Πίνακας: Ελένη Ζούνη

Στέλλα Σερέφογλου

Το γατί

Το έφερε το γατάκι σπίτι του. Ήταν τόσο μικρό που χωρούσε στην τσέπη. Πειραιάς-Γκύζη 50 λεπτά, ηλεκτρικό και μετά λεωφορείο. Το γατί, πολύ μωρό, ακολουθούσε τούτη τη μάνα που του έλαχε μιας και την αληθινή την είχε λιώσει η μπουλντόζα. Ο νεαρός οικοδόμος ήταν δεν ήταν 17. Βρήκε το γατί με κλειστά μάτια να τρέμει από το κρύο και τον φόβο, το έβαλε αμέσως σε μια κούτα, αφού πρώτα έχωσε μέσα μπόλικο μονωτικό υλικό. Όλη μέρα στη δουλειά είχε το νου του στο γατί. Το μεσημέρι, αφού μετέφερε τα εργαλεία στο αποθηκάκι, πήγε το μωρό σ’ έναν κτηνίατρο. Όλο το μεροκάματο στον γιατρό και ό,τι είχε κρατήσει για τσιγάρα και καφέ, τα έδωσε κι αυτά σε ειδική τροφή για γατάκια-βρέφη. Ο κτηνίατρος του είπε ότι είναι πολύ μικρό και ίσως να μην τα καταφέρει. Του έδωσε, όμως, συμβουλές τις οποίες ο νεαρός άντρας ακολούθησε κατά γράμμα. Όταν έφτασε σπίτι κόντεψε να λιποθυμήσει ο πατέρας με τούτο τον μικρό σατανά. Κατάμαυρο. Διαβολικό. Με μπλε, θολά μάτια. Με μια ουρά σαν σκουλήκι τριχωτό.

–Τι είναι αυτός ο σατανάς; ρώτησε.

Ο νεαρός έσφιξε το γατί να μην ακούει, λες και θα καταλάβαινε, και το πήγε στο δωμάτιό του. Όλο το απόγευμα μαζί. Ούτε για καφέ με τον φίλο του δεν βγήκε. Το βράδυ έβαλε την κούτα στο πλάι και σαν έμπειρη μάνα σηκωνόταν κάθε δύο ώρες να το ελέγχει, να το ταΐζει, να το ηρεμεί.

Την άλλη μέρα τα ίδια. Το έβαλε στη μπροστινή τσέπη του φούτερ κι έφυγε για τη δουλειά. Σαν καγκουρό που κουβαλά το μικρό του παντού μέχρι να δυναμώσει. Έτσι κάπως έφτασε και το δεύτερο βράδυ. Τράβηξε την κούτα δίπλα του, να έχει στον νου του το μωρό. Κατάκοπος όπως ήταν, δεν κατάφερε να ξυπνήσει. Εξάλλου το γατί είχε πάρει τα πάνω του.

Το πρωί, όταν σηκώθηκε στις 6, είδε τον πατέρα νευρικό. «Η γάτα πέθανε», είπε ο πατέρας γιατί δεν ήξερε πώς αλλιώς να του το πει. Καμία φορά με το να παραλείπεις καθησυχαστικές εισαγωγές, προετοιμάζεις τον άλλον καλύτερα. Έτσι κι ο πατέρας είπε ξερά πως η μαύρη γάτα πέθανε λες και το μικρό γατί, που ίσα που περπατούσε, ίσα που άνοιγε τα μάτια, ίσα που νιαούριζε, ήταν ένας μαύρος, χορτάτος γάτος που είχε ζήσει για χρόνια κοντά τους.

Για λίγο, νόμιζε πως του κάνει πλάκα ο πατέρας. Το γατί, όμως, είχε πράγματι πεθάνει. Το σήκωσε και το κορμί του δεν ήταν απλά άψυχο. Ήταν άκαμπτο. Κάτι είχε πάθει κι έμοιαζε να υποφέρει. Ο λαιμός του κρεμόταν στο πλάι, λίγο ξερό γάλα είχε κάτσει στα μουστάκια και το στόμα, την υποψία στόματος. Είχε μια έκφραση πόνου, βαθιάς απογοήτευσης και μεγάλης ταραχής.

Ο νεαρός κοίταξε επίμονα τον πατέρα που έστρεψε αλλού το βλέμμα. Κοίταξε τις μύτες των παπουτσιών λες και τις έβλεπε πρώτη φορά. Μετά, στροβιλίστηκε στον χώρο, έψαχνε τάχα μια συγκεκριμένη μαύρη σακούλα, να βάλει εκεί το γατί, να γίνουν ένα. Είπε στον γιο του να φύγει και πως αυτός θα θάψει το ζώο στο πάρκο. Να μην ανησυχεί. Όλα αυτά τα είπε χωρίς να τον κοιτάξει στα μάτια γιατί πάντα, κάθε φορά που μιλούσε, ήταν απασχολημένος με κάτι.

Ο νεαρός είχε πράγματι αργήσει για τη δουλειά. Κοίταξε ξανά τον πατέρα και δεν είπε τίποτα. Δεν είπε τίποτα ενώ κάτι ήθελε να του πει, κάτι να τον ρωτήσει αλλά δεν ήταν βέβαιος τι ακριβώς. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι έφυγε. Μόνο την ώρα που μπήκε στο λεωφορείο για τον ηλεκτρικό, έτσι όπως τον έσπρωξαν από πίσω, έβαλε ασυναίσθητα τα χέρια στη μπροστινή τσέπη του φούτερ και τα άφησε εκεί σε όλη τη διαδρομή.

Κύλιση στην κορυφή