Ζωγραφική: Ιωάννα Λημνιού

Ιάκωβος Ανυφαντάκης

Τότε που είχε μόνο 45 δραχμές

Του λέω δωσ’ μου τέσσερα κατοστάρικα.
Τι να του πω που ήταν με μισό παπούτσι.
Θανάσης Βαλτινός «Μου αφήνεις πενήντα δραχμές για τσιγάρα;»

Η αγαπημένη του ιστορία ήταν για τότε που είχε μείνει με σαράντα πέντε δραχμές. Δεν ήταν μια μέρα ή μια περίοδος, ήταν μια ολόκληρη ζωή, τότε που ήταν με σαράντα πέντε δραχμές στο πορτοφόλι. Δεν το περιέγραφε με νοσταλγία, κανείς δεν μπορεί να νοσταλγεί να είναι φτωχός και σίγουρα όχι αυτός, παρότι θα μπορούσε να νοσταλγεί να είναι νέος, να είναι υγιής, να μην έχει ζήσει ακόμα όλα τα βάσανα που θα ερχόντουσαν μετά, που ήταν αρκετά κι ας τα έκρυβε με τέχνη. Δεν μιλούσε για αυτό ούτε με θλίψη ούτε με φόβο ή με διδακτισμό όμως, δεν ήξερε τίποτα για να τους μάθει «τότε που ήταν με σαράντα πέντε δραχμές». Και δεν ήταν μία ιστορία ακριβώς. Ήταν μια σειρά, ένας κόσμος, ένα σύμπαν που λένε τώρα στον κινηματογράφο και τα κόμιξ, όχι απλώς μια εποχή αλλά ένα σύνολο χαρακτήρων και καταστάσεων που οι ιστορίες τους ξεκινούσαν ή τελείωναν με το «τότε που είχα μόνο σαράντα πέντε δραχμές».

Μιλούσε για αυτό με την ψυχραιμία και την απόσταση κάποιου που μιλάει για έναν άνθρωπο που συνάντησε νωρίτερα στον δρόμο: τον είδε μέσα από το αυτοκίνητο, πίσω από το τζάμι, δεν μίλησαν, αλλά τον παρατήρησε αρκετά. Δεν τον άγγιζε πια ότι κάποτε ζούσε με σαράντα πέντε δραχμές στο πορτοφόλι, παρότι φαινόταν να θυμάται καλά την αίσθηση της πείνας και της ντροπής – πείνας όχι γιατί ντρεπόταν αλλά ντροπή γιατί πεινούσε και όχι μόνο για αυτό – που ένιωθε.

Πείνα. Είχε διαβάσει πολλά βιβλία για την πείνα – λογοτεχνικά, ιατρικά, πολιτικά – αρκετά ακριβή και καλογραμμένα, πιθανότατα κάποια με βιωματική αφετηρία, αλλά κανένα δεν μπορούσε να περιγράψει ικανοποιητικά τι ήταν η πείνα. Για εκείνον η πείνα διαχωριζόταν σε τρία επίπεδα, την πείνα τη σωματική, το συναίσθημα αυτό που ξεκινούσε από το στομάχι, το ένιωθες άδειο, να πονάει, ένιωθες το αίμα που έμπαινε μέσα του σαν να προσπαθούσε να το γεμίσει και μετά τον πόνο αυτό να διασκορπίζεται σε όλο το σώμα, δυνατά, σαν καρφάκια κάτω από το δέρμα. Μετά ήταν το επίπεδο της απελπισίας. Κακομοίρη μου δεν θα ξαναφάς ποτέ, δεν θα τα καταφέρεις, λυπάμαι, οι άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα, άδοξα, εξάλλου δεν είναι μόνο ανάγκη η πείνα, είναι και απόλαυση κι εσύ δεν θα ξανανιώσεις ποτέ τη χαρά από το ψωμάκι με το λάδι και τη φετούλα μέσα στο στόμα σου. Τρίτο ήταν το επίπεδο της ζήλιας: Κοίτα τους ανθρώπους γύρω σου. Όλοι, καθένας ξεχωριστά και όλοι μαζί, όλοι έχουν φάει και θα ξαναφάνε, οι περισσότεροι έχουν πετάξει και λίγο από το φαγητό τους αλλά εσύ όχι, θα μείνεις να πεινάς και να πονάς μέχρι να πεθάνεις.

Ντροπή. Ντροπή για τους γονείς του που ήταν φτωχοί, ντροπή για αυτόν που έμενε φτωχός, ντροπή που δεν είχε τρόπο να πάψει να είναι φτωχός, ντροπή που ντρεπόταν και ντροπή που δεν ντρεπόταν αρκετά για να κάνει κάτι. Ντροπή όταν μιλούσαν οι άλλοι και δεν τολμούσε να μιλήσει γιατί είχε σαράντα πέντε δραχμές και αν το θέμα πήγαινε στα λεφτά, τι θα μπορούσε να πει; Ντροπή όταν δεν μιλούσαν γιατί έπρεπε να μιλήσει και είχε μόνο σαράντα πέντε δραχμές. Ντροπή όταν τον κοιτούσαν γιατί μπορεί να το καταλάβαιναν. Ντροπή αν δεν τον κοιτούσαν γιατί σίγουρα το είχαν καταλάβει.

Μιλούσε τώρα για «τότε που είχε μόνο σαράντα πέντε δραχμές στο πορτοφόλι» γιατί οι ιστορίες αυτές έπρεπε να σωθούν, εκείνος ο άνθρωπος – ο ίδιος δηλαδή – δεν έπρεπε να ξεχαστεί, να ακούσουν και οι άλλοι, κάποιοι από αυτούς μπορεί τώρα να ήταν με σαράντα πέντε λεπτά στην τσέπη, ότι τυχαίνει αυτό, αλλά μπορεί να τελειώσει και είκοσι, τριάντα, πενήντα χρόνια μετά, όχι πολύ δηλαδή, να βρεθούν κι αυτοί με μια επιχείρηση, ένα σπίτι με κήπο, ένα εξοχικό, τρία διαμερίσματα να νοικιάζει για να παίρνει τα ενοίκια, δύο μαγαζιά, καταθέσεις, μποστάνια, χωράφια, πολλά λεφτά στην τράπεζα και ένα φουσκωτό πέντε ενενήντα με μηχανή εκατόν πενήντα ίππους. Το έλεγε, τέλος, γιατί μάλλον πίστευε ότι ήταν μια ωραία, εντυπωσιακή ιστορία, που κρατούσε την προσοχή των άλλων κι αυτός γενικά δεν ήξερε πολλές ιστορίες, τουλάχιστον όχι ιστορίες που άρεσαν στους άλλους να τις ακούνε και αυτή ήταν μια σειρά ιστοριών που έδειχνε κάπως να τους κρατάει.

Υπήρχε η ιστορία για τότε που δεν είχε λεφτά για εισιτήριο και γύρισε με τα πόδια σπίτι. Πολλές φορές. Η ιστορία για τις κοπέλες που δεν ζήτησε σε ραντεβού γιατί δεν είχε να πληρώσει όπου κι αν πήγαιναν. Oι ιστορίες για τις νύχτες που δεν είχε φάει όλη μέρα και προκαλούσε πόνο στον εαυτό του για να ξεχάσει τον πόνο της πείνας. Η ιστορία για τότε που είχε βρει φαγητό αλλά φοβόταν να φάει. Η ιστορία για τα ρούχα που έλιωναν και έπρεπε να κάθεται μόνο με έναν συγκεκριμένο τρόπο για να μη φαίνονται οι τρύπες και όλοι νόμιζαν πως είχε τικ. Η ιστορία για εκείνα τα παπούτσια που του άρεσαν πολύ και – πώς έτυχε; – είχε λεφτά να τα πάρει, αλλά δεν ήξερε ο καημένος ότι ήταν παπούτσια καλοκαιρινά και τα φορούσε όλον τον χειμώνα, οι άλλοι όλοι καταλάβαιναν, αυτά δεν είναι παπούτσια που φοράς στη βροχή ή στο χιόνι, όμως ήταν τα μόνα που είχε και γελούσε, ανέλυε την υψηλή ποιότητα κατασκευής τους και πως αυτός δεν πίστευε στο κρύο και άρα δεν κρύωνε.

Το ποσό ήταν σίγουρα περίεργο. 45 δραχμές ήταν πάρα πολύ λίγες, δεν ήταν ούτε πενήντα, αλλά δεν ήταν και τίποτα. Ήταν κάτι πολύ συγκεκριμένο. Ήταν παραπάνω από το τίποτα, αλλά και δεν έφταναν για τίποτα. Αποκλείεται να ήταν μόνο αυτές που είχε στην τσέπη του πάντα, κάποτε θα ήταν περισσότερες, ίσως κάποτε λιγότερες, όμως εκείνος επέμενε σε όλες τις ιστορίες, να μιλάει για τότε που είχε σαράντα πέντε δραχμές μόνο, σαν να χωρούσε μόνο αυτές η τσέπη και να γλιστρούσαν έξω όταν έμπαιναν περισσότερες, αλλά και μια μικρή νεράιδα να αναπλήρωνε αυτόματα όσες ξόδευε.

Το περίεργο ήταν ότι δεν το σχεδίαζε ποτέ να πάψει να έχει μόνο σαράντα πέντε δραχμές. Δεν το περίμενε. Δεν το φανταζόταν. Ναι, είχε ακούσει για άλλους, που δεν είχαν και μετά είχαν, αλλά ήταν άλλοι, σκεφτόντουσαν αλλιώς, πιο πονηρά, πιο έξυπνα, αυτός να ζήσει ήθελε, να επιζήσει, του ήταν αρκετό, δεν ήταν βέβαιο, αν μπορούσε να ξεφύγει από τη φτώχια, ναι, καλό, μακάρι, αλλά ως εκεί. Τίποτα παραπάνω. Το πώς έγινε δεν ήταν πολύ διαφορετικό από ό,τι γινόταν σε όλες τις παρόμοιες καταστάσεις. Άλλωστε είπαμε, δεν ήταν ούτε χαζός, ούτε τεμπέλης, ούτε σπάταλος. Είχε μυαλό καλό και τετράγωνο, του άρεσε η οικονομία, η τάξη, η μελέτη των πραγμάτων και των καταστάσεων πριν προχωρήσει σε δράση. Kάποια στιγμή, κάπως έπιασε χίλιες δραχμές. Μετά οι χίλιες έγιναν δυο χιλιάδες. Οι δύο τέσσερις, οι τέσσερις οχτώ. Περιέργως – αυτό δεν το περίμενε ούτε το φανταζόταν – είναι πιο εύκολο να κάνεις τις δεκαέξι τριάντα δύο χιλιάδες παρά τις σαράντα πέντε δραχμές εκατό. Μετά όλα παίρνουν τον δρόμο τους μόνα τους, η επιχείρηση που είπαμε, το σπίτι με τον κήπο, τα άλλα σπίτια, τα μαγαζιά, το εξοχικό, μην κουράζουμε τώρα, ως και το φουσκωτό με τη μηχανή εκατόν πενήντα ίππους (και άλλη μία βοηθητική που όμως δεν έχει χρειαστεί ποτέ). Αλλά δεν τις έλεγε αυτές τις ιστορίες, τις θεωρούσε μάλλον βαρετές, αλαζονικές, και τι τον ένοιαζε τον άλλον τι συμφωνία πέτυχε για το διαμέρισμα στην πλατεία, που τον έσωσε τον άνθρωπο μην του το φάνε οι τράπεζες αλλά το πήρε κι αυτός κοψοχρονιάς γιατί το είχε ρευστό και μέσα σε πέντε χρόνια τα έβγαλε τα λεφτά του από τα ενοίκια και από τότε μόνο του δίνει, έτσι πήρε μετά και το οικόπεδο πίσω από τη λεωφόρο, που σήκωσε πολυκατοικία, έδωσε αμέσως τρία διαμερίσματα να ξεχρεώσει και κράτησε δύο και το μαγαζί και βγάζει μόνο κέρδος.

Mετά δεν υπήρχαν ιστορίες. Μετά υπήρχαν μόνο κέρδη. Υπήρχε και καλή ζωή, όχι ευτυχία, υπήρχαν άλλοι λόγοι που δεν θα μπορούσε να συμβεί αυτό, όμως, να, ρε παιδί μου, το να ξέρεις ότι μπορείς σίγουρα να φας και το μεσημέρι και το βράδυ, όταν έχεις ζήσει μέρες που ήσουν σίγουρος για το αντίθετο, προσφέρει μια μορφή χαράς. Να ξέρεις ότι το παιδί έχει ρούχα. Άμα ο γείτονάς σου έχει ένα πρόβλημα, να είσαι εκεί. Να φοράς τα καλά καλοκαιρινά παπούτσια το καλοκαίρι και τα ζεστά χειμωνιάτικα τον χειμώνα. Να μη χρειάζεται να προσθέτεις στο μυαλό σου και μετά να αφαιρείς από το μηνιάτικό σου πριν παραγγείλεις από τον κατάλογο του εστιατορίου.

Ήταν ωραία χρόνια μετά. Και ήταν πολλά χρόνια. Ήταν τόσο πολλά που τελικά δεν έμεινε κανείς που να τον ήξερε όταν είχε μόνο σαράντα πέντε δραχμές. Αλλά όσο μεγάλωνε οι ιστορίες αυτές γινόντουσαν όλο και περισσότερες, ίσως κάποιες να ήταν φανταστικές φανταστικές, αλλά τις ανέσυρε με ευκολία, με κάθε ευκαιρία, και υποχρέωνε τον ακροατή του να τον ακούσει. Συχνά δεν περιοριζόταν σε μία, γιατί κάθε ιστορία οδηγούσε σε άλλη και μετά κάπως σε άλλη, και κανένας συνομιλητής του δεν ήθελε να τον κακοκαρδίσει, γιατί και ευγενής ήταν, και σεμνός και, κυρίως, όλοι ξέρανε πώς άμα είχες ανάγκη δεν έλεγε ποτέ όχι. Σίγουρα, κάποιοι νόμιζαν πως τους τα έλεγε για να τους δώσει κουράγιο, «μην στεναχωριέσαι, δες κι εγώ πόσο ταλαιπωρήθηκα και πού έφτασα, έτσι κι εσύ, για όλους έχει ο Θεός», αλλά οι περισσότεροι σκέφτηκαν μετά από λίγο ότι ίσως να είχε περισσότερη ανάγκη ο ίδιος να τα πει και να τα θυμηθεί όλα αυτά, γιατί του έλειπαν, γιατί μόνο εκεί ένιωθε οικεία, όταν είχε μόνο σαράντα πέντε δραχμές, αυτός ήταν, αυτός που έγινε μετά δεν το ένιωσε στο δέρμα του ποτέ, ήταν όπως ένας μετανάστης που πολλά χρόνια μετά μιλάει με νοσταλγία για την πρώτη πατρίδα του, κι ας ήταν χάλια η ζωή εκεί, κι ας είχε ξύλο, φτώχια και αρρώστιες. Γι’ αυτό όταν πέθανε, ταλαιπωρημένος πολύ, λυτρώθηκε μετά από καιρό αρρώστιας, ο γιος του σκέφτηκε να του βάλει μέσα στην τσέπη του καλού κουστουμιού του σαράντα πέντε δραχμές, να νιώθει άνετα εκεί στον τάφο ή στον άλλο κόσμο ή όπου πήγαινε τέλος πάντων, αλλά δραχμές δεν είχαν πια στο σπίτι και στάθηκε αδύνατο να βρει τόσο άμεσα, με τόσες άλλες ετοιμασίες και τόσο κόσμο να έρχεται από παντού να αποτίσει τιμή, γι’ αυτό τον έθαψαν έτσι, και όταν το σκέφτηκε αυτό στο νεκροταφείο ο γιος του, έκλαψε πρώτη φορά για τον φτωχό τον μπαμπάκα του.

Κύλιση στην κορυφή