© Γιώργος Ρόρρης

Δήμητρα Λουκά

Η Περσεφόνη κάνει μανικιούρ

Αρχές Οκτώβρη αγνώστου έτους, η Περσεφόνη ξεμυτάει κατά το συνήθειό της από το χώμα. Με το αριστερό της χέρι βαστάει σφιχτά το ξύλινο στειλιάρι μιας κοσιάς στο ύψος των ώμων της. Με το δεξί την κρατάει από τη λαβή κάνοντας μικρές ημικυκλικές κινήσεις λίγων εκατοστών πάνω από το έδαφος σαν έμπειρος αγρότης. Τα μαλλιά της είναι ξέπλεγα, θαμπά, γεμάτα ρίζες και χώματα. Ο χιτώνας της μουχλιασμένος, οι φτέρνες της σκασμένες και τα νύχια της ολόμαυρα στις άκρες. Περπατάει καμαρωτά, όπως της έχει δείξει η μάνα της ότι περπατάνε οι θεές. Σε κάθε διασκελισμό νιώθει τη γη να τρίζει κάτω από τα πόδια της. Δεν αργεί να φτάσει στον προορισμό της. Μόλις τη βλέπει, η Δήμητρα πετάγεται όρθια λες και την τσίμπησε μύγα. Κοιτάει τα μαλλιά, το φόρεμα, τα γυμνά της πόδια και έπειτα σκύβει καταγής και χτυπάει δυνατά με τις παλάμες της το χώμα. Της λέει πόσο τα σκάτωσε στη ζωή της, πόσο απρόσεκτη ήταν από παιδί, πλαντάζει από το κλάμα και έπειτα το γυρίζει στο μοιρολόι. Σε κάθε της λυγμό, η Περσεφόνη κλείνει τα αυτιά με τα χέρια της. Δεν περνάνε τρία λεπτά, όταν αρπάζει τη μάνα της από τα μαλλιά και τη σφάζει στο γόνατο με την κοσιά. Σφουγγίζει την κοφτερή λεπίδα στα πράσινα χορτάρια και γυρίζει με βιάση στο σπίτι της. 

Αφήνει το εργαλείο όρθιο πίσω από την πόρτα, ξεντύνεται, πετάει το ματωμένο ρούχο της στον κάδο με τα άπλυτα, μπαίνει κάτω από το καυτό νερό και τρίβει το κορμί της με μανία για να το καθαρίσει από τα ξεραμένα αίματα. Έπειτα σκουπίζει τα μακριά μαλλιά της και τα χτενίζει με προσοχή ώστε να φύγει και το παραμικρό σαρίδι που έχει σκαλώσει στις ρίζες τους. Τους απλώνει λάδι βαλάνου αρωματισμένο με πικραμύγδαλο για να γυαλίσουν. Βγάζει από το μπουντουάρ το νεσεσέρ με τα χρυσά εργαλεία για μανικιούρ και πεντικιούρ. Καθαρίζει με προσοχή τις άκρες των νυχιών της, τα περνάει με λούστρο και τα βάφει με κόκκινη χένα. Λειαίνει τις ξεραμένες φτέρνες της με τη ράσπα, βγάζει από το πρώτο συρτάρι τον ψευδόστομο αμφορέα με άρωμα κορίανδρου που της έχει δωρίσει ο Μέγαλλος από τη Σικελία και στάζει κάμποσες σταγόνες πίσω από κάθε αυτί. 

Μόλις ακούει το τρίξιμο της σιδερένιας θύρας, σημάδι ότι επιστρέφει ο Πλούτωνας από το καθημερινό κυνήγι, πιάνει το μπουκάλι με το κυδωνέλαιο και αλείφεται ολόκληρη. Ξαπλώνει έπειτα νωχελικά στα καθαρά σεντόνια. Κοιτάει την κλειστή πόρτα της κάμαράς της με βλέμμα αχόρταγο και λάγνο. Για πρώτη φορά μετά από τόσους αιώνες γάμου νιώθει τις ρώγες της σκληρές και το αιδοίο της φουσκωμένο και κατακόκκινο. 

«...είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.…»
Τζακ Χίρσμαν
(Φρέαρ τεύχος 4 - Φθινόπωρο 2021)
Κύλιση στην κορυφή