Διήγημα

Η καρδιά του τον πρόδωσε την ώρα που κολυμπούσε, μετά από εξήντα επτά χρόνια αδιάλειπτης λειτουργίας. Ήταν απόγευμα, Σεπτέμβρης, κι είχε βουτήξει στα νερά της Αγίας Άννας, ο μόνος κολυμβητής την ώρα εκείνη. Η Χώρα

Αρχές Οκτώβρη αγνώστου έτους, η Περσεφόνη ξεμυτάει κατά το συνήθειό της από το χώμα. Με το αριστερό της χέρι βαστάει σφιχτά το ξύλινο στειλιάρι μιας κοσιάς στο ύψος των ώμων της. Με το δεξί την κρατάει από τη λαβή κάνοντας μικρές ημικυκλικές κινήσεις λίγων εκατοστών πάνω

Πρώτη μέρα της νέας σχολικής χρονιάς! «Καλημέρα παιδιά» χαιρέτησε, με όσο ενθουσιασμό μπορούσε να στριμώξει στη φωνή της, η δασκάλα της πρώτης τάξης του 66ου Δημοτικού Σχολείου. Από κάτω σιωπή. Μπορούσες σχεδόν να ακούσεις μια

Το φεγγάρι χιονίζει ξεσκλίδια σάρκας. Πλάι στο παράθυρο –τλικιτλάκ τλικιτλάκ τλικιτλάκ– πέρα δώθε στην κουνιστή πολυθρόνα. Θυμάμαι. Για να είμαι πιο ακριβής, αυτή τη στιγμή, το σώμα μου θυμάται. Το σώμα μου θυμάται και ζωντανεύει,

Μετά το μνημόσυνο, μια ομάδα σαράντα περίπου ατόμων, τους περισσότερους εκ των οποίων ο Δημήτρης δεν ήταν καν σίγουρος ότι ήξερε, είχε μεταφερθεί στην ταβέρνα «Αγιάσος» για να τιμήσει τη μνήμη της Πέπης τρώγοντας εξωφρενικά

Η μυρωδιά ερχόταν απ’ έξω. Η Δώρα πλησίασε το παραθυράκι της τουα­λέτας κι έριξε μια ματιά. Το κουζινάκι της γειτόνισσας στο αντικρινό χαμηλό μπαλκό­νι ήταν πήχτρα στον καπνό και η πόρτα μισάνοιχτη. «Τι κάνει πάλι

Ο κορυδαλλός έκανε δυο κύκλους πάνω από το παλιό πέτρινο κτήριο πριν προσγειωθεί στο περβάζι του σιδερόφραχτου παράθυρου. Πίσω από τα κάγκελα, ένα ζευγάρι παιδικά μάτια ακολουθούσαν την πορεία του. Το πουλί πλησίασε επιφυλακτικά το

Το φίλτρο της βρύσης είχε διαρροή και σκέφτηκα προτού το στείλουμε στην εταιρία, γιατί ήταν καινούργιο, να βάλω πρώτα λίγο μονωτικό, μπας και λύσω το πρόβλημα. Είναι φίλτρο εξωτερικό, παίρνει δηλαδή το νερό από τη

Όλες τις φορές που «με το στανιό» –έτσι συνήθιζε να λέει– ο παππούς με έπαιρνε μαζί του στην Οδηγήτρια για να κοινωνήσω, με έβαζε να καθίσω στο στασίδι του.

«Φορμάικα! Έλα εδώ». Εκείνη γύρισε το κεφάλι, έκανε δυο βήματα προς την αντίθετη κατεύθυνση κι έπειτα, σαν να το μετάνιωσε, έτρεξε με ζέση προς το μέρος του. Ο ήλιος μόλις είχε δύσει. O Μέμος ούτε

Κύλιση στην κορυφή