ΖΩΝΤΑΝΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΙΑΡΚΟΥΝ
Η αδερφή μου, που είναι 40 χρόνια τώρα αδερφή μου και που μόνο 2 χρόνια της ζωής της δεν ήταν αδερφή μου και δεν τα θυμάται καν, δεν μου είπε ποτέ ότι με αγαπά. Αλλά με παίρνει μαζί της να ψωνίσουμε κρέμες σώματος, σαν να μου λέει ξέρεις τη μυρωδιά μου καλύτερα από τον καθένα. Την τελευταία φορά που πήγαμε να ψωνίσουμε κρέμες, δοκίμασε μία από ένα σκούρο κόκκινο μπουκάλι. Έγειρε προς το μέρος μου και με ρώτησε τι μυρίζει. Μύριζε τριαντάφυλλο, λακ μαλλιών, δυόσμο και τσιγάρο που καπνίστηκε ένα μισάωρο πριν. Της είπα ότι μυρίζει κουρασμένη μαμά, σε καριέρα που δεν της ταιριάζει. Με είπε χαζή. Τη ρώτησα αν πιστεύει ότι στα γραφεία κηδειών, όταν ετοιμάζουν τους πεθαμένους για την κηδεία, έχουν ειδική μάρκα μακιγιάζ ή αν ας πούμε στη μάνα μας έβαλαν Maybelline. Με κοίταξε σαν να είχα μόλις ξεβρακωθεί ανάμεσα στις ενυδατικές και τα χρωματιστά βερνίκια νυχιών και προχώρησε στο ταμείο με τη νέα της κρέμα. Στο αυτοκίνητο, χαμήλωσε το ραδιόφωνο που έπαιζε Sakamoto και μου είπε «ελπίζω να της έβαλαν Estée Lauder, με τις άλλες βγάζει σπυριά». Κι εγώ το ίδιο.
ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ
Η Φιλίππα καθημερινά, πριν σηκωθεί απ’ το κρεβάτι, πριν κατουρήσει, πριν πλύνει τα δόντια της, πριν πιάσει τα μαλλιά της κότσο, βλέπει τα stories της @stylebybecki. Αν είσαι κι εσύ άσχετος, σαν τον Γιάννη, τον άντρα της Φιλίππας, και δεν ξέρεις ποια είναι η @stylebybecki, η Φιλίππα θα σου πει ότι είναι η Becki με i, όχι με y, Becki Jackson, μια Αμερικανίδα interior designer, όχι διακοσμήτρια, σε παρακαλώ πολύ, κάπου λίγο έλεος, η οποία έχει δική της σειρά ειδών για το σπίτι και μια υπέροχη σελίδα στο Instagram, όπου καθημερινά μοιράζεται ιδέες σε κολάζ και aesthetics και vibes κατευθείαν από το Malibu. Και για τη Φιλίππα, που μένει στο δυάρι στον Γέρακα, η Becki είναι είδωλο.
Εδώ και 6 μήνες, η Φιλίππα παίρνει έμπνευση από την Becki για να ανανεώσει το δυάρι. Τις νύχτες, μετά το δείπνο, δείχνει στον Γιάννη χρώματα. Το ζαχαρί, το κιμωλί, το 45ΥΥ 83/062, το 55YR 83/024, το Twinkle Twinkle 0355, το Thistle Gray 0197, το White Shoulders 1265, το Chic Shadow, μέχρι και το Elephant’s Breath. Ο Γιάννης τα βλέπει μπεζ, όλα μπεζ. Μα έμαθε να λέει φράσεις όπως «αυτή η απόχρωση είναι πιο φωτεινή» και «νομίζω είναι λίγο θαμπό».
Γιατί μετά από όλα αυτά τα μπεζ, κι όταν περάσουν λίγοι μήνες ακόμη, μπορεί η Φιλίππα να νιώσει καλύτερα για το κίτρινο που δεν πρόλαβαν να βάψουν το μικρό δωμάτιο, και ίσως ξαναφορέσει το κόκκινο βρακί που αρέσει στον Γιάννη, αυτό με τη ροζ καρδούλα, και ίσως ξανακοιμηθούν χωρίς να έχουν περάσει ώρες ολόκληρες βλέποντας μπεζ μπογιές και μπεζ ριχτάρια και μπεζ χαλιά και μπεζ βάζα, στρογγυλά, με τρύπα στη μέση, που κάνουν τα κοτσάνια να παθαίνουν λουμπάγκο.
ΝΕΑΡΟΣ ΑΝΤΡΑΣ ΣΕ ΚΡΙΣΗ ΑΣΘΜΑΤΟΣ
Νεαρός άντρας, αγνώστου μέχρι στιγμής ταυτότητας, κατέρρευσε σήμερα στις 5:10 μ.μ. στη διασταύρωση Πέτρου Συνδίκα και Δελφών, όταν ξαφνικά τον έπιασε οξεία κρίση άσθματος. Η πρώτη που βρέθηκε κοντά του ήταν η Κ.Τ., μια γυναίκα γύρω στα 50, η οποία ισχυρίστηκε ότι άκουσε αυτό που προσπαθούσε να εκστομίσει ο νεαρός. Με βεβαιότητα υποστήριξε ότι είπε «Σ’ αγαπώ» και μάλιστα δήλωσε πολύ συγκινημένη. Στο σημείο βρέθηκε και ο Μ.Χ., που έβλεπε από μακριά, ο οποίος ανέφερε ότι διάβασε τα χείλη του νεαρού και είπε σίγουρα τη φράση «Σ’ αγαπώ τρελά!». Πλήθος κόσμου μαζεύτηκε γύρω από τον νεαρό, παρακολουθώντας την προσπάθειά του να μιλήσει. Άλλοι άκουγαν «Στάσου» και άλλοι «Αναπνευστήρα». Προκλήθηκαν, μάλιστα, έντονες συζητήσεις και διαπληκτισμοί για το ποια λέξη προσπαθούσε να πει. Τις φιλονικίες διέκοψε η λιποθυμία του νεαρού που είχε ως αποτέλεσμα τη μεταφορά του στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Όταν συνήλθε δήλωσε ότι η λέξη ήταν «Ασθενοφόρο».
Δημοσίευμα σε τοπική εφημερίδα
(εμπνευσμένο από την Κρίση Άσθματος του Έντγκαρ Κέρετ)
ΝΤΑΜΑ
Το φως του πρωινού παρακολουθεί την τελευταία παρτίδα. Στο οβάλ τραπέζι δυο κλειστά βιβλία ονειρεύονται. Ένα κηροπήγιο κάτι πενθεί. Δυο τριαντάφυλλα κρέμονται λιπόθυμα σ’ ένα βάζο, δεν θα προλάβουν το αναπόφευκτο. Τα άλογα, ο πύργος κι αρκετοί αξιωματικοί κείτονται ηττημένοι στο κόκκινο χαλί. Οι δυο γυναίκες σκέφτονται τις επόμενες κινήσεις τους. Η μία συμβιώνει με ένα δέκα χιλιοστών έμβρυο στη μήτρα της. Πέντε εβδομάδες πριν, πάνω στο κόκκινο χαλί, μαζί με εκείνον, πυροδότησαν αυτή τη νέα ζωή. Η άλλη θα τον παντρευτεί σε έναν μήνα. Μέχρι τότε, όμως, διασκεδάζει παίζοντας σκάκι μ’ αυτήν που της δίδαξε τους κανόνες του. Τη μάνα της, στην τελευταία παρτίδα.
ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑΧΙ
Είχε περάσει καιρός από τότε που τις ένιωσε πρώτη φορά. Στην αρχή ήταν ένα χάδι. Μετά πετάρισμα. Αργότερα φτερούγισμα. Στο τέλος μετακίνηση σμήνους. Χαμογελούσε όποτε τη γαργαλούσαν. Κι όσο περνούσε ο καιρός χαχάνιζε ασυγκράτητα, κι ας την κοίταζαν όλοι περίεργα. Κάποια στιγμή, όμως, άρχισαν να την πονούν. Κάθε τους πέταγμα προκαλούσε και μια κραυγή της. Κρατούσε το στομάχι της, διπλωνόταν. Έχωνε τα νύχια στην κοιλιά της, προσπαθούσε να τις πνίξει. Αυτές συνέχιζαν, σταματούσαν μόνο όταν το ήθελαν. Κι όταν πια δεν μπορούσε να φάει τίποτα και το νερό τη μαχαίρωνε, πήγε στον γιατρό.
Η ακτινογραφία έδειξε πεταλούδες σκορπισμένες στο πάγκρεας, τα νεφρά, το έντερο και ολόκληρα σμήνη γύρω από την καρδιά.
Ο γιατρός πρότεινε να αφαιρεθούν άμεσα, πριν φτάσουν και σε άλλα όργανα. Το χειρουργείο γέμισε λευκές πεταλούδες. Κάποιες μαζεύτηκαν στις λάμπες, άλλες πνίγηκαν σε κηλίδες αίματος ή έλιωσαν κάτω από παπούτσια. «Αν ήταν ακόμη στα κουκούλια τους, κάτι θα κάναμε», είπε ο γιατρός μετά την εγχείρηση. «Άργησε πολύ, τις άφησε να γεννήσουν…».
Πάνω στο κρεβάτι του δωματίου 33, οι νοσοκόμες άπλωσαν τη νυχτικιά, τις παντόφλες και το νεσεσέρ της. Σ’ ένα σφραγισμένο μπουκαλάκι στο κομοδίνο, μια πεταλούδα πάσχιζε να ξεφύγει.
DOWN-HILL
Η μάνα μου κρατούσε τα Dunhill και άναβε το ένα μετά το άλλο. Κόκκινα κουτιά περικυκλωμένα από χρυσό στοιβάζονταν στον νεροχύτη. Τα αποτσίγαρα πάλευαν να βγουν από τα τασάκια σαν σαλιγκάρια από κατσαρόλα. Από τις αναθυμιάσεις πνίγηκα. Τελικά μεγάλωσα κι εγώ με κίτρινα φαγωμένα δάχτυλα, μέχρι που κατάλαβα ότι το φουγάρο που κάπνιζε μέσα μου ήταν αυτή και όχι εγώ.
ΟΛΑ ΗΤΑΝ ΜΕΓΑΛΗ ΥΠΟΘΕΣΗ
Τα βαμμένα χέρια απ’ τις νερομπογιές,
οι λάσπες που πιτσιλίζονταν στα παντελόνια,
οι ατέλειωτοι δρόμοι,
τα σουλάτσα,
τα ξανθά, σχεδόν κόκκινα μαλλιά της,
τα πειράγματα στο διάλειμμα,
η αποπνικτική μυρωδιά της μαργαρίτας κάτω απ’ τον ανοιξιάτικο ήλιο,
το πέταγμα στο μήλο,
ακόμη και τα γδαρσίματα στα γόνατα.
Τα μάτια, τα μάτια των άλλων που τα ένιωθες διπλά και τριπλά.
Η ΚΟΥΖΙΝΑ
Η μάνα μου μαγειρεύει εδώ και ώρα τρία αρνίσια κεφαλάκια. Τα βράζει μέσα σε μια μεγάλη κατσαρόλα, που δεν είναι αρκετά μεγάλη για να καλύψει τα μάτια τους, και τα μάτια τους εξέχουν από το στόμιο κοιτώντας νεκρωμένα το ταβάνι ή ίσως και πέρα από το ταβάνι, τον Ύψιστο. Φοράει τη μπλε της ρόμπα και έχει τα μαλλιά της τυλιγμένα σε γαλάζια μπικουτί, μια προμελετημένη χρωματική αρμονία που επιχειρεί καθημερινά για να ξεγελάσει τον χρόνο. Τα τζάμια έχουν θολώσει, οι πολυκατοικίες αχνοφαίνονται στο βάθος και η κουζίνα που κάποτε μύριζε μαρμελάδες, άρωμα Rive Gauche και φρεσκοκομμένα λεμόνια, τώρα μυρίζει κρεατίλα, κάτουρο και απολυμαντικό. Πάνω στον πάγκο μια μικρή τηλεόραση σφηνωμένη ανάμεσα σε γλυκά του κουταλιού και άδειες γυάλινες μπουκάλες δείχνει το τηλεπαιχνίδι «Ο τροχός της τύχης». Οι παίχτες του πρέπει να λύσουν έναν γρίφο. Ο γρίφος αντιστοιχεί σε μια λέξη. Η λέξη ανήκει στην κατηγορία «Ποίηση». Ο πατέρας μου ξεπροβάλλει από το βάθος του διαδρόμου, με τις καρό πιτζάμες του να κρέμονται από το αδυνατισμένο του σώμα σαν ξέχωρη ύπαρξη. Οι ώμοι του κυρτωμένοι και το κεφάλι του σκυφτό ανάμεσά τους. Κάνει ένα μικρό βήμα και ύστερα ακόμα ένα, στο πρώτο λέει «Παναγία μου», στο δεύτερο «βοήθα με», και κάπως έτσι φτάνει στην κουζίνα με μια βραδύτητα που κάνει ακόμη και τα λεπτά να μοιάζουν αργοπορημένα. Κοιτάζει πρώτα τη μάνα μου να αναμετριέται με τον χρόνο πάνω από το κοχλαστό νερό της κατσαρόλας και μετά τα τρία αποκεφαλισμένα αρνιά, που στριφογυρίζουν στο νερό με τα νεκρωμένα μάτια τους προς το ταβάνι ή τον Ύψιστο. Μια έκφραση αηδίας που θυμίζει τον παλιό του εαυτό ενεργοποιεί τα αντανακλαστικά του. Γυρνάει απότομα το κεφάλι του προς την τηλεόραση. Ο τροχός της τύχης εξακολουθεί να γυρίζει. Δέκα γράμματα ο γρίφος. Ο ποιητής παραμένει άφαντος. Η μάνα μου συνεχίζει το ανακάτεμα στρέφοντας το βλέμμα στην τηλεόραση και ο πατέρας μου παίρνει τα δόντια του από ένα πλαστικό δοχείο και προσπαθεί να τα φορέσει στα ούλα. «Πες έναν ποιητή που θυμάσαι», του λέει εκείνη ξαφνικά, στην ίδια ένταση που κάποτε του φώναζε να κατεβάσει τα σκουπίδια. «Στα νιάτα σου τους ήξερες όλους», συμπληρώνει αμέσως μετά. Εκείνος δεν μιλά. Κοιτάζει πρώτα τα αρνίσια κεφαλάκια, ύστερα τα κρυμμένα γράμματα του ποιητή και αφήνει ένα ρέψιμο, σαν ουρλιαχτό λύκου.
⸙⸙⸙
Τα κείμενα γράφτηκαν στο πλαίσιο εργαστηρίου μικροδιηγήματος/μικρομυθοπλασίας των Εκδόσεων Νεφέλη (Φεβρουάριος-Μάιος 2023), με εισηγήτρια τη συγγραφέα Μαρία Α. Ιωάννου και επισκέπτριες συγγραφείς τις Meg Pokrass, Lorette C. Luzajic και Francine Witte.

