμα που δεν το ακούς αλλά το νιώθεις με το δέρμα, με τα ματόκλαδα… Το τζάμι ήθελε καθάρισμα, ήτανε θαμπό, με πιτσιλιές. Θέλει καθάρισμα, είπε η Άλκηστη, κι έπειτα: Όμως, δεν θα το καθαρίσω. Μ’ αρέσει όπως διαθλά η σκόνη το φως, το μετριάζει και το διασκορπίζει – και στροβιλίζεται μέσα του με μιαν άηχη περιδίνηση· αυτό μ’ αρέσει. Γεύομαι τη σκόνη· και γεύομαι το φως.

«Εντάξει λοιπόν, μίλησε», του είπε.

«Ας πούμε».

«Μίλησε. Κι έπειτα ο Θάνατος». Για την Άλκηστη τώρα φρουρείς, έλεγε στο Φως ο απροσκάλεστος καλεσμένος, καθιστός στην άδεια καρέκλα στο τραπέζι, και μίλησε με τη φωνή του μαχαιριού, με τη φωνή ενός τοσουδά κουφαριού στον ιστό ψηλά στη γωνία, με τη φωνή της μπαγιάτικης ψίχας του ψωμιού, και του σφαχτού στο χασαπόχαρτο μες στο ψυγείο· μα αυτή, του Πελία η θυγατέρα έχει τάξει, θαρρώ, για να σώσει τον άντρα της, τη δική της ζωή να προσφέρει.

Πάρ’ τη, γιατί δεν ξέρω αν θα σε πείσω…, αποκρίθηκε το Φως. Κι εγώ; είπε η Άλκηστη. Κι εγώ; Τότε το Φως: Την Άλκηστη ν’ αφήσεις να γεράσει, μα ο Θάνατος: Όχι! Κι ο άλαλος Χορός, με το ντύμα του από σκονισμένο ήλιο – το βάζο, το βαζάκι, η λεμονόκουπα, τα κουκούτσια στο πιατάκι, τα ψίχουλα κι οι χαρακιές στο ξύλο, όλα τα πράγματα που με την ευμένεια και την ευγένεια της σιωπής τους συντρόφευαν την Άλκηστη και της συμπαραστέκονταν: Πώς μια τέτοια ησυχία στο παλάτι μπροστά; Γιατί του Άδμητου τάχα σωπαίνει το σπίτι; Κι ένας φίλος δεν είν’ εδώ γύρω, να πει: να την κλαίω για νεκρή… Όχι, είπε η Άλκηστη, αυτό το λέει ο Κορυφαίος του Χορού. Μονάχα που στον Χορό των σιωπηλών πραγμάτων δεν υπήρχε Κορυφαίος. Ήταν ισάξια όλα – παροδικά, αλλά τώρα απολιθωμένα στ’ άχρονο κεχριμπάρι του ήλιου.

Δε βλέπω στην εξώθυρα νερό αναβρυστικό, αγιασμό, έτσι όπως συνηθίζεται έξω απ’ τα σπίτια των νεκρών, είπε ο Χορός.

«Δίψασα», είπε η Άλκηστη.

Σηκώθηκε, πήγε στο νεροχύτη και γέμισε ένα ποτήρι. Ήταν πλυμένο αλλά το διάφανο γυαλί του θαμπό, με γρατσουνιές. Κάθισε πάλι κι ήπιε τρεις γουλιές απ’ το θολό νερό· ακούμπησε μισογεμάτο το ποτήρι στο τραπέζι. Τρεις γουλιές έπινε μικρή άμα είχε λόξιγκα. Και μια μεγάλη έπειτα. Έπιασε ξανά το ποτήρι κι ήπιε μονορούφι το υπόλοιπο νερό· και τ’ άδειο ποτήρι το ʼβαλε με τ’ άλλα πράγματα, έχοντας ξεδιψάσει τώρα, με βρεμένα χείλη και με μια στάλα να ʼχει κυλήσει στο πιγούνι της.

«Μιλάνε ύστερα η Θεράπαινα, ο Κορυφαίος του Χορού», είπε ο Άδμητος· «σαν ένιωσε πως έχει φτάσει η μέρα που ʼχε οριστεί, με ποταμίσιο πλένει νερό τ’ άσπρο κορμί της· παίρνει ρούχα και στολίδια απ’ τις κέδρινες κασέλες και ντύνεται σεμνά, και τα λοιπά, και ούτω καθεξής, ώσπου έρχεται η σειρά μαςꟷ
»Είναι η σειρά μας τώρα. Εσύ μιλάςꟷ

»Πες. Το ʼχασες; “Ω φως της μέρας, ω ήλιε εσύ…”»

Με το άσπρο της κορμί να ακινητεί, αστόλιστη, ντυμένη μ’ ό,τι πρόχειρο είχε βρει το πρωί κουβαριασμένο χάμω δίπλα στο κρεβάτι· μέσα στην κουζινούλα και μες στο φως του ήλιου, με τη σκιά της να πέφτει στη σελίδα μπρος της, ζήτησε από τα πράγματα να της σταθούνε με τη σιωπή τους, κι αυτά τη βοήθησαν να πει τα λόγια της κι ας ήξεραν πως δεν το ʼθελε και πως θα προτιμούσε να συνεχίσει να κάθεται άλαλη, ασάλευτη, τα χέρια της να πλαισιώνουν τη σελίδα ακουμπισμένα πάνω στο ξύλινο τραπέζι, με νύχια φαγωμένα ως το κρέας.

«Ω φως της μέρας, ω ήλιε εσύ, κι ω στροβιλίσματα νεφών που τρέχουνε στα ουράνια», είπε η Άλκηστη.

«Μας βλέπει, τους δυο δύστυχους· πεθαίνεις χωρίς ποτέ στους θεούς να ʼχουμε φταίξει», είπε ο Άδμητος.

«Ω γη, και του σπιτιού σκεπή, και της πατρίδας, της Ιωλκού, ω νυφικό κρεβάτι!»

«Ανασηκώσου, μη μ’ αφήνεις· δεήσου στους δυνατούς θεούς να σπλαχνιστούνε».

«Βλέπω ένα πλοίο με δυο κουπιά, και με το χέρι στο κοντάρι τον Χάρωνα, νεκρών περαματάρη, που κράζει κιόλας: “Πώς αργείς; Πιο γρήγορα, έλα! Μη με κάνεις εσύ την ώρα μου να χάνω”. Αυτά μου λέει, και να βιαστώ με πιέζει.

»Όμως, όχι».

«Πού το λέει;»

«Δεν θα υποδυθώ την Άλκηστη».

«Τι είπες;»

«Είμαι η Άλκηστη, αλλά δεν θα την υποδυθώ. Να τον πάρεις τηλέφωνο και να του το πεις».

«Τρελάθηκες;

»Τρελάθηκες;»

Αλλά τώρα δεν μιλούσε. Από ηρωίδα, είχε γίνει κι αυτή μέλος του σιωπηλού Χορού – ένα πράγμα. Κι ήταν βαθιά ανακούφιση τούτο το ξαλάφρωμα από περίσσιες λέξεις, από αχρείαστες σκέψεις, ώστε να ʼναι απλώς ύλη που την αλάφραινε το φως. Τα χέρια της ήταν τα δικά της χέρια, ακίνητα δεξιά κι αριστερά απ’ τη σελίδα. Τα πόδια της ήταν τα δικά της πόδια, ασάλευτα πάνω στο λαδί λινόλαιο. Κι όλη – όλη ήταν αυτή. Όπως η λεμονόκουπα ήταν η λεμονόκουπα όλη. Όπως το κουκούτσι ήτανε, όλο, το κουκούτσι. Όπως το μπαγιάτικο ψωμί δεν ήταν άλλο τίποτα εκτός από μπαγιάτικο ψωμί. Και τώρα που ʼχε φύγει ο Άδμητος, ομόνοια βασίλευε στην ηλιοφώτιστη κουζίνα, είχε επιτέλους εγκαθιδρυθεί ανάμεσα στην Άλκηστη, στα λιοκούκουτσα, στο ψωμί, στο μαχαίρι, στο χαρτί, στο γυαλί, μια γαλήνια ισοπολιτεία.

Κύλιση στην κορυφή