© Γιώργος Ρόρρης

Αχιλλέας ΙΙΙ

Επιστροφή στα θρανία

Πρώτη μέρα της νέας σχολικής χρονιάς! «Καλημέρα παιδιά» χαιρέτησε, με όσο ενθουσιασμό μπορούσε να στριμώξει στη φωνή της, η δασκάλα της πρώτης τάξης του 66ου Δημοτικού Σχολείου. Από κάτω σιωπή. Μπορούσες σχεδόν να ακούσεις μια γομολάστιχα να πέφτει. «Είπα, καλημέρα παιδιά!» προσπάθησε ξανά η 45χρονη εκπαιδευτικός, αυξάνοντας την ένταση της φωνής της, αποτυγχάνοντας να κρύψει κάποια ίχνη δυσαρέσκειας, παρά το χαμόγελο που είχε τεντώσει και καρφιτσώσει στο πρόσωπο της. Και πάλι καμιά αντίδραση. Τα εξάχρονα αγόρια και κορίτσια κοιτούσαν τη δασκάλα τους με απόλυτη σοβαρότητα και κρατούσαν τα μικρά τους στόματα σφραγισμένα. Το μικρό δάκτυλο του δεξιού χεριού του μοναδικού ενήλικου ατόμου της αίθουσας άρχισε να τρέμει, σημάδι ότι τα, επί χρόνια δοκιμαζόμενα και παρατεντωμένα πια, νεύρα της ετοιμάζονταν να αρχίσουν να κουδουνίζουν. «Μπορείτε να μου πείτε, τι συμβαίνει εδώ;» ρώτησε, ενώ την ίδια στιγμή αγωνιζόταν με αόρατες κινήσεις να συγκρατήσει τα πλοκάμια της οργής που σάλευαν μέσα της, ερεθισμένα από την παράξενη αυτή εξέλιξη. Ξαφνικά, ένας μικρόσωμος κοκκινομάλλης μαθητής από το τελευταίο θρανίο σηκώθηκε όρθιος. Η δασκάλα τεντώθηκε ολόκληρη κρατώντας την αναπνοή της, έτοιμη να λάβει τις απαντήσεις που ζητούσε. Αντί για αυτό, ωστόσο, το αγόρι περπάτησε κατά μήκος του διαδρόμου που σχημάτιζαν τα θρανία, πλησίασε με αργές κινήσεις την πόρτα κοιτάζοντας επίμονα με τα γαλάζια του μάτια την παιδαγωγό, άνοιξε και βγήκε έξω από την αίθουσα.

Η γυναίκα αφού ξεπέρασε την αρχική έκπληξη, έτρεξε ξοπίσω του φωνάζοντας του «γύρνα πίσω» και «τι νομίζεις ότι κάνεις;». Το αγόρι πραγματοποίησε μερικά ακόμη βήματα στον διάδρομο χωρίς να γυρίσει το κεφάλι του. Ξαφνικά, άρχισε να γίνεται κάτι ακόμη πιο παράξενο! Το σώμα του άρχισε να αλλάζει σχήμα. Ο κορμός του επιμηκύνθηκε, το κεφάλι του στένεψε και στο μέτωπο του άρχισε να φυτρώνει ένα ζευγάρι μικρά κέρατα. Τα ρούχα του έγιναν κομμάτια και φάνηκε ένα σώμα καλυμμένο από κοκκινωπό τρίχωμα, ενώ στο πίσω μέρος του ήταν πια καλά ορατή μια κοντή ουρά. Δευτερόλεπτα αργότερα, μια αποσβολωμένη μεσήλικας στεκόταν ακίνητη στον διάδρομο του 66ου Δημοτικού Σχολείου και κοίταζε ευθέως βαθιά στα γαλάζια του μάτια ένα νεαρό κατσίκι, λίγο πριν το τελευταίο αρχίσει να χοροπηδά και εξαφανιστεί μακριά της. Πισωπατώντας, η δασκάλα της πρώτης δημοτικού μπήκε ενστικτωδώς στην τάξη με σκοπό να βρει καταφύγιο, μόνο και μόνο για να διαπιστώσει ότι τα πράγματα είχαν αρχίσει και εκεί να αλλάζουν. Πέτυχε τους μαθητές σε ένα ενδιάμεσο στάδιο μεταμόρφωσης από παιδιά σε ζώα κάθε είδους. Σκέφτηκε να αρχίσει να ουρλιάζει, αλλά έμοιαζε μάταιο. Στην αίθουσα διδασκαλίας τώρα, δεν υπήρχε ίχνος παιδιού! Γάτες έξυναν τα νύχια τους στον μαυροπίνακα παράγοντας έναν φριχτό ήχο, σπουργίτια, μικρά γεράκια και ερωδιοί πετούσαν πάνω από τα θρανία, ελαφάκια και αρκουδάκια έπαιζαν κυνηγητό, δύο νεαρά αρμαντίλο διπλώνονταν σε μπάλες και μετά ξεδιπλώνονταν, ξανά και ξανά. Τέσσερις πέντε νεαρές μαϊμούδες κρεμόντουσαν από τα φωτιστικά, τρεις σουρικάτες στεκόντουσαν η μια δίπλα στην άλλη και κοιτούσαν έξω από το παράθυρο, ενώ ένας μικρός σε μέγεθος κροκόδειλος –που έως εκείνη τη στιγμή άραζε με το στόμα ανοιχτό κάτω από το πρώτο θρανίο–, έκλεισε τα σαγόνια του όταν την αντιλήφθηκε, σύρθηκε κάτω από την έδρα και έμεινε εκεί ακίνητος. Η γυναίκα έκλεισε τα μάτια της, παρήγαγε μια απίστευτης έντασης τσιρίδα και λιποθύμησε! Εκείνη την στιγμή χτύπησε το κουδούνι.

Όταν η δασκάλα της πρώτης τάξης του 66ου Δημοτικού Σχολείου άνοιξε τα μάτια της, βρέθηκε στο κρεβάτι της. Ήταν μόνη. Το ξυπνητήρι χτυπούσε ακόμη. Ντύθηκε γρήγορα και ξεκίνησε για το σχολείο. Έπειτα από λίγα λεπτά βαδίσματος, με το πρωινό αεράκι να φυσά γλυκά στο πρόσωπο της, είχε ξεχάσει σχεδόν τα πάντα από εκείνον τον φριχτό εφιάλτη. Περνώντας την πόρτα του σχολείου μπήκε στο προαύλιο. Παιδιά έτρεχαν πέρα δώθε, φωνάζοντας και γελώντας. Διέσχισε την αυλή και μπήκε στο κυρίως κτίριο Περπάτησε στον γεμάτο ερμάρια διάδρομο και μπήκε κατευθείαν στην τάξη της, που ήταν ακόμη άδεια και ήσυχη. Χαμογέλασε και κάθισε στο γραφείο της, κοιτάζοντας τις άδειες καρέκλες και τα άψογα παραταγμένα θρανία. Τα πάντα βρίσκονταν στη θέση τους. Όπως έπρεπε να είναι πάντα. Άφησε ελεύθερη μια βαθιά ανάσα και τράβηξε την καρέκλα της πίσω για να σηκωθεί. «Καλή χρονιά, κυρία» άκουσε να της εύχονται. Η φωνή ερχόταν από χαμηλά. «Καλή χρονιά» βιάστηκε να αντευχηθεί όταν, κοιτάζοντας κάτω από την έδρα, είδε έναν μικρόσωμο κροκόδειλο να της χαμογελά.

«...είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.…»
Τζακ Χίρσμαν
(Φρέαρ τεύχος 4 - Φθινόπωρο 2021)
Κύλιση στην κορυφή