Και μετά από μήνες, βδομάδες, ημέρες, ώρες, λεπτά, δευτερόλεπτα συναντιόμαστε, για να παίξουμε ξανά τον αποχαιρετισμό. Είμαστε πάλι σε κάποια πλατεία, αλλά αυτή τη φορά δεν μας χωρίζουν ποτάμια ούτε σκαλοπάτια. Στη μέση ένα σιντριβάνι κάνει φασαρία, ο ποιητής το αγνοεί κοιτάζοντας ατάραχος τον Υμηττό, αλλά εμένα η καρδιά μου θα σπάσει. Σε κάτι πρέπει να συγκεντρωθώ. Παρακολουθώ τα χέρια σου, παρατηρώ τα μάτια σου, τα βλέφαρά σου. Ανοίγεις διάπλατα το αριστερό σου μάτι, μου δείχνεις να πιάσω την τομή στον βολβό του ματιού σου, αλλά καταφέρνω να χαϊδέψω μόνο κάτι μικροσκοπικά ερπετά που γλιστράνε στο λευκό – άναρχα αγγεία. Δηλαδή: το αίμα σου. Δεν σου λέω ακόμη πως, αν ήμουν σαύρα, θα έκοβα κάθε φορά την ουρά μου, για να σου δίνω ένα κομμάτι από το σώμα μου. Δηλαδή: το αίμα μου. Προς το παρόν, ως είθισται, σου χαρίζω πετραδάκια και χώμα, για να παρατείνω το τέλος. Με ρωτάς αν το βλέπω. Σου απαντώ ταραγμένη, λέω δεν βλέπω, δεν το βλέπω και ανοίγω με βία τις παλάμες σου. Στη μια κρατάς ένα κλειδί και στην άλλη ένα κέρμα. Επιλέγω το κέρμα. Πρέπει να γίνει, για να ξαναγίνει. Σε φιλώ στο στόμα και βάζω το κέρμα κάτω από τη γλώσσα μου. Αντίο.

