Διήγημα

1. Σκοτεινή επαρχία ξεχασμένη από τον Θεό, βροχερό μετείκασμα της παιδικής ηλικίας. Εδώ πέρασα τα παιδικά και τα εφηβικά μου χρόνια ανάμεσα σε χριστιανούς, μουσουλμάνους και τσιγγάνους και τώρα, έπειτα από μισό και πλέον αιώνα,

Ρωξάνη Παστού Σόνια Τσιουτσιουλικλή Ελένη Βουλγάρη Μαρία Τσιάκκα Τζωρτζίνα Χρίστου Ελένη Ξένου Ρωξάνη Παστού ΖΩΝΤΑΝΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΙΑΡΚΟΥΝ Η αδερφή μου, που είναι 40 χρόνια τώρα αδερφή μου και που μόνο 2 χρόνια της ζωής

Η ΜΑΝΑ «Βόβα, γλυκέ μου Βόβα…», έλεγε ψιθυριστά, μελωδικά η μητέρα του τρυφερού, αχνιστού, σαν πασαλειμμένο κατσικάκι με ροδόνερο, βρέφους. Το μωράκι ρούφαγε ήσυχο, αμέριμνο το ζεστό γάλα από το στήθος της μάνας και τίποτα

(Μετάφραση: Φοίβος Πιομπίνος) Α´ Ένα βράδυ που ο στρατιώτης Ἰερεμέι, ἀφοῦ τέλειωσε τὴν καθημερινή του σκοπιὰ μπροστὰ στὴν Τσεκά [1], ἔσερνε τὶς φαγωμένες ἀρβύλες του τριγυρίζοντας τὸ Ταμπόφ [2], συνάντησε μιὰ γυναίκα ποὺ τὰ μάτια

Αμέτρητες ζωές μάς κατοικούν.Δεν ξέρω, όταν σκέφτομαι ή αισθάνομαι,Ποιος είναι αυτός που σκέφτεται ή αισθάνεται.Εγώ είμαι απλά ο τόποςΤης σκέψης και του αισθήματος.Ρικάρντο Ρέις Άσε με να σου πω μια ιστορία, μια ιστορία που διαδραματίστηκε

1. Το ζώδιό μου γράφει, δεν είναι ώρα για μεγάλους κυματισμούς, για αιθέρες, φτερά και πούπουλα, δεν είμαστε τα δυο μισά της νύχτας, μόνο γλώσσα. 2. Ανάμεσα σε δύο καφέδες, ταξιδέψαμε στην Ιάβα, μου φόρεσες

Στις πεντέμισι το πρωί, όταν η νύχτα διστάζει ακόμα να αποσυρθεί, αλλά το φως γαλαζιάζει δειλά, έρχονται εκείνες κι εμφανίζονται σαν σκούρα στίγματα πάνω στα κλαδιά της γέρικης μουριάς. Πριν ακόμα αρχίσουν την ακατάσχετη φλυαρία

Μόλις σκοτείνιασε άρχισαν να βγαίνουν απ’ την καλαμοσκεπή οι νυχτερίδες και να γράφουν τις τρελές, με τις ξαφνικές αλλαγές πορείας, πτήσεις τους στο σύθαμπο. Όταν ήμασταν παιδιά σηκώναμε με δέος το κεφάλι σαν νύχτωνε και

Και μετά από μήνες, βδομάδες, ημέρες, ώρες, λεπτά, δευτερόλεπτα συναντιόμαστε, για να παίξουμε ξανά τον αποχαιρετισμό. Είμαστε πάλι σε κάποια πλατεία, αλλά αυτή τη φορά δεν μας χωρίζουν ποτάμια ούτε σκαλοπάτια. Στη μέση ένα σιντριβάνι

Αν με ρωτήσετε γιατί συγκέντρωσα τους ετερόκλητους μονολόγους του Χ., θα απαντήσω ότι είναι μέρη συζητήσεων που με συνδέουν με το συγκεκριμένο πρόσωπο. Στην ουσία είναι ένα ανθολόγιο αναδρομών σε περιστατικά που αφηγείται, περιορισμένο σε

Κύλιση στην κορυφή