Η ΜΑΝΑ
«Βόβα, γλυκέ μου Βόβα…», έλεγε ψιθυριστά, μελωδικά η μητέρα του τρυφερού, αχνιστού, σαν πασαλειμμένο κατσικάκι με ροδόνερο, βρέφους.
Το μωράκι ρούφαγε ήσυχο, αμέριμνο το ζεστό γάλα από το στήθος της μάνας και τίποτα δεν μπορούσε να του αποσπάσει την προσοχή. Πόση εντύπωση της είχε κάνει αυτή η καθηλωτική αφοσίωση στους τουμπανιασμένους μαστούς της. Θυμάται όταν θήλαζε τη μεγάλη της κόρη, κάθε φορά που έμπαινε κάποιος μέσα στο δωμάτιο, αυτή σταμάταγε, έγερνε το κεφάλι προς τη μεριά του εισβολέα και με ένα βλέμμα-ερώτηση «πώς από εδώ» έκοβε το βύζαγμα μέχρι η πόρτα να κλείσει και να μείνουν πάλι οι δυο τους. Έτσι η μητέρα, πριν από κάθε θηλασμό, φρόντιζε να απομονώνεται. Ήταν ο μόνος τρόπος άλλωστε για να μπορεί να διατηρεί τη συγκέντρωσή της. Ειδάλλως, με όλες τις παύσεις και τα ελεγκτικά σταματήματα, η μικρή έκανε έως και μιάμιση ώρα μέχρι να ολοκληρώσει το γεύμα.
Ο Βόβα της όμως ήταν κάτι άλλο. Μαζί του μπορούσε να κάτσει στο μέσον της κεντρικής πλατείας και να τον ταΐσει ανεμπόδιστη. Μέσα στη φούσκα που έφτιαχναν οι δυο τους, τα αυτοκίνητα συνέχιζαν να τρέχουν πάνω σε ψήγματα σφολιάτας, ένας σκύλος μύριζε το καχεκτικό δέντρο, δύο αγοράκια σκαρφάλωναν στη μαρμάρινη σύνθεση που κάποιοι την ονόμαζαν άγαλμα, ενώ η κατακίτρινη ουρά των ταξί μεγάλωνε ολοένα. Και τίποτα από όλα αυτά δεν μπορούσε να μπει ανάμεσά τους.
Τον Βλάντκι η μάνα τον θήλασε έτσι δύο χρόνια. Σταμάτησε όταν πλέον δεν μπορούσε να ελέγξει τα δοντάκια του και, αναζητώντας ανακούφιση από τον πόνο που του προκαλούσε η οδοντοφυΐα, τη δάγκωνε και περίμενε να δει πώς θα αντιδράσει η μητέρα.
❧
Η ΦΙΛΗ
Tον Βλάικο, έτσι τον έλεγε χαϊδευτικά η Ελένα, τον αγαπούσε.
Ήταν το μεγάλο της απωθημένο από το γυμνάσιο και να, τώρα ήταν ζευγάρι οι δυο τους. Συναντήθηκαν τυχαία, χρόνια αφού είχαν τελειώσει το λύκειο, σε ένα σούπερ μάρκετ. Ακατάλληλο μέρος για τρυφερά συναπαντήματα, όμως η Ελένα ένιωσε πάλι το ίδιο σκίρτημα για τον χλωμό, ψηλόλιγνο άντρα με τα καστανά μάτια. Κι ο Βλαντιμίρ πρώτη του φορά είδε πόσο όμορφη και καλή ήταν. Όμως, όσο βέβαιη ήταν αυτή για την αγάπη τους, τόσο ο Βλάικο ένιωθε σα να μην ήταν έτοιμος για όλο αυτό. Ήταν μόλις 22. Η Ελένα ήταν υπέροχη και θα γινόταν εκπληκτική μάνα, όμως δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του να μένει μαζί της για πάντα.
Έτσι, όταν της ανακοίνωσε ότι θα πήγαινε στην Αίγυπτο, για σεζόν σε ξενοδοχείο, ήξερε ότι την εγκατέλειπε. Και η Ελένα τότε του τα είπε όλα: πως ήθελε να παντρευτούν, να κάνουν τρία παιδιά, να μείνουν μαζί για πάντα. Ο νεαρός άντρας, θέλοντας να την προστατεύσει από την αγάπη της, της ζήτησε να διακόψουν.
Η νεαρή γυναίκα έπεσε στο μαξιλάρι της κι έκλαψε. Το μαξιλάρι, έκανε μια γουβίτσα υγρή και στρογγυλή και, αλλάζοντας βάρος και υφή, μετατράπηκε σε κολλώδες ηφαίστειο. Όταν σηκώθηκε, τα μάτια της είχαν αλλάξει σχήμα, όχι τόσο από το κλάμα όσο από το βάπτισμα στην πρώτη της ερωτική απογοήτευση.
Δεν ένιωθε πλέον αγάπη γι’ αυτόν. Τον μισούσε κι ας δεν της είχε κάνει τίποτα κακό. Το μόνο του έγκλημα ήταν πως δεν την αγαπούσε.
«Να πεθάνεις, Βλάικο. Να πονέσεις πολύ. Να πεθάνεις από πόνο και μοναξιά!» φώναξε και κομμάτιασε τις φωτογραφίες τους.
❧
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ
Ποτέ του δεν κατάλαβε γιατί έδωσε στον γιο του το όνομα του δικού του πατέρα, ενός πατέρα που δεν είχε καμία επαφή μαζί του από τότε που τους εγκατέλειψε, όταν εκείνος είχε μόλις κλείσει τα δεκαπέντε.
Όταν γεννήθηκε ο Βόβα –έτσι τον αποκαλούσε μόνο η γυναίκα του– τα δάχτυλα του χεριού του έμοιαζαν περισσότερο με τρωκτικού παρά με ανθρώπου. Ήσυχο και καλοσχηματισμένο μωρό, αλλά και πάλι δεν μπορούσε να βρει ένα σημείο επαφής μαζί του.
Σε κάθε μοιραία, σχεδόν κοινότοπη επανάληψη της φράσης «Ο γιος σου, Ντιμίτρι! Ο γιος σου!», ο πατέρας ένιωθε έναν μικρό ίλιγγο και μετά, για ώρες πολλές, τα έντερά του ξεκίναγαν ένα αργό, γεμάτο ακατανόητα σουρσίματα, μοιρολόι.
Οι μέρες περνούσαν, οι μήνες περνούσαν κι ο Ντιμίτρι ευχόταν να νιώσει λίγη από την ησυχία, αν όχι της πατρικής αγάπης, έστω της κοινωνικής επιβεβαίωσης ότι είχε κάνει γιο. Όμως, τίποτα. Και χωρίς καλά, καλά να το καταλάβει, ο Βλαντιμίρ έφτασε την πρώτη του μέρα στο σχολείο.
Η γυναίκα του, με αδιαμαρτύρητη αφοσίωση στον γιο τους, είχε σηκωθεί από νωρίς. Ήθελε όλα να είναι όπως πρέπει. Όταν ξύπνησε απαλά το παιδάκι, ήταν ήδη έτοιμη να το ταΐσει και να το συνοδεύσει μέχρι την εξώπορτα του σχολείου. Ο μικρός όμως, της ετοίμαζε μια έκπληξη. Ήθελε τον πατέρα του. Κολλημένο στην τεράστια –μα άκαμπτη– αγκαλιά του, με το κεφαλάκι του σχεδόν να τρίβεται στα σκληρά χέρια του, τον τράβαγε σαν το σκυλί το αφεντικό του.
Το αντρόγυνο κοιτάχτηκε σαστισμένο, κανείς δεν ήξερε ποιος ένιωθε μεγαλύτερη αναστάτωση, η μάνα που λαχταρούσε να το συνοδεύσει στο σχολείο ή ο πατέρας που δεν ένιωθε το παραμικρό.
Τα χρόνια πέρασαν κι ενώ γύρω του όλα άλλαξαν μέγεθος, σχήμα και υφή, τα έντερά του εξακολουθούσαν να διαμαρτύρονται σε κάθε επιβεβαίωση της πατρικής του ανικανότητας. Έτσι αποφάσισε να πάει να τον βρει στην Αίγυπτο. Μακριά από τη γυναίκα του, σε ένα εξωτικό μέρος στην Ερυθρά Θάλασσα, ίσως και να ερχόταν πιο κοντά στον γιο του.
«Μπα-μπάααα!!
Μπα-μπάα!
Σώσε με!»
Ήταν τα τελευταία λόγια του Βλαντιμίρ, την ώρα που τον κατασπάραζε, μπροστά στα μάτια του, το άγριο ζώο.
Και για ένα μυστήριο λόγο ήταν η πρώτη φορά που ο πατέρας ένιωσε ένα μικρό σκίρτημα στην καρδιά και μια τρελή, απεγνωσμένη λαχτάρα να τον κρατήσει στην αγκαλιά του.
❧
Ο ΚΑΡΧΑΡΙΑΣ
Η λεία του ήταν εύκολη. Όχι ιδιαίτερα νόστιμη ή πλούσια σε λίπος. Όμως εύκολη.
Αν το καλοσκεφτείς, ένας άνθρωπος είναι ένα κομμάτι φρέσκο κρέας που κολυμπάει αργά σε σχέση με τα ψάρια. Κι αυτός πεινούσε πολύ.
Πέρασε γρήγορα από κάτω του και τον δάγκωσε. Ο νεαρός πόνεσε, αλλά η τρομάρα του ήταν τέτοια που δεν κουνήθηκε. Ανόητα θηλαστικά! Αργά κι αναποφάσιστα.
Τον άφησε για λίγο –γιατί το θήραμα το αιφνιδιάζεις και πριν το αποτελειώσεις, του προκαλείς πανικό ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει– κι έπειτα τον τράβηξε προς τα κάτω. Δαγκώνοντάς τον στο στήθος, τον γύρισε ανάποδα, άφησε για λίγο τα πόδια του να κουνηθούν νευρικά στον αέρα, σα να μάθαινε συγχρονισμένη κολύμβηση, κι έπειτα τον παράτησε.
Ο Βλαντιμίρ, έβγαλε το κεφάλι έξω από το νερό –που είχε ήδη αρχίσει να κοκκινίζει γύρω του– και φώναξε δυνατά κοιτάζοντας ανήσυχος την ακτή:
«Μπα-μπάααα!!
Μπα-μπάα!
Σώσε με!»
Ο καρχαρίας, καθώς ήταν μέσα στο νερό, δεν μπόρεσε να διακρίνει τι έλεγε. Απευθυνόταν σε αυτόν ή σε κάποιον άλλον στην παραλία;
Χωρίς να δώσει κάποια οριστική απάντηση, του όρμηξε και τραβώντας τον δυνατά, μια τελευταία φορά προς τα κάτω, τον κατασπάραξε μέσα σε είκοσι δευτερόλεπτα. Παρ’ όλο που τα δόντια του ήταν εξειδικευμένα ώστε να σχίζουν σάρκα, οστά, και άλλες σκληρές ουσίες, κατάπιε το κεφάλι του νεαρού άντρα αμάσητο.
Τη στιγμή όμως που πήγε να φύγει στα ανοιχτά της Ερυθράς Θάλασσας, βρέθηκε περικυκλωμένος. Το μυτερό πτερύγιό του, ένα μικρό βαρκάκι ανάμεσα στις βάρκες των ψαράδων. Η πάλη ήταν άνιση. Δεν κατάφερε να ξεφύγει κι όλα έγιναν το ίδιο γρήγορα και για εκείνον.
Οι ψαράδες τον έπιασαν με δίχτυα και τον έβγαλαν με δυσκολία στη στεριά. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί τόσοι πολλοί άντρες είχαν μαζευτεί γύρω του και τον κατηγορούσαν ότι είναι θηλυκός και έπειτα τον έβριζαν και τον χτυπούσαν δυνατά με ένα ρόπαλο. Τα σαγόνια του, που ξαφνικά δεν χρησίμευαν σε τίποτα, έστεκαν ορθάνοικτα.
Αναρωτιόταν γιατί τόση βία. Σε μια τόσο ήσυχη και ασφαλή παραλία.
Ήταν φαίνεται η κακιά του η μοίρα. Ξινό του βγήκε το γεύμα.
Και η θάλασσα, αιματοβαμμένη μα ανυποψίαστη, δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί εντός της. Ούτε στον Βλαντιμίρ, ούτε και στο άγριο ζώο.
⸙⸙⸙
[Στις 8.6.2023, o 23χρονος Βλαντιμίρ Ποπόφ κατασπαράχθηκε από καρχαρία τίγρη στην πόλη Χουργκάντα της Ερυθράς Θάλασσας. Στη συνέχεια, ο καρχαρίας πιάστηκε και σύρθηκε στη στεριά. Μετά τη διενέργεια αυτοψίας, οι ειδικοί βρήκαν λείψανα του Ποπόφ μέσα στην κοιλιά του καρχαρία.
Απαρηγόρητος ο πατέρας του μίλησε για τη φρίκη που έζησε, βλέποντας τον γιο του να δολοφονείται από τον καρχαρία στο αιγυπτιακό θέρετρο καθώς φώναζε: «Μπαμπά, σώσε με!». Ο Γιούρι Ποπόφ αναγκάστηκε να παρακολουθεί αβοήθητος από την ακτή, καθώς το αρπακτικό ταρακουνούσε τον γιο του Βλαντιμίρ, πριν τον σύρει κάτω από το νερό.]

