Διήγημα
Αρχή του παραμυθιού. Ήταν ένας βασιλιάς και μια μέρα φώναξε τους τρεις γιους του. «Παιδιά μου», τους είπε, «το σκέφτηκα και το ξανασκέφτηκα. Οι τύχες των ανθρώπων αλλάζουν. Σήμερα είσ’ εσύ βασιλιάς κι αύριο είν’
Πρωί με ομίχλη. Δυο άντρες, γύρω στα πενήντα, με τσεκούρια στα χέρια μπροστά σ’ ένα πεσμένο μεγάλο δέντρο στη μέση ενός άδειου πάρκινγκ. Φοράνε κίτρινα γιλέκα. Το πρόσωπο του ενός κατακόκκινο, του άλλου πελιδνό. Πρώτος
Τον Δεκέμβριο του 2002, περίοδο κατά την οποία η κίνηση στην αγορά ήταν αυξημένη, γιατί όλοι έσπευδαν να προμηθευτούν εγκαίρως τα δώρα των Χριστουγέννων, ξέσπασε μια φοβερή κακοκαιρία στη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και τη Σερβία.
«Σου αρέσει να γράφεις; με ρώτησε κοφτά, όταν με είδε με την άκρη του ματιού του να κοιτάζω τα βιβλία της βιβλιοθήκης στο υπόγειο. «Δεν γράφω», του απάντησα ντροπαλά και ξαφνιασμένα. «Έτσι λες, αλλά εγώ
Είχα μια παλιά μηχανή Yamaha. To 2017, τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων έκανε φτερά μπροστά απ’ το «Ντορέ». Μου την έκλεψαν μετά τις δύο, πού κλείσαμε. Σιγά-σιγά την ξέχασα. Αλλά, από τότε, όλα μου πηγαίνουνε
Στη σκηνή είναι ένα πιάνο, τρία τραπέζια, στο ’να καθισμένη μια νεαρή γυναίκα, στ’ άλλο μια νεότερή της στραμμένη ολότελα προφίλ, με τη δεξιά μεριά του προσώπου της αθέατη, κι ένας μεγαλύτερός της άντρας ανφάς·
Ζούσε σ’ ένα πλούσιο χωριό, κάπου στην Αφρική, ένας καλός αρχηγός. Είχε πολλές γυναίκες, νέες κι όμορφες, που δούλευαν στα χωράφια, κατέβαιναν στο ποτάμι για νερό, πηγαίνανε στο δάσος για ξύλα, κοπανούσαν το καλαμπόκι και
Δὲν πρόκειται περὶ κάποιου τυχαίου καὶ ἀνωνύμου γέρου, ὅπως διατείνεται ὁ τίτλος τοῦ ἀφηγήματός μας, ἀλλὰ περὶ τοῦ δικοῦ μου ἐκ μητρὸς παπποῦ, στὰ χέρια καὶ τὸ σπίτι τοῦ ὁποίου μεγάλωσα καὶ πέρασα πολλὰ ἀπὸ
Το φεγγάρι χιονίζει ξεσκλίδια σάρκας. Πλάι στο παράθυρο –τλικιτλάκ τλικιτλάκ τλικιτλάκ– πέρα δώθε στην κουνιστή πολυθρόνα. Θυμάμαι. Για να είμαι πιο ακριβής, αυτή τη στιγμή, το σώμα μου θυμάται. Το σώμα μου θυμάται και ζωντανεύει,
Πρώην σύζυγος δικαστικού επιμελητή, ετών σαράντα πέντε, με δυο βαθιές ουλές στο μάγουλο, εθεάθη μεσάνυχτα μ’ ένα σκεπάρνι στα χέρια να προχωρά αθόρυβα, να εισβάλλει εις ιατρείον νυν συζύγου και να κάνει λαμπόγυαλο όλα τα