Στέλλα Σερέφογλου
Λέγω σοι, Πέτρε, οὐ φωνήσει σήμερον ἀλέκτωρ,ἕως τρίκις ἀπαρνήσῃ μὴ εἰδέναι με.(Κατά Λουκᾶν 22:34) Άρνηση τρίτη Τα δεκάδες χαμηλά σπίτια με σκεπές από αμίαντο ήταν σκοτεινά. Ανά τόπους μόνο λίγες εστίες φωτός, από τις αναμμένες
Το έφερε το γατάκι σπίτι του. Ήταν τόσο μικρό που χωρούσε στην τσέπη. Πειραιάς-Γκύζη 50 λεπτά, ηλεκτρικό και μετά λεωφορείο. Το γατί, πολύ μωρό, ακολουθούσε τούτη τη μάνα που του έλαχε μιας και την αληθινή
Σηκώθηκε βιαστικά από το κρεβάτι. Έσκυψε να πάρει τις κάλτσες από το πάτωμα και κουτούλησε το κεφάλι στη γωνία του κομοδίνου. Δεν έδωσε καμία σημασία μολονότι ο χτύπος που βγήκε ήταν σκληρός και πυκνός. Λίγο
- Κείμενα
- Στέλλα Σερέφογλου
Βρισκόταν λέει σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο γεμάτο βρωμιές και υγρασία. Αυτό το μέρος πρέπει να ήταν κάτι σαν χειρουργείο γιατί παντού υπήρχαν αιχμηρά ιατρικά εργαλεία, ένα στενό σιδερένιο κρεβάτι, μικροσκόπια. Ένας αλλήθωρος, τριχωτός άντρας με
Η Αντιγόνη ζούσε σ᾽ ένα πολύ μικρό διαμέρισμα. 30τμ. όλο κι όλο. Ούτε μικρή ήταν σε ηλικία, ώστε να δικαιολογεί μια τέτοια επιλογή, ούτε αντιμετώπιζε στενότητες. Όμως, έτσι τα έφερε η ζωή, μα κυρίως έτσι
Η ΜΑΝΑ «Βόβα, γλυκέ μου Βόβα…», έλεγε ψιθυριστά, μελωδικά η μητέρα του τρυφερού, αχνιστού, σαν πασαλειμμένο κατσικάκι με ροδόνερο, βρέφους. Το μωράκι ρούφαγε ήσυχο, αμέριμνο το ζεστό γάλα από το στήθος της μάνας και τίποτα