Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Μιχάλης Μακρόπουλος

Ιώβ

Η ιστορία αυτή συνέβη την εποχή που ακόμα ο άνθρωπος κι ο Θεός μπορούσαν να καθίσουν αντικριστά σχεδόν, όπως ο ιππότης κι ο θάνατος σ’ εκείνη την ταινία, μ’ ένα σκάκι στο ανάμεσό τους και τη θάλασσα και τον συννεφιασμένο ουρανό από πίσω τους. Μπορεί τότε ο άνθρωπος να καθόταν μονάχος σ’ ένα καφενείο, με τον καφέ του μισοπιωμένο στο τραπέζι μπροστά του, με το τσίγκινο τασάκι με το σβησμένο αποτσίγαρο και το μισοκαπνισμένο τσιγάρο που περίμενε να συντροφέψει την επόμενη ρουφηξιά καφέ· μπορεί να καθόταν, αυτός ο άνθρωπος που λέμε, με μιαν αφηρημάδα στο βλέμμα και, με τούτη τη ματιά που τρυπούσε τη θολούρα μες στο καφενείο, έσκιζε τις φωνές και το κροτάλισμα απ’ τα ζάρια και τον κρότο από τα πούλια στο τάβλι, κι έκανε τους άλλους γύρω να ʼναι βοερά φαντάσματα απλώς, ο άνθρωπος έβλεπε ολόισια στο παρελθόν. Τότε. Κι έμπαινε ο Θεός στο καφενείο, ένας πελάτης σαν όλους τους άλλους, με παπούτσια σκονισμένα από το δρόμο, με μασχάλες ιδρωμένες, καθόταν αντίκρυ στον άνθρωπο κι άκουγε τα παράπονά του, ή μπορεί κιόλας να μη μιλούσαν, σιωπηλός αυτός, βουβός Εκείνος, γιατί όσα ήταν να ειπωθούν είχαν ήδη λεχθεί. Τι να πεις, άλλωστε; Ο άνθρωπος αργά ή γρήγορα θ’ αρρώσταινε βαριά, θα πέθαινε· ο Θεός όχι. Αυτή η διάκριση, όπως και να το κάνουμε, βάραινε ανάμεσά τους· έκανε τον καφέ του ανθρώπου να ʼχει άλλη γεύση, πικρή, σαν να ʼταν αυτός ο μόνος καλεσμένος στο δικό του μνημόσυνο. Το καφενείο τότε λες κι άδειαζε, χάνονταν τα φαντάσματα που ʼπαιζαν τάβλι και κουβέντιαζαν στα γύρω τραπέζια· έμεναν οι καρέκλες αδειανές, τα τραπέζια ασκούπιστα, κι ο άνθρωπος καθόταν τώρα μονάχος με τον Θεό. Και τότε Εκείνος, τελικά, θα του μιλούσε:

«Άκουσα, Ιώβ, ότι έχεις παράπονα από μένα και τριγυρνάς και τα λες και Με καταριέσαι».

«Δεν έχω κανένα παράπονο».

«Άκουσα λάθος λοιπόν;»

Ο άνθρωπος βγάζει απ’ την τσέπη του το τσαλακωμένο πακέτο. Μέσα έχει όλα κι όλα δύο τσιγάρα που ʼχουν λίγο τσακίσει στη μέση. Τα κοιτάζει, έπειτα βγάζει το ένα και το προσφέρει· βγάζει απ’ την ίδια τσέπη τα σπίρτα, ένα το χαλάει τρίβοντάς το ν’ ανάψει, γιατί το πληγιασμένο του χέρι τρέμει, αλλά στο τρίτο τα καταφέρνει και Του δίνει φωτιά· με την ίδια ανάβει αυτός το τελευταίο τσιγάρο και ίσα που προφταίνει να τινάξει το σπίρτο για να σβήσει, πάνω που του ʼχει λίγο κάψει τ’ ακροδάχτυλα.

«Όχι», λέει, «δεν άκουσες λάθος».

«Ήπιες, βλέπω, τον καφέ σου. Να σου παραγγείλω κι άλλον;»

«Ένας πικρός καφές μου φτάνει και μου περισσεύει», λέει ο άνθρωπος.

«Τι να σε κεράσω;»

«Κονιάκ. Μ’ αυτόν τον καφέ, δίνουν κονιάκ».

Μισογυρίζει το κεφάλι, σηκώνει το χέρι Του και λέει: «Καφετζή, δυο κονιάκ».

Για πότε ήρθε ο καφετζής, έφερε τα κονιάκ και χάθηκε, μήτε που το κατάλαβε ο άνθρωπος, λες κι ήταν φάντασμα ο μαγαζάτορας, σαν την πελατεία του.

«Τι περίμενες;» λέει του Θεού, χωρίς όμως παράπονο στη φωνή του, αλλά μονάχα κάνοντας μια διαπίστωση πικρή σαν τον καφέ του και σαν το φτηνό κονιάκ που τους έχει σερβίρει ο καφετζής. «Είχα μια γυναίκα που την αγαπούσα και μ’ αγαπούσε, και την έχασα. Είχα δύο παιδιά, και τα ʼχασα κι αυτά. Είχα ένα σπιτικό –πάει. Μια δουλειά –πάει. Είχα την υγεία μου. Πού ʼν’ την τώρα; Δες εδώ, να, δες» –ανασκουμπώνεται γυρνώντας μέχρι τον αγκώνα το λερό και γαριασμένο αριστερό μανίκι ενός πουκάμισου που το πάλαι ποτέ ήταν λευκό– «βλέπεις τούτες εδώ τις πληγές; Έτσι ʼναι όλο μου το κορμί, από τους αστράγαλους μέχρι το λαιμό. Θες να σηκώσω το πουκάμισό μου να δεις;» –και κάνει να βγάλει το πουκάμισο μέσ’ από το σακουλιασμένο πανταλόνι, που για να μην πέφτει έχει γύρω από τη μέση του τυλιγμένη μιάμιση γύρα τη ζώνη, με το γλωσσίδι της αγκράφας στεριωμένο σε μια τρύπα πρόχειρα ανοιγμένη μ’ ένα σουβλί· μα έπειτα το μετανιώνει, ντρέπεται κιόλας και τους γύρω– «Τι να δεις όμως; Σάμπως δεν το ξέρεις; Τι παραπάνω να δεις; Πόσες φορές δεν έχω σκεφτεί να κάτσω χάμω σε μια γωνιά, να ξεγυμνωθώ εκειδά, έτσι που όλος ο κόσμος, οι περαστικοί που βιαστικοί πηγαίνουν στις δουλειές τους, να βλέπουν τις πληγές μου και να τις αποστρέφονται, ν’ αποστρέφουν το βλέμμα, και κάποιοι λίγοι να βάζουν το χέρι στην τσέπη, να βγάζουν μια δυο απ’ τις πενταροδεκάρες που ʼχουν εκεί μέσα και να τις ρίχνουν στο χαρτόκουτο που θα ʼχω μπροστά μου. Το έχω σκεφτεί, αλλά ντρέπομαι και δεν το κάνω. Αν δε μου ʼχει μείνει τίποτα, μου ʼμεινε τουλάχιστον η ντροπή. Αυτή δε μου την πήρες, γιατί, απ’ όλα τα δικά μου, που θεωρούσα κάποτε πως μου ανήκαν, αυτή μόνο αποδείχτηκε πως ήταν δικιά μου στ’ αλήθεια. Και οι φίλοι που ʼχα, χαθήκανε κι αυτοί. Τον φίλο δε θέλεις να τον συμπονάς. Άντε, να τον λυπηθείς μια φορά, δυο, και να του σταθείς, μα περιμένεις έπειτα να σταθεί μονάχος στα πόδια του, γιατί ʼναι άχαρο να ʼσαι εσύ το δεκανίκι του. Οι φίλοι πρέπει, όταν μετριόνται, να στέκουν στο ίδιο ύψος. Εκείνοι συνέχισαν να ʼχουν όλα κείνα που εγώ δεν τα ʼχα πια, έτσι χωρίσανε οι δρόμοι μας. Ήταν στ’ αλήθεια φίλοι; Πώς να το ξέρω; Κι εγώ, άμα ήμουν στη θέση τους, θα ʼκανα το ίδιο που ʼκαναν κι εκείνοι. Βλέπεις; Δεν τη θέλω τη λύπηση των άλλων, κι ούτε θα την έδειχνα εγώ σ’ άλλον, άμα την είχε ανάγκη. Είπα πρωτύτερα, πως είναι η ντροπή, ό,τι με κάνει να μην κάθομαι χάμω σε μια γωνιά, ξεγυμνωμένος και διακονιάρης. Δεν είν’ αυτό. Είναι που θα ʼβλεπα στα σίγουρα έναν, κάποιον πονετικό, να με κοιτάζει με λύπηση. Και θα τον μισούσα. Όμως δε θέλω να μισήσω κανέναν γιατί, άμα τον μισήσω, θα τους μισήσω τότε όλους –κι απ’ τις μικρότητες το μίσος είναι η πιο τιποτένια».

Έτσι τα ʼπε όλα, μονοκοπανιά, για να τα βγάλει από μέσα του. Λες και θα τα ʼβγαζε ποτέ… Κι όσην ώρα μιλούσε είχε τα μάτια χαμηλωμένα στο ποτηράκι του με το κονιάκ.

Έρχεται όμως τότε ο καφετζής και λέει:

«Κλείνουμε. Είσαι ο τελευταίος στο μαγαζί».

Ο άνθρωπος κοιτάζει τριγύρω: τα άδεια τραπέζια, που ʼναι ωστόσο ασκούπιστα ακόμα, με τα τασάκια γεμάτα όπως τ’ άφησαν οι πελάτες, τα φλιτζάνια και τα ποτηράκια αφημένα παραδίπλα, τα πιατάκια με τις λίγδες και τους μισοφαγωμένους μεζέδες, τις καρέκλες αταχτοποίητες γύρω απ’ τα τραπέζια, και για μια στιγμή του φαίνεται πως βλέπει καθισμένο στην καθεμία κι από ʼνα αχνό περίγραμμα, λες και οι πελάτες άφησαν πίσω, φεύγοντας, κατιτίς απ’ τον εαυτό τους, για να το ξαναβρούν την άλλη μέρα, που θα ξανάρχονταν στο καφενείο. Σαν να ʼταν εδώ η ζωή τους, κι όπου αλλού πηγαίνανε τον υπόλοιπο καιρό, στις δουλειές τους και στα σπίτια τους, να ʼταν εκεί φαντάσματα.

Κι έπειτα γυρίζει ξανά τα μάτια προς τον Θεό και βλέπει πως κάθεται μονάχος τώρα και πως ο καφετζής έχει μαζέψει ήδη το ποτηράκι Του με το κονιάκ, και μόνο τ’ αποτσίγαρό Του στο τασάκι μαρτυρά ότι κάθισε Εκείνος αντίκρυ του και μίλησαν.

Κάνει να πληρώσει.

«Είναι κερασμένα», του λέει ο καφετζής.

«Κι ο καφές;»

«Κι ο καφές».

Έτσι σηκώνεται σκυφτός κι αυτός, παίρνει το τριμμένο του σακάκι, που το ʼχει φορεμένο στη ράχη της καρέκλας, και βγαίνει μόνος στη νύχτα έξω, που αντηχεί τα βήματά του.

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή