Διήγημα

1. Το ζώδιό μου γράφει, δεν είναι ώρα για μεγάλους κυματισμούς, για αιθέρες, φτερά και πούπουλα, δεν είμαστε τα δυο μισά της νύχτας, μόνο γλώσσα. 2. Ανάμεσα σε δύο καφέδες, ταξιδέψαμε στην Ιάβα, μου φόρεσες

Στις πεντέμισι το πρωί, όταν η νύχτα διστάζει ακόμα να αποσυρθεί, αλλά το φως γαλαζιάζει δειλά, έρχονται εκείνες κι εμφανίζονται σαν σκούρα στίγματα πάνω στα κλαδιά της γέρικης μουριάς. Πριν ακόμα αρχίσουν την ακατάσχετη φλυαρία

Μόλις σκοτείνιασε άρχισαν να βγαίνουν απ’ την καλαμοσκεπή οι νυχτερίδες και να γράφουν τις τρελές, με τις ξαφνικές αλλαγές πορείας, πτήσεις τους στο σύθαμπο. Όταν ήμασταν παιδιά σηκώναμε με δέος το κεφάλι σαν νύχτωνε και

Και μετά από μήνες, βδομάδες, ημέρες, ώρες, λεπτά, δευτερόλεπτα συναντιόμαστε, για να παίξουμε ξανά τον αποχαιρετισμό. Είμαστε πάλι σε κάποια πλατεία, αλλά αυτή τη φορά δεν μας χωρίζουν ποτάμια ούτε σκαλοπάτια. Στη μέση ένα σιντριβάνι

Αν με ρωτήσετε γιατί συγκέντρωσα τους ετερόκλητους μονολόγους του Χ., θα απαντήσω ότι είναι μέρη συζητήσεων που με συνδέουν με το συγκεκριμένο πρόσωπο. Στην ουσία είναι ένα ανθολόγιο αναδρομών σε περιστατικά που αφηγείται, περιορισμένο σε

Έναν παππού σου στο Ναύπλιο τον έλεγαν Βέργο κι απέ σε λένε κι εσένα Βέργο, χωρίς να σημαίνει βέβαια αυτό και κάτι το ιδιαίτερο, γιατί αν τον παππού σου τον έλεγαν Βασίλη, θα σε έλεγαν

Στην Εύα Μαθιουδάκη Άσε τον Λίντον άμυαλη Κάθριν. Μην βολεύεσαι. Ο Λίντον είναι αργός θάνατος. Άοσμος και άχρωμος. Ο Χίθκλιφ είναι η ζωή. Η Ζωή που σε σκότωσε! Κι αυτός ο θάνατος έχει όλη την

Στον Αντρέα «Την είδες;» Ο Κώστας μπήκε προς στιγμήν στον πειρασμό να προσποιηθεί άγνοια, αλλά τελικά προτίμησε να είναι ειλικρινής. «Ναι», απάντησε, με το κεφάλι στραμμένο από την άλλη πλευρά. Ο Νίκος, καθισμένος οκλαδόν, γύρισε

ΕΚΕΙΝΟΣ Ψηλός, ξερακιανός, μαυριδερός. Καβάλα σ’ ένα ποδήλατο, από αυτά τα τεράστια της δεκαετίας του ’80 ή του ’90. Περίπου και εκείνος στην ίδια ηλικία θα ’πρεπε να ήταν. Κάτω από τα τιμόνια είχε μόνιμα

Η ιστορία αυτή συνέβη την εποχή που ακόμα ο άνθρωπος κι ο Θεός μπορούσαν να καθίσουν αντικριστά σχεδόν, όπως ο ιππότης κι ο θάνατος σ’ εκείνη την ταινία, μ’ ένα σκάκι στο ανάμεσό τους και

Κύλιση στην κορυφή