Ζωγραφική: Ιωάννα Λημνιού

Γιάννης Πάσχος

Τα Χριστούγεννα των κρυστάλλων

Σταλαγμίτες, σταλακτίτες, παγωνιά και κρύο αφόρητο. Η φύση γονάτιζε, πέτρωνε, νάρκη, σιωπή, το κουκούλι του χειμώνα. Τα πρωινά τρώγαμε κρύσταλλα από τις στέγες, μαζεύαμε παγωμένα πουλιά, οι μύτες μας έπεφταν στο χιόνι, κρακ, κρακ, αυτιά κατακόκκινα, φωτιά, παίζαμε, γελούσαμε. Περιμέναμε το δώρο της πρωτοχρονιάς, τις αλκυονίδες μέρες, την άνοιξη, το ουράνιο τόξο χρωματιστό ξεπρόβαλε μέσα από την παλάμη μας, το ζωγραφίζαμε κι εμείς και οι μεγάλοι.

Ξαφνικά, ο Νικολάκης ράγισε σαν στολίδι που ’πεσε από την κορυφή του χριστουγεννιάτικου δένδρου. Ήρθε το νοσοκομειακό και τον πήρε, χάθηκε στον δρόμο, δεν γύρισε ξανά. Η ζωή γονάτισε, πέτρωσε μαζεύτηκε, όλα σε νάρκη, σιωπή, το κουκούλι του φόβου τύλιξε τις αλκυονίδες μέρες, το ουράνιο τόξο, η παλάμη μας, σαν κρύσταλλο κρέμονταν, πώς να κάνουμε ένα μικρό βήμα, άφοβα;

Ο Σάββας πήρε τα νεκρά πουλιά, τους έδεσε τα πόδια και τα κρέμασε ανάποδα στο χριστουγεννιάτικο δένδρο. Τον τσάκισε στο ξύλο ο πατέρας του και για τιμωρία τον έβγαλε έξω από το σπίτι, μέσα στην παγωνιά. Τον βρήκαμε νωρίς το πρωί που πήγαμε να τον πάρουμε να πάμε για τα κάλαντα. Έτρεμε ξεπαγιασμένος κι έκλαιγε απαρηγόρητος στη γωνιά της εξώπορτας. Βγάλαμε ο καθένας από ένα ρούχο, άλλος το πουλόβερ, άλλος τον σκούφο, το κασκόλ, γάντια, του τα δώσαμε μήπως και ζεσταθεί. Καθίσαμε κολλητά ο ένας δίπλα από τον άλλον σαν δαρμένα σκυλιά.

– Να τα πούμε; ρώτησα τον Σάββα και σηκώθηκα να χτυπήσω την πόρτα του σπιτιού του. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

 Άνοιξε η πόρτα και αρχίσαμε να λέμε τα κάλαντα και η μάνα του δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Μας έβαλαν όλα τα παιδιά μέσα. Μας έφεραν γάλα ζεστό και μπισκότα Μιράντα και στεγνά ρούχα. Ο πατέρας του δεν μιλούσε, φαινόταν άυπνος, ήταν ντυμένος σαν μην είχε ξαπλώσει στιγμή όλη νύχτα στο κρεβάτι και τα πουλιά φτεροκοπούσαν στα παράθυρα.

ΜΙΑ ΟΝΕΙΡΕΜΕΝΗ ΒΡΑΔΙΑ

Παραμονή Πρωτοχρονιάς και τα δίδυμα του Θεμιστοκλή είχαν πάθει αμόκ και ρωτούσαν από το πρωί σαν να ήταν κουρδισμένα τι δώρα θα τους φέρει ο Άγιος Βασίλης. Δικαιολογημένα ανησυχούσαν, γιατί καμιά απάντηση πειστική δεν έπαιρναν, ούτε από τη μάνα, ούτε από τον πατέρα τους. Πού να ’ξεραν τα έρμα, ότι τα πράγματα είχαν αλλάξει δραματικά κι αν δεν υπήρχαν τα συσσίτια της ενορίας, δεν θα είχαν καν τη δύναμη να σταθούν όρθια. Όσο για δώρα, δεν υπήρχε δεκάρα τσακιστή. Παραδομένος μέσα στη δυστυχία του και βαθιά απογοητευμένος, ο Θεμιστοκλής που δεν μπορούσε να προσφέρει στα παιδιά του μια μικρή χαρά, άρχισε να ψάχνει σε συρτάρια και σε μπαούλα μπας και βρει τίποτε να τα ξεγελάσει. Κάτι μισοχαλασμένα αυτοκινητάκια και δυο τρεις κούκλες έτοιμες να διαλυθούν. Τα συναρμολόγησε όσο καλύτερα γινόταν, τα καθάρισε αλλά και πάλι δύσκολα θα μπορούσαν να εμφανιστούν σαν χριστουγεννιάτικα δώρα. Χρειαζόταν οπωσδήποτε κάτι πιο δραστικό, πιο αποτελεσματικό, κάτι που να έδινε μοναδική και αδιαμφισβήτητη αξία στα δώρα του, αξία ανάλογη με τη λαμπρότητα της γιορτής, τις προσδοκίες των παιδιών και τη θέρμη της καρδιάς του.

Τότε θυμήθηκε μια μεταχειρισμένη στολή αγιοβασιλιάτικη που είχε αγοράσει χρόνια πριν στο Μοναστηράκι και δεν την είχε χρησιμοποιήσει ποτέ στο παρελθόν, αν και η γυναίκα του πολλές φορές τον είχε παρακαλέσει να τη φορέσει για το χατίρι των παιδιών. Κατέβηκε τρέχοντας στο υπόγειο και την ξέθαψε ανάμεσα από δεκάδες αχρείαστα πράγματα. Έπλεε μέσα της. Οι ραφές των ώμων του έπεφταν στους αγκώνες και το παντελόνι δεν του στεκόταν με τίποτα. Μόνο η πλούσια λευκή γενειάδα του κάθισε καλά. «Φύρανα γαμώτο», σκέφτηκε.

Συμμαζεύτηκε κακήν κακώς και την κατάλληλη στιγμή χτύπησε την πόρτα του σπιτιού του. Μόλις τον αντίκρισε η γυναίκα της ήρθε να βάλει τα κλάματα. Τέτοιον μαραμένο Άγιο Βασίλη δεν είχε ξαναδεί. Τίποτε δεν στεκόταν στη θέση του, όλα ξέφευγαν. Ήταν και το φως των κεριών, που είχε αντικαταστήσει το κομμένο ηλεκτρικό, που τον έκανε τον κακόμοιρο Άγιο Βασίλη ακόμη πιο παράξενο, απόκοσμο και φοβιστικό. Ο Άγιος Βασίλης την κοίταξε στα μάτια απολογητικά σαν να της έλεγε βολέψου φέτος με ό,τι έχουμε από άγια και όσια. Αντίθετα, τα μικρά, αφού ξεπέρασαν το αρχικό σοκ από την αναπάντεχη επίσκεψη, χοροπηδούσαν χαρούμενα δίπλα στο μαγκάλι.

Ο Θεμιστοκλής έκανε μια μεγάλη υπόκλιση (παρά λίγο να του φύγει ο κόκκινος σκούφος) και προσπάθησε να πει βαριά, στεντόρεια φωνή: «Αγαπημένα μου παιδιά φέτος σας έφερα…». Αλλά κόμπιασε, δεν του έβγαινε μιλιά και δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια του, μάταια προσπαθούσε να συγκρατήσει.

«Τι τους έφερες Άγιε Βασίλη;» πετάχτηκε η γυναίκα του με όση τσαχπινιά της είχε απομείνει και του χάιδεψε το χέρι, μήπως και σώσει την κατάσταση και φέρει τα πράγματα σε λογαριασμό.

«Σας έφερα από ένα μικρό δωράκι» απάντησε αυτός με τρεμάμενη φωνή κι έβγαλε από την τσέπη του ένα κίτρινο πλαστικό αυτοκινητάκι και μια κουκλίτσα με πράσινα μάτια.

Τα μικρά τον κοίταξαν εντυπωσιασμένα, άπλωσαν διστακτικά το χέρι, πήραν τα δώρα τους και γύρισαν αμήχανα προς τη μάνα τους, ρωτώντας την απορημένα: «Μαμά, γιατί κλαίει ο Άγιος Βασίλης;»

«Συγκινήθηκα από τη χαρά που σας γνώρισα» δικαιολογήθηκε ο Θεμιστοκλής και τους χάιδεψε τα μαλλιά. Τα αποχαιρέτησε, τους υποσχέθηκε ότι του χρόνου πάλι θα ξανάρθει κι έφυγε βαθιά ανακουφισμένος, κρατώντας το παντελόνι της στολής για να μην του πέσει.

Κάθισε στο πλατύσκαλο κι από το παράθυρο παρατηρούσε τα μικρά που είχαν ξετρελαθεί από την επίσκεψη του Άγιου Βασίλη. Μια φευγαλέα αισιόδοξη σκέψη άδειασε ολόκληρη μέσα του. Ένιωσε να διασχίζει τη δυστυχία που τον περιέβαλε με βαρκάκι φτιαγμένο από το τίποτε.

Η γυναίκα του έσβησε τα κεριά, πήρε τα τρισευτυχισμένα μικρά αγκαλιά και τα κοίμισε σαν να ζούσαν σε σπίτι βασιλικό, με μεγάλα δωμάτια, ζέστη, χρωματιστά πουπουλένια παπλώματα και μεγάλα παράθυρα, από όπου φαινόταν το έλκηθρο του Αγίου Βασίλη να γλιστρά αθόρυβα στο χιόνι, αφήνοντας τα σημάδια του στη σιωπή της νύχτας.

Κύλιση στην κορυφή