Φωτογραφία: Neil Moralee

Άκης Παπαντώνης

Το σώμα και το αίμα της βροχής

Όλες τις φορές που «με το στανιό» –έτσι συνήθιζε να λέει– ο παππούς με έπαιρνε μαζί του στην Οδηγήτρια για να κοινωνήσω, με έβαζε να καθίσω στο στασίδι του.

«Ετούτο, Αργυράκη έχει τ’ όνομά μας», μου έλεγε και έδειχνε με τον δείχτη του «καλού» του χεριού, του χεριού που φορούσε χρυσό δαχτυλίδι, τα αρχικά του (τα αρχικά μας), σκαλισμένα στη πλάτη του στασιδιού: Α.Ν.Π.

Με βοηθούσε να σκαρφαλώσω στο ψηλό κάθισμα και, με εκείνο το αυστηρό, διάφανο βλέμμα του, φρόντιζε να κάνω ησυχία. Καθισμένος σ’ εκείνο το στασίδι που ήταν σημαδεμένο με το όνομα και το επώνυμό μου, ονειρευόμουν με μάτια ανοιχτά πως είμαι σούπερ-ήρωας. Πως γινόμουν αόρατος πριν ο παππούς λοξοκοιτάζει για να δει αν κάνω σωστά τον σταυρό μου («όχι με το ζερβό το χέρι», συνήθιζε να λέει), πως μπορούσα να πετάξω τη στιγμή που ο παπάς γυρνούσε πλάτη και χανόταν μέσα στο ιερό. Πως έκανα τον χρόνο να παγώνει καθώς περιμέναμε για τη Θεία Κοινωνία. Κι έτσι περνούσα πρώτος στην ουρά και καταβρόχθιζα τρεις και τέσσερις κουταλιές από το «σώμα και του αίμα του Χριστού» πριν σκουπιστώ στο μανίκι του Γιώργου, ενός από τα μεγαλύτερα παιδιά της γειτονιάς που τον έβαζαν οι δικοί του να κάνει το παπαδοπαίδι.

Ύστερα, στον περίβολο της εκκλησίας, κάτω από την παράταιρη φοινικιά, ο παππούς έπαιζε κομπολόι το μπρελόκ του συνομιλώντας χαμηλόφωνα με φίλους και γνωστούς, παρατηρώντας παράλληλα μη τυχόν και σκορπίσω κανένα ψίχουλο από το πρόσφορο που η γιαγιά μου ζύμωνε κι έφερνε στο ναό να το μοιράσουν αντίδωρο. Φορούσε ύστερα το ψαθάκι του, χειμώνα-καλοκαίρι, και ξεκινούσαμε για το σπίτι. Σε όλη τη διαδρομή κρατούσε το χέρι του στον σβέρκο μου, αμίλητος. Μόνο στη γωνία πριν το σπίτι, μπροστά στο μικρό φούρνο, επιβράδυνε να ρωτήσει αν θέλω «κριτσίνι με σησάμι».

Το 2006 ήταν η τελευταία φορά που είδα τον παππού, στην Αθήνα. η άνοια του είχε στερήσει την επαφή με το παρόν, η γιαγιά μου είχε ήδη δυο χρόνια που είχε πεθάνει· τον φέραμε άρον άρον στην Αθήνα με το κυπαρισσί Κορόλα του άλλου μου παππού («με το στανιό», έτσι του είπαμε) και η μητέρα –«με τη σύμφωνη γνώμη του Τάκη[1]Ο πατέρας απάντησε στην ειδοποίηση της μητέρας μου με ένα τηλεγράφημα δώδεκα λέξεων: Συμφωνώ με το γηροκομείο – στοπ. Κάνε ό,τι μπορείς – στοπ. Επιθυμούσε πάντοτε κηδεία στο χωριό – στοπ.»– τον έβαλε στο κοντινότερο γηροκομείο.

Τρεις μέρες άντεξε εκεί μέσα. Μια φορά μόνο τον επισκέφτηκα και τον βρήκα μισό, στο κρεβάτι με το αδιάβροχο υπόστρωμα, με την παροχέτευση ενός ορού να καταλήγει στη φλέβα του δεξιού του χεριού («στο καλό μου χέρι, σ’ αυτό κάνω το σταυρό μου, γαμώ την Παναγία τους», μουρμούριζε). Κάθισα στην καρέκλα δίπλα του, φοβόμουν να τον ακουμπήσω.

– Πες τους να με σκοτώσουν, γιε μου.
– Παππού, τι είναι αυτά που λες;
– Γιατί μου τρύπησαν τη φλέβα;
– Είσαι αδύναμος. Φοβούνται μην πάθεις τίποτα.
– Μου κλέψανε και το δαχτυλίδι. Το χρυσό.
– Εδώ είναι. Στο κομοδίνο, παππού.
– Είχε γραμμένα μέσα τ’ αρχικά μου, θα το γνωρίσω άμα το δω.
– Είναι εδώ, να.
– Το ʼχα για τον γιο μου, να του το δώσω να με θυμάται. Είσαι εσύ ο γιος μου;
– Παππού…
– Πρέπει να κρυφτώ του μπόγια [2]Το ‘43 οι Γερμανοί έκαναν οχυρωματικά έργα στο αεροδρόμιο του Άργους και στα γύρω χωριά που είχαν κατάλυμα· στην Πυργέλα, την Νέα Κίο, την Αγ. Τριάδα. Μάζευαν κάθε μέρα έναν προκαθορισμένο αριθμό εργατών από τα χωριά (για τη Νέα Κίο ο αριθμός ήταν εικοσιδύο) και τους μετέφεραν με καμιόνια στα έργα. Οι άντρες άρχισαν να προσποιούνται πως είχαν κολλήσει ψώρα και σταφυλόκοκκο για να μην τους πλησιάζουν ή κρύβονταν σε πιθανά κι απίθανα μέρη. Έτσι οι Γερμανοί έκαναν αιφνιδιαστικές εφόδους και … Συνέχεια....
– Δεν σε βλέπει εδώ που είσαι, παππού.
– Έφυγε;
– Έφυγε.
– Άντε μου τότε. Άντε μου, να φύγω κι εγώ, να πάω όπου πηγαίνουν οι ξεχασμένοι.

Μεγάλη Παρασκευή όλη μέρα νηστεύαμε μέχρι και το λάδι. Όσο όμως ο παππούς ήταν στην εκκλησία, η γιαγιά μας έδινε ψωμί με ελαιόλαδο και κουλούρια βρεγμένα και πασπαλισμένα ζάχαρη. Το βράδυ πηγαίναμε όλοι στην περιφορά, ο παππούς, η γιαγιά, η αδερφή μου κι εγώ. Η μητέρα κι ο άλλος μου παππούς μου δεν κατέβαιναν στο χωριό για το Πάσχα· ο παππούς είχε το μαγαζί, η μητέρα τα δικά της. 1986 –σε λίγους μήνες θα έκλεινα τα εννιά.

Σουρούπωνε, o παππούς σκυφτός στο τραπέζι, τραβούσε γραμμές σ’ ένα μαραμένο τετράδιο για να κρατάει λογαριασμό πόσο νερό είχε πιεί μες στη μέρα («τουλάχιστον είκοσι ποτήρια, για την καρδιά και τα νεφρά», συνήθιζε να λέει), η γιαγιά, με μια λεκάνη αγκαλιά, καθάριζε τ’ αντεράκια στο πλατύσκαλο. Τα σύννεφα σκούρα, χαμηλά. Στην τηλεόραση, λίγο πριν τις ειδήσεις, έδειχνε την ώρα. Κι ο παππούς έβγαλε από την τσέπη του γιλέκου το ρολόι του, να βεβαιωθεί πως πάει σωστά. Αφού βεβαιώθηκε, ξετύλιξε τα κεριά που είχαν φέρει από την ενορία και μας τα μοίρασε για την περιφορά. Ο Γιώργος κι ο Σπύρος[3]Όσο μου ξανασυστήνεται αυτή εδώ η ιστορία, τόσο αμφιβάλλω για το ότι οι δυο τους όντως λέγονταν έτσι. Θυμάμαι όμως πως ο Γιώργος ήταν παχουλός και ξανθός, τουλάχιστον δυο χρόνια μεγαλύτερός μου· ο Σπύρος ήταν αδύνατος, σαν σκιά, και είχε ένα τεράστιο κενό ανάμεσα στα δυο μπροστινά του δόντια για το οποίο ο Γιώργος τον κορόιδευε. Ίσως να τους έλεγαν Πέτρο και Θανάση, μα δεν έχει σημασία πια., τα γειτονόπουλα που οι γονείς τους έβαζαν κάθε χρόνο να κουβαλούν σταυρό και εξαπτέρυγα, περίμεναν ήδη στην αυλοπόρτα. Η γιαγιά έβγαλε την ποδιά της, την κρέμασε στο καρφί δίπλα στο ψυγείο και τράβηξε πίσω της την πόρτα. Στο περβάζι είχε αφήσει ένα βάζο με πασχαλιές κι ένα βαθύ πιάτο γεμάτο κόκκινα αβγά.

Δεν θυμάμαι πολλά από εκείνο το βράδυ. Θυμάμαι, πως δεν έβρεξε κι ας πύκνωναν ολοένα τα σύννεφα («Μεγάλη Παρασκευή σκοτεινιάζουν οι Ουρανοί, μα δεν κλαίνε», επέμενε ο παππούς). Θυμάμαι πως ο Γιώργος κουβαλούσε τον σταυρό και πως ο Σπύρος θα ήθελε να τον κουβαλάει, μα παραήταν βαρύς για τα αδύναμα χέρια του[4]Έλεγε όμως, εκείνη η σκιά με το πάλλευκο δέρμα, το οποίο οι γονείς του προστάτευαν με κάθε τρόπο από τον ήλιο, πως κάθε φορά που έβαζε το μαύρο πανωφόρι που φορούσαν τα παπαδοπαίδια ένιωθε δυνατός σαν σούπερ-ήρωας, εν μέσω ενός μεταφυσικού, έτσι κι αλλιώς, παραμυθιού, όπου ο θάνατος χάνει τη μια παρτίδα μετά την άλλη.. Θυμάμαι πως ο παππούς διάβαζε από το μικρό βιβλιαράκι του τα λόγια που έψελνε ο παπάς [5]Θυμάμαι, κι ας μην ήμουν εκεί, πως στο σπίτι χτυπούσε ξανά και ξανά και ξανά το τηλέφωνο. Δεν ξέρω πως είναι αυτό δυνατόν, μα αν κλείσω τα μάτια ο ήχος αντηχεί δυνατός στ’ αυτιά μου..

Μετά την περιφορά επιστρέφαμε σπίτι όλοι μαζί. Μπροστά εγώ, ο Σπύρος κι ο Γιώργος (χωρίς τις μαύρες στολές σούπερ-ήρωα πια), πίσω οι μεγάλοι με την αδερφή μου να ζητάει να την πάρουν αγκαλιά. Μόνος ο παππούς είχε μείνει στην εκκλησία περιμένοντας τη σειρά του να προσκυνήσει. Μπροστά στην αυλοπόρτα οι μεγάλοι αντάλλαξαν καληνύχτες και εμείς πήραμε άδεια να παίξουμε λίγο ακόμα, «μέχρι να γυρίσει ο παππούς, Αργυράκη». Η γιαγιά ανέβηκε στο σπίτι από την μεταλλική σκάλα στο πίσω μέρος της αυλής, έσπρωξε την πόρτα, ξεκρέμασε την ποδιά από το καρφί, την φόρεσε και χάθηκε στην κουζίνα [6]Της ήταν αδύνατο να βρίσκεται μέσα από την περίφραξη της αυλής χωρίς την ποδιά της — ήταν η δική της στολή σούπερ-ήρωα, που όταν τη φορούσε δεν τολμούσε κανείς μας, ούτε ο παππούς, να την ενοχλήσει. Με τον καιρό συνειδητοποίησα πως ήταν ο τρόπος της να μείνει μακριά από όλους και, για λίγο έστω, πιο κοντά στον εαυτό της..

Ο παππούς δεν άργησε να γυρίσει. Μόλις μπήκε στο σπίτι άφησε το ψαθάκι του στην καρέκλα του και πήγε στο υπνοδωμάτιο για την βραδινή προσευχή. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο· η γιαγιά το σήκωσε, αφού πρώτα σκούπισε τα χέρια στην ποδιά της κι έριξε μια λοξή ματιά στην κλειστή πόρτα, πίσω από την οποία μουρμούριζε μονότονα ο παππούς. Λίγα λεπτά αργότερα και αφού επέστρεψε το ακουστικό στη γκρίζα συσκευή, η γιαγιά έκανε δυο κινήσεις που δεν την είχα ξαναδεί να κάνει. Πρώτα, άνοιξε χωρίς προειδοποίηση τη συρόμενη πόρτα του υπνοδωματίου, μπήκε μέσα και είπε κοφτά: «Αργύρη, άκου…». Ύστερα, πήρε το μπρελόκ του παππού από τη σερβάντα και, μόλις μας φώναξε να «μαζευτούμε μέσα» έβαλε το κλειδί στην πόρτα και διπλοκλείδωσε [7]Η αδερφή μου κι εγώ είμαστε έξω και παίζουμε κρυφτό· αραιές ψιχάλες αρχίζουν να πέφτουν, στο σπίτι χτυπάει το τηλέφωνο, η αδερφή μου τα φυλάει μαζί με ένα άλλο κοριτσάκι, η γιαγιά το σηκώνει, «λέγετε;», στην άλλη άκρη της γραμμής η μητέρα, εγώ έχω κρυφτεί πίσω από το μεγάλο φορτηγό που έμενε χρόνια παροπλισμένο στο διπλανό οικόπεδο, «όχι, δεν βρέχει, αλήθεια σου λέω μάτια μου, καθόλου δεν έχει βρέξει όλη μέρα. Κι ο Αργυράκης είναι εδώ, να, απέναντί μου» λέει η γιαγιά, ο Γιώργος είναι κρυμμένος … Συνέχεια....

Το βράδυ που πέθανε ο παππούς ήμουν κάπου στο κέντρο. Η μητέρα με πήρε στο κινητό να μου το ανακοινώσει («αυτό ήταν», μου είπε). Έκλεισα το τηλέφωνο κι έβαλα τα κλάματα –μάλλον από ανακούφιση που δεν θα έπρεπε να τον ξαναεπισκεφτώ σε εκείνο το δωμάτιο που μύριζε χλωρίνη, ούρα και οινόπνευμα, που δεν θα έπρεπε να του ξαναθυμίσω ποιος είμαι καθισμένος σε εκείνη τη σκληρή καρέκλα. Αυτό ήταν· πίσω μου, στη Λ. Αλεξάνδρας η ζωή δεν είχε σταματήσει.

Δύο ημέρες μετά ξεκινήσαμε με το Κορόλα για το χωριό. Αυτή τη φορά οδηγούσα εγώ· η μητέρα κάπνιζε στη θέση του συνοδηγού, ο παππούς στο πίσω κάθισμα με το σκληρό πρωινό φως να τον κόβει στα δύο. Δεν ήταν Μάιος, όπως εκείνο το Πάσχα είκοσι χρόνια πριν. Ίσως να ήταν πιο ταιριαστό αν ήταν όντως Μάιος, μα οι μνήμες –οι αληθινές κι οι επινοημένες εξίσου– είναι αμείλικτες: τελευταίες μέρες του Φλεβάρη, κρύο, κι εκείνες οι δεξιές και αριστερές στροφές προς Νέα Κίο μετά την εθνική είχαν κάτι τόσο οικείο όσο και η μυρωδιά από το ξέχειλο τασάκι του αυτοκινήτου.

Κάναμε πρώτα μια στάση στο σπίτι. Παντζούρια κλειστά, η μητέρα και ο παππούς να ανεβαίνουν από τη μαρμάρινη σκάλα, εγώ να βγάζω το μπλουζάκι μου και να φοράω πουκάμισο εκεί, πίσω από την ανοιχτή πόρτα του αυτοκινήτου, κοιτάζοντας γύρω μου: ο δρόμος απαράλλαχτος, το φορτηγό χορταριασμένο στο ίδιο σημείο, στα κάγκελα του σπιτιού του Γιώργου μπλεγμένη μια ξερή μπουκαμβίλια, τα αυλάκια στεγνά και τα πεζούλια χωρίς το λευκό του φρέσκου ασβέστη. Ήμασταν, εγώ κι αυτή η γειτονιά, δυο παιδικοί φίλοι που τους χώριζαν δυο δεκαετίες γεμάτες αλλιώτικες χαρές κι αλλιώτικους καημούς.

Στο νεκροταφείο του Αγίου Μηνά –χαμηλή περίφραξη, πυκνοσπαρμένα μνήματα– ο παππούς μας περίμενε στο ανοιχτό φέρετρο. Από το ’70 ήδη, είχε αγοράσει τον τάφο στην πέρα γωνία («μακριά απ’ όλους, εκτός της γιαγιάς σου», μου είχε πει όταν πήγαμε να μου τον δείξει), με το όνομά του, τη χρονιά γέννησής του και το μπρούτζινο καντήλι καρφωμένα ήδη στα μάρμαρα. Ο κόσμος λίγος, όσοι είχαν απομείνει στη γειτονιά, μακρινοί συγγενείς και ξεχασμένοι φίλοι του πατέρα από το σχολείο. Δεν μπήκα στην εκκλησία. Και καθώς κατέβαζαν το φέρετρο στο χώμα, δίπλα σ’ εκείνο της γιαγιάς, αναρωτιόμουν αν το στασίδι στην Οδηγήτρια θα χωρούσε ανάμεσά τους. Δεν κατάφερα να κλάψω. Κι εκείνο το λευκό πουκάμισο που φορούσα παρά σε γάμους και κηδείες, μου έπεφτε πολύ στενό στους ώμους και με ανάγκαζε σε μια ιδιότυπη στάση προσοχής, που το αυστηρό, διάφανο βλέμμα του σίγουρα θα ενέκρινε.

Βγαίνοντας από το νεκροταφείο είδα την Άννα. Μέσα σε ένα μικρό Φίατ, με την πόρτα του οδηγού ανοιχτή. «Μπες μέσα», μου είπε κι εγώ μπήκα όσο οι υπόλοιποι βάδιζαν προς το καφενείο. Οδηγούσε νευρικά, πάρκαρε ανάμεσα από κάτι ελιές στο περιβόλι των δικών της. Είχα χρόνια να τη δω, μα δεν αλλάξαμε κουβέντα. Μου πρότεινε ένα πλαστικό μπουκαλάκι με νερό, μου χάιδεψε τα μαλλιά, έβαλα το χέρι μου επάνω στο δικό της. Το πήρε και το έβαλε ανάμεσα στα πόδια της. Ύστερα έσπρωξε πίσω το κάθισμά μου και κάθισε επάνω μου. Τα χέρια μου εξερευνούσαν το δέρμα κάτω από το φόρεμα της, τελείωσα σχεδόν αμέσως. Όταν με γύρισε πίσω, ο καφές είχε σχολάσει. Εκείνη έφυγε [8]Την Άννα δεν την ξαναείδα· εκείνη παντρεύτηκε άκουσα, εγώ έφυγα, πέρασαν χρόνια, ξεχαστήκαμε. Εκείνο για το οποίο της χρωστάω όμως, είναι που εκείνη την ημέρα δεν με ρώτησε το προφανές., εγώ έκανα μια βόλτα από το μνήμα· η γραμματοσειρά της χρονιάς του θανάτου του παππού ήταν αλλιώτικη από εκείνη της χρονιάς που γεννήθηκε.


Υποσημειώσεις[+]

Κύλιση στην κορυφή