Ο χειμερινός κινηματογράφος Ολύμπιον ήταν ο πιο παλιός της πόλης. Το κτίριο κτίστηκε για καπναποθήκη, το 1905, και μετατράπηκε σε σινεμά το 1926. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 τα εισιτήρια εισόδου τα έκοβε η γειτόνισσά μας Ρούλα Τσατλάνη.
Η «δεσποινίς Ρούλα» (εκ του Παρασκευούλα) ήταν η καλύτερη φίλη της «θείας Ρίτας» (εκ του Μαργαρίτα). Οι αυλές μας βρίσκονταν η μια κολλητά στην άλλη και στον διαχωριστικό τοίχο υπήρχε ένα πορτί, για ν’ ανταλλάσσουν επισκέψεις «τα δύο Ρ», όπως τις λέγαμε.
Η Ρούλα είχε ωραία κορμοστασιά, το πρόσωπό της όμως ήταν κάπως μαραμένο, αν και διασώζονταν πάνω του κάποια στοιχεία παλιότερης ομορφιάς. Ήταν σοβαρή και πάντα συνοφρυωμένη. Πώς αλλιώς, όμως, θα μπορούσε να είναι, όταν στις πλάτες της κουβαλούσε όλα τα βάρη της οικογένειάς της;
Ο πατέρας της, όταν ήταν νεότερος, δούλευε ως ηλεκτρολόγος, αλλά, μετά τον θάνατο της γυναίκας του, το έριξε στο πιοτό και έγινε αλκοολικός. Κάθε βράδυ βρισκόταν στην ταβέρνα του Σωτήρη, όπου με την παρέα του τραγουδούσαν υπέροχους αμανέδες κι έκαναν όλους τους πρόσφυγες της γειτονιάς ν’ αναστενάζουν. Ο υπέργηρος παππούς της ήταν ιερέας, αλλά τα τελευταία χρόνια δεν λειτουργούσε, γιατί είχε κουφαθεί τελείως. Πάντως, με τη σύνταξή του, και μ’ όσα έβγαζε απ’ τα τρισάγια που συνέχιζε να ρίχνει στους τάφους των πεθαμένων, ενίσχυε τα έσοδα του σπιτιού. Όσο για τον αδελφό της, ψηλό κι όμορφο παλικάρι, έκανε τον οικοδόμο, στην πραγματικότητα όμως ασχολούνταν με αναζητήσεις θησαυρών κι αρχαιοκαπηλίες, σαν για να επαληθευτεί το απόφθεγμα: «Παππά εγγονός, διαβόλου κάλτσα». Κρίνοντας όμως από τη γενικότερη οικονομική του κατάσταση, οι δουλειές του δεν πήγαιναν καλά.
Η Ρούλα με τη Ρίτα κάθε πρωί έπιναν παρέα καφέ και στο τέλος γύριζαν το φλιτζάνι. Ανύπαντρες και οι δύο, «διάβαζαν» στο γυαλί τα σημάδια της τύχης –ή πιο σωστά της ατυχίας τους– και προσπαθούσαν να τα αποκωδικοποιήσουν: «Ένα ψάρι», άρα λαχτάρα, «ένα καράβι», κάποιος θα έλθει από μακριά, «ένας ολοστρόγγυλος ήλιος», ν’ αγοράσουμε κάνα λαχείο, «ένα σύννεφο», απόψε θα βρέξει, κι άλλα πολλά. Μ’ αυτό τον τρόπο διασκέδαζαν που είχαν πέσει και οι δύο στα αζήτητα.
Παραμονές των Χριστουγέννων του 1968, σε ηλικία 16 ετών, με τη μεσολάβηση της δεσποινίδας Ρούλας, με πήραν να δουλέψω στο κυλικείο του κινηματογράφου Ολύμπιον, στο οποίο η κίνηση λόγω των εορτών αναμενόταν αυξημένη. Και το έκανα για να μαζέψω λεφτά και ν’ αγοράσω μια ηλεκτρική κιθάρα κι έναν φορητό ενισχυτή με ενσωματωμένο ηχείο, για να παίζω τα τραγούδια των Μπιτλς και των Ρόλινγκ Στόουνς.
Αυτό που μου ανατέθηκε ήταν, κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων, να ετοιμάζω καφέδες και να πουλάω στον κόσμο αναψυκτικά. Κι όταν άρχιζε η ταινία, οδηγούσα στην αίθουσα όσους κατέφταναν καθυστερημένοι, φέγγοντας τα βήματά τους μ’ έναν φακό. Κάποιοι απ’ αυτούς, σπανίως, μου έδιναν κάνα μικρό πουρμπουάρ.
Πρέπει να πω ότι οι σειρές των ξύλινων καθισμάτων της αίθουσας ήταν τόσο κοντά η μια στην άλλη –όπως στις μέρες μας συμβαίνει στ’ αεροπλάνα των εταιρειών χαμηλού κόστους–, ώστε, άμα κάποιος ήθελε να καθίσει σε θέση εσωτερική, έπρεπε, για να περάσει, να τριφτεί στα γόνατα όσων δεν φιλοτιμούνταν να σηκωθούν όρθιοι. Και υπήρχαν ορισμένοι που, εκ συστήματος, διάλεγαν ακραίες θέσεις, για να «αγγίζουν» τις κοπέλες που περνούσαν από μπροστά τους. Από την τρίτη μέρα, λοιπόν, όποτε οδηγούσα κάποια γυναίκα να κάτσει σε θέση μεσιανή, έλεγα στους ακραίους: «Παρακαλώ, σηκωθείτε για να περάσει η κυρία», κι εκείνοι ήθελαν δεν ήθελαν συμμορφώνονταν.
Κατά τις μέρες της δουλειάς μου η δεσποινίς Ρούλα μου έδειχνε ιδιαίτερη συμπάθεια. Και όποτε της πήγαινα καφέ, μου άφηνε τα ρέστα για δικά μου. Κάποια φορά, μάλιστα, που κόντεψε να γίνει μια παρεξήγηση μ’ έναν ηλικιωμένο κύριο, ήρθε και ταχτοποίησε το ζήτημα στο άψε σβήσε.
Ένα βράδυ, λίγο μετά την έναρξη της τελευταίας προβολής με ρώτησε: «Θέλεις να δούμε το έργο;». Επρόκειτο για την ταινία «Τριστάνα», του Λουίς Μπουνιουέλ, που όσοι το είχαν δει έλεγαν ότι ήταν ιδιαιτέρως τολμηρό.
Μπήκαμε στην αίθουσα και κάτσαμε δίπλα δίπλα. Εγώ, βλέποντας όσα γίνονταν στην οθόνη, ξεροκατάπινα και την κοίταζα πλαγίως, εκείνη όμως παρέμενε ατάραχη.
Μετά το τέλος της ταινίας ξεκινήσαμε να πάμε στο σπίτι με τα πόδια. «Πώς σου φάνηκε;», με ρώτησε.
«Ξέρω κι εγώ…», απάντησα.
«Σου άρεσε;».
«Πιο πολύ μου άρεσε, παρά δεν μου άρεσε», απάντησα.
Έβαλε τα γέλια. «Και γιατί σου άρεσε;», επέμεινε.
«Επειδή έπαιζε η Κατρίν Ντενέβ».
Φτάσαμε έξω από τα σπίτια μας, είπαμε καληνύχτα και χωρίσαμε.
Όταν τέλειωσε το δεκαπενθήμερο, κατά το οποίο είχα διασκεδαστικές εμπειρίες αλλά συνέβησαν και κάποια απρόοπτα –όπως όταν είδα να βγαίνουν από την ίδια τουαλέτα δυο γνωστά αγόρια αναψοκοκκινισμένα–, ένα μεσημεράκι Σαββάτου πήρε τηλέφωνο η Ρούλα και με κάλεσε στο σπίτι της, για να μου δώσει τα λεφτά μου.
Αμέσως στο μυαλό μου φύτρωσαν σκέψεις πονηρές και μια επιθυμία που είχε πρωτογεννηθεί το βράδυ που είδαμε μαζί την «Τριστάνα». Και, βέβαια, ήμουν εμφανίσιμος και σωματικά ανεπτυγμένος, κι η Ρούλα στερημένη ερωτικά, αλλά ήταν και μετρημένη γυναίκα, όπως η θεία μου η Ρίτα. Και βάζω στον λογαριασμό και τη Ρίτα, γιατί, αν είναι μόνο μία η σοβαρή, μπορεί κάποια στιγμή να ενδώσει σε κάποιον πειρασμό∙ αν όμως είναι δύο κι όλη τη μέρα μαζί, ηθελημένα ή αθέλητα συγκρατεί η μια την άλλη.
Και όμως, σκέφτηκα, η λογοτεχνία κι ο κινηματογράφος, που μιμούνται τη ζωή, αφηγούνταν του κόσμου τις ερωτικές ιστορίες στις οποίες οι ήρωες, ανάμεσα σε αυτό που ήθελαν να κάνουν και σ’ εκείνο που έπρεπε, διάλεξαν το πρώτο, χωρίς να υπολογίζουν τις συνέπειες. Γι’ αυτό, καλού κακού, μετά το τηλεφώνημα μπήκα στο μπάνιο, έκανα ντους, έβαλα μπόλικη κολόνια, από ένα μπουκαλάκι που μου το είχαν φέρει στη γιορτή μου, και χτένισα με ιδιαίτερη επιμέλεια τα μαλλιά μου.
Η Ρούλα με υποδέχτηκε φορώντας μια ελαφριά ρόμπα, που άφηνε ανοιχτό το μπούστο της. Κλείνοντας την πόρτα, έπεσε το κλειδί απ’ την κλειδαριά και, όπως έσκυψε να το πάρει, φάνηκε το επάνω μέρος των βυζιών της κι ένα κομμάτι απ’ το σουτιέν της.
Την ακολούθησα στο σαλόνι, όπου, προς μεγάλη μου έκπληξη, βρίσκονταν ήδη η θεία Ρίτα κι ο αδελφός της Ρούλας, ο Θόδωρος, κι έπιναν καφέ. Αισθάνθηκα ανακούφιση και οι πρόστυχες σκέψεις μου εξατμίστηκαν ακαριαία. Αφού με κέρασαν πορτοκαλάδα, η Ρούλα μου έδωσε έναν άσπρο φάκελο και μου είπε: «Άντε σε καλή μεριά».
Τον πήρα κι ετοιμάστηκα να τον βάλω στην τσέπη μου. «Όταν σου δίνουν λεφτά, πάντα να τα μετράς», με πείραξε η θεία μου. Άνοιξα τον φάκελο και μέτρησα τα χαρτονομίσματα.
«Τι έπαθες;», παραξενεύτηκαν από το ύφος μου.
«Τίποτε».
«Ε, πώς τίποτε!».
«Το ποσό είναι μικρότερο απ’ όσο υπολόγιζα».
«Γιατί είναι μικρότερο;», ξαφνιάστηκε η Ρούλα. «Δούλεψες δυο εβδομάδες, επί δέκα πέντε δραχμές την ημέρα, ίσον διακόσιες δέκα δραχμές. Μείον το χαρτόσημο και το ΙΚΑ; Και μείον τα αναψυκτικά και ό,τι άλλο κατανάλωσες από το κυλικείο;».
«Ο κύριος Παρασκευάς είχε πει πως όσα έτρωγα και έπινα θα ήταν τσάμπα».
Η Ρούλα έβαλε τα γέλια. «Ο κύριος Παρασκευάς, άμα είναι για λεφτά, σκοτώνει άνθρωπο. Αλλά κι εσύ… μάλλον έκανες κατάχρηση και σου έκοψε “κοστούμι”».
Η θεία μου με λυπήθηκε. «Από τα πουρμπουάρ δεν έβγαλες τίποτε;», με ρώτησε.
«Ογδόντα δραχμές», της απάντησα.
«Άρα μάζεψες το ένα δέκατο απ’ όσα χρειάζεσαι για να πάρεις την κιθάρα».
«Μη στενοχωριέσαι, ρε», είπε η Ρούλα. «Το καλοκαίρι θα σε προσλάβουμε για όλη την περίοδο στον θερινό κινηματογράφο και θα μαζέψεις και τα υπόλοιπα».
«Το καλοκαίρι θα πάω στην κατασκήνωση», είπα χωρίς πολλή σκέψη…
Το ίδιο απόγευμα συνάντησα στον δρόμο τον κύριο Θόδωρο. «Μικρέ», με κορόιδεψε, «εγώ προσπαθώ δυο χρόνια να πάρω ένα μεταχειρισμένο φορτηγάκι, που το χρειάζομαι για τη δουλειά μου, και δεν τα κατάφερα ακόμη».
«Ο πατέρας μου λέει ένα γνωμικό», του είπα.
«Τι σημαίνει γνωμικό;», ρώτησε.
«Άκου και θα σ’ αρέσει», του απάντησα στον ενικό. «Δούλευε για να μην πεινάσεις και κλέβε για να έχεις!».
Του άρεσε. «Ο μπαμπάς σου αυτό εφαρμόζει;».
«Ο μπαμπάς μου είναι φωτογράφος στον δημοτικό κήπο, από πού να κλέψει;», πειράχτηκα.
«Δεν το είπα για να σε προσβάλω», δικαιολογήθηκε. «Έχω όμως κι εγώ να σου πω κάτι: Άμα κλέψεις, πρόσεξε μη σε πιάσουν».
«Αυτό το είχαν σαν κανόνα οι Σπαρτιάτες», του απάντησα.
Με κοίταξε περιφρονητικά: «Εγώ σου μιλώ για τώρα, όχι για την Αρχαία Ελλάδα»…
Όταν μετά των Φώτων ξεκίνησαν πάλι τα σχολεία, μια μέρα, στο μάθημα της Γεωμετρίας, κάναμε εφαρμογές πάνω στα όμοια τρίγωνα. Τότε ο καθηγητής μας –ένας τύπος που του άρεσε να συνδέει τα μαθηματικά με τους Έλληνες φιλοσόφους, με τις σπουδαίες μάχες της Παγκόσμιας Ιστορίας, με μεγάλους θετικούς επιστήμονες, που εμείς ούτε τα ονόματά τους είχαμε ακούσει– μας αφηγήθηκε τον τρόπο με τον οποίο ο Θαλής μέτρησε το ύψος των πυραμίδων της Αιγύπτου.
Ενόσω το περιέγραφε, έκανε στον πίνακα το σχέδιό του, με μπόλικα διακοσμητικά στοιχεία, που άμα δεν πετύχαιναν, τα έσβηνε με το μανίκι του, που είχε γίνει άσπρο από την κιμωλία. «Εδώ είναι η Πυραμίδα… Ας βάλουμε κι ένα φοινικόδεντρο, να βρούμε κι αυτουνού το ύψος. Να κι ο Θαλής με τη βέργα που κάρφωσε στο χώμα…».
Βλέποντάς τον, μου καρφώθηκε μια τρελή ιδέα, με την οποία ίσως μπορούσα να μαζέψω τα λεφτά για την κιθάρα που ήθελα ν’ αγοράσω.
Όταν γύρισα στο σπίτι, κάθισα και σχεδίασα έναν χάρτη θησαυρού. Κοντά στο σπίτι μας υπήρχε ένα εγκαταλειμμένο τουρκόσπιτο στο οποίο, σύμφωνα με τα λόγια των γειτόνων, υπήρχαν κρυμμένες λίρες. Τότε, δηλαδή, που έγιναν οι ανταλλαγές των πληθυσμών με την Τουρκία, το 1924, πολλοί απ’ όσους έφυγαν έκρυψαν τα χρυσαφικά τους, για να μην τους τα κλέψουν στον δρόμο. Τα παράχωσαν σκοπεύοντας να γυρίσουν για να τα πάρουν, αλλά αργότερα αυτό στάθηκε αδύνατο.
Σ’ εκείνο το αρχοντικό, στο οποίο, όταν ήμασταν μικρότεροι, μπαίναμε κάθε μέρα και παίζαμε, υπήρχαν στην αυλή κάνα δυο βαριά, μαρμάρινα κομμάτια, που σχεδόν είχαν σκεπαστεί από το χώμα. Ίσως ήταν υπολείμματα από βρύση, –πράγμα απίθανο, γιατί τότε οι βρύσες ήταν δημόσιες και δεν είχε ο καθένας τη δική του– ή από εξωτερικό υπέρθυρο –τα πρέκια όμως των τουρκόσπιτων ήταν πάντα ξύλινα– ή κομμάτια από τη στέψη κάποιου πηγαδιού.
Για λόγους αληθοφάνειας, το σχέδιο το έκανα σε ένα παλιό τεφτέρι του παππού μου και το σχεδίασα μ’ ένα μελανό μολύβι, από εκείνα που χρησιμοποιούσε όταν ήταν μπακάλης, για να γράφει τα βερεσέδια. Αφού το τέλειωσα και σημείωσα στο χαρτί διάφορα σημάδια και την κατεύθυνση του βορρά, πήγα στον παππού και τον παρακάλεσα να γράψει στα Τούρκικα την ένδειξη: «Παλιό Πηγάδι 12».
Εκείνος με ρώτησε τι χάρτης ήταν αυτός. Του είπα ότι στο σχολείο θα ανεβάζαμε ένα θεατρικό, στο οποίο κάποιος πλούσιος Τούρκος άφηνε στα παιδιά του ένα σχεδιάγραμμα που έδειχνε πού είχε κρύψει τα λεφτά του.
Βγαίνοντας απ’ το δωμάτιο, του είπα: «Παππού, αν με ρωτήσουν πού βρήκα το σχέδιο, θα πω ότι το είχες φυλαγμένο στα χαρτιά σου».
Γέλασε με συγκατάβαση. «Αν είναι για θεατρικό, γιατί να σε ρωτήσουν πού το βρήκες;».
«Παππού, το έργο το έγραψα εγώ!», εκνευρίστηκα. «Και θα τους πω ότι το εμπνεύστηκα από έναν χάρτη που βρήκα στο ντουλάπι σου».
Το επόμενο απόγευμα πήγα στο καφενείο, όπου σύχναζε ο αδελφός της Ρούλας, και ζήτησα να μιλήσουμε.
Βγήκε στο πεζοδρόμιο. «Είμαι όλος αυτιά», είπε μάγκικα, μασώντας μια καταπράσινη τσίκλα μέντας.
Δίστασα για μια στιγμή κι έπειτα πήρα φόρα: «Έχω να σου πουλήσω έναν χάρτη».
«Τι χάρτη;», ρώτησε κοροϊδευτικά.
«Από το αρχείο του παππού μου».
«Και τι δείχνει αυτός ο χάρτης;».
«Τη θέση, όπου κάποιοι έκρυψαν κάτι».
Σοβάρεψε. «Και πώς βρέθηκε ο χάρτης στα χέρια του παππού σου;», ρώτησε.
«Ούτε ο ίδιος θυμάται».
«Μπορώ να τον δω;».
«Θα σου δείξω μια φωτογραφία που έβγαλε ο πατέρας μου», και του την έδειξα.
Περιεργάστηκε το σκαρίφημα με προσοχή, κι ανάθεμά με αν κατάλαβε πολλά πράγματα. «Εδώ στη γωνία τι λέει;», ρώτησε.
«Eski Koyu Yeri on iki».
«Δηλαδή;».
«Θέση Παλιό Πηγάδι 12».
«Το 12 είναι στα Ελληνικά».
«Το 12 είναι ίδιο σε όλες τις γλώσσες του κόσμου».
Έδειχνε να το σκέφτεται. Έπειτα ρώτησε: «Και γιατί θέλεις να τον πουλήσεις και δεν πας με τον μπαμπά σου να βγάλετε οι δυο σας αυτό που είναι κρυμμένο;».
Πιάστηκα εξαπίνης. «Ομολογώ ότι… δεν μου πέρασε απ’ το μυαλό… Έχεις δίκιο», του είπα, «άσε να το συζητήσω πρώτα με τον μπαμπά μου».
Τσίμπησε αμέσως. «Πρέπει να ξέρεις ότι εμείς, όταν παίρνουμε έναν χάρτη, δεν δίνουμε μετρητά. Αλλά, αν βρούμε κάτι που αξίζει, πληρώνουμε σ’ αυτόν που μας τον έδωσε είκοσι τοις εκατό. Αν δεν βρεθεί τίποτε, ούτε αυτός παίρνει τίποτε».
«Εγώ θέλω μετρητά για ν’ αγοράσω την κιθάρα», του είπα.
Δεν φάνηκε αρνητικός, αλλά και δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει.
«Τέλος πάντων…», έβαλα τη φωτογραφία στην τσέπη μου κι ετοιμάστηκα να φύγω.
«Όταν λες μετρητά, πόσα πάνω κάτω;».
«Χίλιες πεντακόσιες δραχμές και είκοσι τοις εκατό απ’ όσα θα βρείτε».
Δεν απάντησε αμέσως. Έπειτα είπε: «Πρέπει να ξέρεις ότι έχω και συνεταίρους. Γι’ αυτό, δώσε μου τη φωτογραφία να τους τη δείξω».
«Ο μισός χάρτης δεν φαίνεται σ’ αυτό που σου δίνω», το ξεκαθάρισα.
Την ξανακοίταξε προσεκτικά. «Εσύ έχεις εντοπίσει πού περίπου είναι το μέρος;».
«Νομίζω πως ναι».
Μετά από δύο μέρες ο Θόδωρος μου τηλεφώνησε στο σπίτι για να μου πει ότι αποφάσισαν ν’ αγοράσουν τον χάρτη. «Να ξέρεις όμως ότι, αν είναι καμιά μούφα, θα έχουμε άσκημα ξεμπερδέματα».
«Τι εννοείς μούφα;», τον ρώτησα.
«Εννοώ, άμα δεν βρούμε τίποτε».
«Εγώ σας πουλώ ένα χαρτί και δεν μπορώ να σας δώσω εγγύηση ότι ο θησαυρός είναι εκεί και περιμένει».
«Κι άμα τον θησαυρό τον έβγαλε ο παππούς σου;».
«Αν ο παππούς μου είχε βγάλει τον θησαυρό, δεν θα μάζευα κατοστάρικα από δεξιά κι αριστερά, για ν’ αγοράσω την κιθάρα». Του φάνηκε λογικό.
Την επομένη ήρθε ο Θόδωρος με άλλους δύο και μού έφεραν ένα χιλιάρικο. «Τα άλλα πεντακόσια θα τα πάρεις τον άλλο μήνα», μου είπαν. «Εγγύηση είναι ο Θόδωρος», είπε εκείνος που φαινόταν αρχηγός. Τους έδωσα τον χάρτη και πήρα τα λεφτά.
«Πότε θα ψάξετε;», τους ρώτησα.
«Τι σε νοιάζει εσένα;».
«Έχω κι εγώ μερίδιο».
Ο Θόδωρος το γύρισε στην πλάκα: «Η αδελφή μου λέει ότι στα Μαθηματικά είσαι διάνοια. Αλλά εγώ σε συμβουλεύω να γίνεις τοκογλύφος, έχεις ταλέντο».
Η επιχείρηση έγινε γύρω στα μεσάνυχτα, την παραμονή της 25ης Μαρτίου, που απ’ τον ουρανό «έπεφταν καλαπόδια». Βροντές κι αστραπές, να χαλά ο τόπος. Από το απόγευμα είχα βάλει στο νου μου ότι οι συνθήκες ευνοούσαν το ψάξιμο στην πυκνοκατοικημένη γειτονιά μας. Κάθισα, λοιπόν, δίπλα στο παράθυρο του δωματίου μου, με σβησμένο φως, και κάποια στιγμή, την ώρα που έπεφτε μια αστραπή, ξεχώρισα τρεις άντρες με μουσαμαδιές, που είχαν ήδη αρχίσει να σκάβουν.
Από τη μια μού ήρθε να γελάσω κι από την άλλη ανησυχούσα τι θα γινόταν την επόμενη μέρα. Εντάξει, τα πέντε κατοστάρικα που μου κράτησαν τα είχα ξεγραμμένα, αλλά ποιος λέει ότι δεν θα μου έπαιρναν πίσω, με το ζόρι, και το χιλιάρικο;
Ξάπλωσα στο κρεβάτι μου κι αμέσως σηκώθηκα και ξαναπήγα στο τζάμι. Γύρω στις δύο μετά τα μεσάνυχτα είδα τους τρεις άντρες να παρατούν τους κασμάδες και με τα χέρια να βγάζουν από το χώμα ένα μικρό κιβώτιο. Άνοιξαν το καπάκι του κι αμέσως το ξαναέκλεισαν. Με βιασύνη το σήκωσαν και οι τρεις μαζί, γιατί μάλλον ήταν βαρύ, και βγήκαν στον απέναντι δρόμο, όπου είχαν αφήσει το αυτοκίνητό τους. Έπειτα ο ένας ξαναγύρισε, μάζεψε τα σκαπτικά εργαλεία κι απομακρύνθηκε τρέχοντας.
Μ’ έπιασε ταραχή. Ήταν δυνατόν να είχαν βρει θησαυρό στο μέρος που τους υπέδειξα; Η συμπεριφορά τους έδειχνε πως ναι. Αλλά… υπήρχε μπρος στα πόδια μας ένα μπαούλο με λίρες, ή με ό,τι άλλο περιείχε, κι εμείς δεν αποπειραθήκαμε ποτέ να το ξεθάψουμε; Τόσο ζώα ήμασταν που ακόμα κι ο Θόδωρος θα αποδεικνυόταν, αν όχι πιο έξυπνος, πιο αποφασιστικός από μας; Έπεσα στο κρεβάτι μου αλλά δεν μ’ έπιανε ο ύπνος. Στριφογύριζα στο μαξιλάρι κι αναστέναζα.
Κάποια στιγμή σηκώθηκα και βγήκα κρυφά από το σπίτι. Πήγα στο σημείο της εκσκαφής και προσπάθησα να εντοπίσω ένα οποιοδήποτε ίχνος, κάνα πεσμένο κόσμημα, μια λίρα, οτιδήποτε, το μόνο όμως που βρήκα ήταν μια φτυμένη τσίχλα μέντας.
Ξαναγύρισα στο δωμάτιό μου. Καμιά φορά μπροστά σου, σκέφτηκα, κάτω απ’ το τραπέζι, σ’ ένα τελάρο, σ’ ένα παγκάκι υπάρχει κάτι με μεγάλη αξία κι εσύ δεν απλώνεις το χέρι σου να το πάρεις. Και δεν το επιχειρείς, γιατί σκέφτεσαι ότι, αν υπήρχε κάτι, θα το είχε πάρει κάποιος άλλος πριν από σένα. Ή ίσως γιατί θεωρείς τη χειρονομία κατώτερη της αξιοπρέπειας και του στιλ σου, όπως ο ίδιος τα αντιλαμβάνεσαι. Αυτό το κάτι μπορεί να είναι μια γυναίκα –για παράδειγμα η δεσποινίς Ρούλα–, ένα χωράφι ορφανό από ιδιοκτήτη, ένα μισοπαράνομο κέρδος, κι εσύ κάνεις τον κυριλέ για να μην εκτεθείς ή για να μη σε κακολογήσουν. «Φτου σου, βλάκα», μούντζωσα τη μάπα μου, «φτου σου κι εσένα πατέρα κι εσένα παππού!». Ειδικά ο τελευταίος, μετά τη σύνταξή του ξόδευε όλη τη μέρα του στον κήπο μας, δέκα μέτρα μακρύτερα απ’ το θαμμένο λαχείο.
Το άλλο πρωί, κατά τις δέκα, πήγα στο σπίτι της δεσποινίδας Ρούλας.
«Καλώς τον», είπε απορημένη.
Ζήτησα τον Θόδωρο κι εκείνη άνοιξε το στόμα της μια πιθαμή. «Τι δουλειές έχεις εσύ με τον αδελφό μου;», αγρίεψε.
«Είναι προσωπικό», της απάντησα.
Πήγε και τον ξύπνησε. «Τι είναι, ρε, τέτοια ώρα;», εμφανίστηκε με τις πιτζάμες, αγριεμένος, προφανώς για να με ψαρώσει.
Η Ρούλα αποσύρθηκε στην κουζίνα, ήμουν όμως σίγουρος ότι κρυφάκουγε, αν και δεν μ’ ένοιαζε.
«Λέγε, ρε», είπε και χασμουρήθηκε.
«Παρακολούθησα χθες βράδυ όλη τη σκηνή απ’ το παράθυρό μου», του είπα.
«Ποια σκηνή;», έκανε τον ανήξερο.
«Που βγάλατε το μπαουλάκι».
«Τα βράδια βλέπεις μπόλικα όνειρα;», γέλασε ειρωνικά, αλλά το πρόσωπό του είχε κοκκινίσει.
«Μου οφείλετε το είκοσι τοις εκατό», του απάντησα.
Άρχισε να γελάει. «Κι αν δεν σ’ το δώσουμε, τι θα μας κάνεις;», ρώτησε.
«Θα σας καταγγείλω στην αστυνομία», του απάντησα με θράσος.
«Με τι αποδείξεις, ρε βλάκα;», θύμωσε.
«Μια μεταχειρισμένη τσίχλα μέντας», του είπα. Κι ενώ εκείνος ξεκαρδίστηκε απ’ τα γέλια, συμπλήρωσα: «Και μερικές φωτογραφίες».
Πήρε ύφος ειρωνικό, «Έβγαλες φωτογραφίες μέσα στη νύχτα, με βροχή και χωρίς φλας;».
Ήταν η σειρά μου να γελάσω. «Όταν πέφτουν τόσες αστραπές, κανένας φωτογράφος δεν χρειάζεται φλας», στην τελευταία λέξη έσυρα επίτηδες το σίγμα.
Άρχισε να σοβαρεύει. «Δείξε μου μια απ’ αυτές που έβγαλες», είπε.
«Να σου δείξω όσες θέλεις», τον διόρθωσα, «γιατί δεν είναι μόνο μία… Τις έδωσα στον πατέρα μου να τις εμφανίσει».
Άναψε τσιγάρο, η νευρικότητά του ήταν πια φανερή και πήγε να πάρει ένα τασάκι. Αμέσως το έσβησε και πήγε στο τηλέφωνο. Σχημάτισε έναν αριθμό κι άρχισε να μιλά με κάποιον σιγανά, εντούτοις η συζήτησή τους είχε ένταση. «Δεν θα τα παίξουμε όλα κορόνα γράμματα για πενταροδεκάρες», αγρίεψε σε μια στιγμή.
Έκλεισε το τηλέφωνο κι άρχισε να σκέφτεται. Μετά ξαναγύρισε σ’ εμένα. «Δεν μου λες… Πόσα φράγκα σου λείπουν για να πάρεις την κιθάρα και τον ενισχυτή;».
«Σε σχέση με όσα πρέπει να μου δώσετε…», ξεκίνησα να λέω, αλλά το βλέμμα του ξαφνικά έγινε απειλητικό. «Μικρέ, σου φέρομαι με το γάντι, επειδή είσαι ο ανιψιός της Ρίτας! Αν όμως στραβώσει η ιστορία, θα δεις και το άλλο μου πρόσωπο…».
Τον κοίταξα άφοβα, αλλά κατάλαβα ότι έπρεπε να υποχωρήσω. «Τρία χιλιάρικα», του είπα. «Συν τα πέντε κατοστάρικα που μου χρωστάτε».
«Έλα το απόγευμα στις πέντε η ώρα!», ρούφηξε τη μύξα του. «Μόνος και με όλες τις φωτογραφίες».
«Καλύτερα να σου φέρω το φιλμ», του είπα. «Για να μη νομίζεις ότι στο μέλλον θα μπορούσα να σας εκβιάσω».
«Το φιλμ, λοιπόν. Και πες του μπαμπά σου να μην τυπώσει ούτε μία φωτογραφία, γιατί θα γίνει της πουτάνας».
Στις πέντε το απόγευμα ξαναπήγα στο σπίτι του. Κρατούσα στο χέρι ένα άσχετο φιλμ που, χωρίς να το εμφανίσω, το είχα ανοίξει στο φως, να καεί.
Στο σπίτι με περίμενε η Ρούλα.
«Ο κύριος Θόδωρος;», ρώτησα.
«Δεν είναι εδώ», μ’ απάντησε.
Το πρόσωπό μου άρχισε να μυρμηγκιάζει. Ο μπάσταρδος με είχε ξεγελάσει ή οι συνέταιροί του αποφάσισαν να μην τηρήσουν τη συμφωνία.
«Τα χρήματά σου είναι στον φάκελο, πάνω στο τραπέζι», συνέχισε εκείνη. «Ο αδερφός μου είχε δουλειά και τ’ άφησε σ’ εμένα».
Η καρδιά μου ξαναγύρισε στη θέση της. Έπιασα τον φάκελο και τον έβαλα με βιασύνη στην τσέπη μου.
«Δεν σου είπε η θεία σου να μετράς τα χρήματα, όποιος κι αν σου τα δίνει; Και να τα ελέγχεις μήπως είναι πλαστά;».
Τα πόδια μου κόντεψαν να λυγίσουν. Άνοιξα τον φάκελο κι εξέτασα τα κατοστάρικα. Φαίνονταν μια χαρά. Ύστερα τα μέτρησα. Τριάντα πέντε ακριβώς.
«Δώσε μου το φιλμ», άπλωσε το χέρι της.
Το έβγαλα από την τσέπη μου και της το έδωσα. Εκείνη προχώρησε, άνοιξε το καπάκι της σόμπας και το έριξε μέσα.
Ανακουφίστηκα. Έπειτα είπα: «Κι εσείς δεν έπρεπε να ελέγξετε αν το φιλμ ήταν το γνήσιο;».
Γέλασε με συγκατάβαση. «Ξέρεις κάτι;», μου είπε. «Εγγυήθηκα για σένα προσωπικά. Και το έκανα, γιατί είσαι καλό παιδί… Αν ήμουν παντρεμένη, θα ήθελα να είχα έναν γιο σαν εσένα».
Δεν ήξερα τι να πω.
«Να σε ρωτήσω όμως κάτι… Αφού ήξερες πού ήταν ο θησαυρός, γιατί δεν είπες στον πατέρα σου να τον βγάλετε εσείς;».
Τι να της απαντούσα; «Γιατί σκέφτηκα ότι, σαράντα πέντε χρόνια μετά το 1924, τον θησαυρό κάποιοι θα τον είχαν βρει. Και μου φάνηκε πιο σίγουρο να πουλήσω τα δικαιώματα στον αδελφό σας, για να πάρω τα λεφτά για την κιθάρα».
«Καμιά φορά οι λογικές μας σκέψεις είναι ζημιογόνες», είπε, και μου φάνηκε σαν να δικαιολογιόταν που και η ίδια στη ζωή της υπολόγιζε το κάθε τι, γι’ αυτό είχε μείνει στο ράφι.
Κινήθηκα προς την εξώπορτα. «Όταν θα πιάσεις φιλενάδα…», ξαφνιάστηκα, «… της ηλικίας σου όμως κι όχι καμιά πατσαβούρα σαν εμένα, να τη φέρεις να τη γνωρίσω και να της πω πόσο τυχερή είναι!»
Όπως κρατούσα το πόμολο, δεν ήξερα αν έπρεπε να ντραπώ ή να βάλω τα κλάματα. Την πλησίασα διστακτικά, άνοιξα τα χέρια μου και την αγκάλιασα, όπως αγκάλιαζα καμιά φορά τη μάνα μου. Μετά την πρώτη έκπληξή της, μου χάιδεψε τα μαλλιά. Εκείνη η σκηνή είχε συγχωρητική σημασία και για τους δύο μας και ήταν ένας μυστικός αποχαιρετισμός.
«Δεσποινίς», της είπα αφήνοντάς την, «όταν θα πάρω την κιθάρα, θα οργανώσουμε στην αυλή ένα πάρτι μετά μουσικής».
❧
Το πάρτι έγινε τέσσερις μήνες αργότερα, παραμονή του γάμου, σε γνωστό κέντρο διασκέδασης. Η ηλικία της Ρούλας δεν στάθηκε εμπόδιο για να βρει γαμπρό, αφού είχε πια γεμάτη την κασέλα. Και ο λεγάμενος ήταν ένας καθωσπρέπει φοροτεχνικός της Καβάλας, χήρος με δύο παιδιά.
Ο Θόδωρος εμφανίστηκε στο μαγαζί συνοδεύοντας μια πανέμορφη κοπέλα από ένα κοντινό χωριό. Και ήρθαν μαζί και οι γονείς της που τους φόρτωσε στην καρότσα του ολοκαίνουργιου ημιφορτηγού του. Ενός Datsun 520 με χοντρά λάστιχα και μια τεράστια, εύκαμπτη κεραία ραδιοφώνου στην οροφή, με την οποία κοκορευόταν ότι μπορούσε να πιάσει όλους τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της Ελλάδας.
Στην τελετή που έγινε στον επιβλητικό ναό της Αγίας Τριάδος ο παπα-«Κόκκινος», όπως έκανε πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, έβγαλε για τον γαμπρό και τη νύφη έναν επαινετικότατο λόγο που τον έκλεισε λέγοντας: «Ο Θεός έβλεπε τη μοναξιά και των δύο και τους έκανε τη χάρη να γίνουν αντρόγυνο».
Εκείνη τη στιγμή γύρισα και κοίταξα τη θεία μου τη Ρίτα. Το πρόσωπό της έλαμπε από χαρά για την ευτυχία της φίλης της, αλλά κρυφά, για να μη την καταλάβει κανείς, σκούπισε με το μαντιλάκι της δυο τρία δάκρυα που κύλησαν στα μάγουλά της.

