«Φορμάικα! Έλα εδώ».
Εκείνη γύρισε το κεφάλι, έκανε δυο βήματα προς την αντίθετη κατεύθυνση κι έπειτα, σαν να το μετάνιωσε, έτρεξε με ζέση προς το μέρος του.
Ο ήλιος μόλις είχε δύσει. O Μέμος ούτε που κατάλαβε πότε εξαφανίστηκε πίσω απ’ το βουνό, πότε σκοτείνιασε, πότε ξεκίνησε να φυσά αυτό το ανακουφιστικό αεράκι που του ανάδευε τα μαλλιά. Ένα δροσερό ρεύμα κατέβαινε την πλαγιά, περνούσε ανάμεσα από τα φύλλα των δέντρων κι ήταν λες κι ανέπνεαν μαζί όλα τούτα: η κορυφογραμμή, τα πεύκα, το ιδρωμένο του κεφάλι.
«Έλα λοιπόν». Χτύπησε δυο φορές την παλάμη στον μηρό του κι έπειτα κάθισε.
Η παλιά σκουριασμένη κούνια έτριξε λίγο καθώς έπεφτε με όλο του το βάρος επάνω της. H Φορμάικα τον μιμήθηκε. Ήρθε, κόλλησε δίπλα του κι ο Μέμος χάιδεψε τρυφερά τη ράχη της.
«Πού είσαι συ;», της είπε σιγανά.
Από πάνω τους η τέντα του εξοχικού, σχισμένη από χρόνια, αποκάλυπτε ένα τριγωνικό κομμάτι ουρανού με ξέφτια. Μπροστά τους τα κάγκελα, σπασμένα δόντια, πλαισίωναν τη θάλασσα κι απέναντι ό,τι είχε απομείνει από το νησί της Σαλαμίνας ξεπρόβαλλε σκοτεινό και ήσυχο. Θυμήθηκε τα πλοία που κρέμονταν κάποτε, σαν τεράστια δολώματα, από τους γερανούς του ναυπηγείου. Στη θέση τους υψώνονταν τώρα οι πλατφόρμες εξόρυξης. Τα φώτα τους, μικρά πορτοκαλί μελίσσια, έβαφαν το νερό τρεμοπαίζοντας κι όποτε ξεκινούσαν τη δουλειά, οι δονήσεις έκαναν το περίγραμμά τους να θολώνει.
«Σου έλειψα καθόλου, μωρή;», την κοίταξε στα μάτια.
Η Φορμάικα δεν αντέδρασε. Κουνήθηκε λιγάκι, ίσα για να πάει πιο κει στο μαξιλάρι.
Ο Μέμος ήταν ακόμη έφηβος, ζούσε η μάνα του, ο πατέρας, η γιαγιά, όταν τη βρήκαν στην άκρη του δρόμου, λίγο μετά τα διυλιστήρια της Ελευσίνας. Κάποιος την είχε ξεφορτωθεί εκεί χάμω σαν παλιοτενεκέ. Βρώμαγε, έζεχνε το κορμί της πηχτό πετρέλαιο κι ήταν το κεφάλι της τόσο παραμορφωμένο απ’ τα χτυπήματα, που έμοιαζε με μουσούδα σκύλου. Τα βλέφαρά της μετά βίας ανοιγόκλειναν κι ένα μεγάλο κομμάτι έλειπε από την κοιλιά της. Κάποιος την είχε ανοίξει εκεί μπροστά –ποιος ξέρει γιατί– σαν κονσέρβα. Ασήμιζε κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο ξεπροβάλλοντας μέσα από σακούλες σκουπιδιών και φρούτα που σάπιζαν.
«Κοίτα να δεις που αποκτήσαμε σκυλί», αναφώνησε ο πατέρας του όταν, μετά από ώρες, βγήκε απ’ το εργαστήριο. Της είχε λαδώσει μία μία τις αρθρώσεις, είχε επισκευάσει την πλακέτα στη μέση της, κάτι καλώδια που κρέμονταν απ’ το σαγόνι της σαν τρίχες τα ʼχε παραχώσει κι αυτά μέσα στο κεφάλι. Ένα κομμάτι γαλάζιας φορμάικας ταίριαξε γάντι στην τρύπα που έχασκε στην κοιλιά της. Μόνο τη μουσούδα της άφησε έτσι, λίγο πλατυσμένη, σκυλίσια, για να τους λέει «Σκύλο δεν θέλατε;» κι έπειτα να ξεσπά σε γέλια. Τη λάτρευε τη Φορμάικα κι ας ήταν λειψή η καημένη. Ίσως βέβαια κι ακριβώς γι’ αυτό.
Παρ’ ότι προορισμένη για βοηθητικό μοντέλο σε βιομηχανικές εργασίες –ήταν άλλωστε μια Ζ86 neon: enterprise edition–, ποτέ δεν τη χρησιμοποίησαν με αυτόν τον τρόπο στο σπίτι. Ποτέ δεν της είπαν «φέρε» ή «δώσε» ή «κράτα». Η Φορμάικα, που σπάνια μιλούσε, ήταν κάτι σαν μέλος της οικογένειας. Σιωπηλή κι αποτραβηγμένη, συνήθως καθόταν σε μια καρέκλα ή στον καναπέ και παρατηρούσε. Καμιά φορά, όποτε η γιαγιά του Μέμου έφτιαχνε κουλούρια, η Φορμάικα με πολύ αβρές κινήσεις πήγαινε και τη βοηθούσε να πλάσει το ζυμάρι, ν’ ανοίξει τον φούρνο, να βγάλει το καυτό ταψί με τα γλυκίσματα. Το ʼπιανε έτσι χωρίς γάντια κι ήταν αστείο και όμορφο το πώς κοκκίνιζαν τ’ ακροδάχτυλά της από τη θερμότητα.
Τρόμαξε όταν τη βρήκε έπειτα από τόσα χρόνια. Με τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατα, καθόταν σε μια καρέκλα δίπλα απ’ το ανοιχτό ψυγείο. Σοβάδες είχαν πέσει στο κεφάλι της κι ένα παχύ στρώμα σκόνης κάλυπτε το κορμί της. Καθώς την ξεσκόνιζε μ’ ένα πεταμένο παλιόπανο, η Φορμάικα ξύπνησε από τον βαθύ ύπνο. Ο Μέμος την κοίταξε αδυνατώντας να πιστέψει ότι λειτουργούσε ακόμη. Το λεπτό γαλάζιο φύλλο στην κοιλιά της είχε φουσκώσει. «Γαμημένη υγρασία», σκέφτηκε κι άπλωσε το χέρι να τη χαϊδέψει. Να την ισιώσει. Η Φορμάικα αποτραβήχτηκε. Τα μέλη της στρίγγλισαν όπως δυο λαμαρίνες που τρίβονται αναμεταξύ τους.
«Έλα κοπέλα μου, εμένα φοβάσαι;», της ψιθύριζε τώρα. Του φάνηκε η φωνή του αφύσικη, βραχνή μέσα στην ησυχία. Το ανθρωποειδές βλεφάρισε. Στις δύο lcd οθόνες που γέμιζαν τις κόχες των ματιών της φάνηκε λίγος ουρανός, λίγη θάλασσα. Δυο τρεις ηλεκτρικές ανταύγειες πέρασαν φευγαλέα από μέσα τους, θυμίζοντας στον Μέμο ότι η ώρα πλησίαζε. Άπλωσε τα πόδια κι έγειρε προς τα πίσω. Ο ουρανός είχε ήδη αρχίσει να γεμίζει μπλε και μοβ λάμψεις. Μια ηλεκτροφόρα δαντέλα διαδεχόταν σταδιακά το απόλυτο σκοτάδι. Έπειτα από σχεδόν μισό αιώνα, η αναγνωριστική αποστολή επέστρεφε επιτέλους από τη Γκλίζε, τον ερυθρό νάνο αστέρα. Ο Μέμος περίμενε τη στιγμή της επιστροφής από τότε που ήταν παιδί. Κάθονταν μαζί με τον πατέρα του τα βράδια του καλοκαιριού στην κούνια και το συζητούσαν:
«Δηλαδή σε πόσα χρόνια θα γυρίσουν;»
«Ου, έχουμε ακόμα, μη βιάζεσαι», απαντούσε ο πατέρας του γελώντας. Χαμήλωνε το βλέμμα και μια σκοτεινιά τού έβαφε το ασπράδι στα κρυφά.
Το θέαμα στον ουρανό ήταν πράγματι εντυπωσιακό. Από στιγμή σε στιγμή η φλεγόμενη είσοδος του σκάφους στην ατμόσφαιρα θα προκαλούσε αλαλαγμούς χαράς. Πολλαπλά κύματα χειροκροτημάτων θα γέμιζαν τον πλανήτη. Ο Μέμος το έβλεπε καθαρά, σαν να συνέβαινε ήδη μπροστά του. Η παγκόσμια κυβέρνηση επεφύλασσε στους αστροναύτες μια αξέχαστη υποδοχή. Χιλιάδες δορυφόροι αναμετέδιδαν εικόνες από το εσωτερικό της κάψουλας. Τις πρόβαλλαν ταυτόχρονα σε όλες τις οθόνες, στους τοίχους, στις πλατείες, στις λίμνες και στις θάλασσες του κόσμου. Το είδωλο του κυβερνήτη και των υπόλοιπων αξιωματούχων κυμάτιζε τώρα δίπλα στις πλατφόρμες εξόρυξης της Ελευσίνας. Φορώντας τις λευκές στολές τους, χαμογελούσαν πλατιά. Τα πορτοκαλί φωτεινά μελίσσια τρεμόπαιζαν μπαινοβγαίνοντας στα στόματά τους κι ο βράχος της Σαλαμίνας υψωνόταν για πρώτη φορά μεγαλειώδης, λες κι αποκτούσε ξανά ζωή μετά τη μεγάλη καταστροφή. Ο Μέμος δεν θα μπορούσε να διαλέξει καλύτερο μέρος για να παρακολουθήσει την άφιξη. Απέμεναν πλέον ελάχιστα δευτερόλεπτα.
«Συγγνώμη».
Το είπε χαμηλόφωνα και γύρισε να την κοιτάξει. Ένιωσε τα μάγουλά του να φουντώνουν. Τα άγγιξε με την ανάστροφη της παλάμης. Ένας κόμπος μεγάλος σαν γροθιά στάθηκε στον λαιμό του.
Η Φορμάικα ακίνητη, κοιτούσε ευθεία μπροστά. Στις οθόνες των ματιών της καθρεφτίστηκε ξάφνου μια πυκνή δαντέλα από ηλεκτρικές εκκενώσεις κι έπειτα μια εκτυφλωτική λάμψη. Ένα κύμα αλαλαγμών αντήχησε σε όλη την πλαγιά. Τάραξε συθέμελα ό,τι είχε απομείνει απ’ το εξοχικό τους σπίτι κι έδωσε μια μικρή σπρωξιά στη σκουριασμένη κούνια όπου κάθονταν. Οι μεντεσέδες της στρίγγλισαν για λίγο πένθιμα, σαν λαβωμένα ζώα, κι έπειτα σώπασαν.
