Η Αντιγόνη ζούσε σ᾽ ένα πολύ μικρό διαμέρισμα. 30τμ. όλο κι όλο. Ούτε μικρή ήταν σε ηλικία, ώστε να δικαιολογεί μια τέτοια επιλογή, ούτε αντιμετώπιζε στενότητες. Όμως, έτσι τα έφερε η ζωή, μα κυρίως έτσι την έβλεπε τη ζωή της, και πήγε και στριμώχτηκε σ’ ένα στούντιο, του δευτέρου ορόφου.
Ένα χρόνο αφού μετακόμισε σε αυτή τη στενόχωρη γκαρσονιέρα, έπαθε αυτό που συμβαίνει συχνά στα μακροχρόνια ζευγάρια: ταυτίστηκε τόσο μαζί της που έπαθε άσθμα. Έτσι, ταίριαξαν τέλεια, οι δυο τους.
Όποτε ήθελε, βέβαια, να πάρει τον αέρα της, πήγαινε στους γονείς της, που είχαν τριώροφο, στο Ντράφι. Τριώφορο με κήπο, δηλαδή μια λεμονιά, μια μουσμουλιά, μια ελιά –σε κακό χάλι– δύο βερικοκιές και φυσικά θάμνους, τριανταφυλλιές, ξύλινο σπιτάκι σκύλου που δεν ζούσε πια και προειδοποιητική επιγραφή σκύλου –που ήταν του ίδιου σκύλου που δεν ζούσε– και φωτάκια νάνους που τα μισά δεν άναβαν ενώ τα άλλα μισά τρεμόσβηναν. Ο τρίτος όροφος, πάντως, ήταν δικός της, να πάει όποτε θέλει κι ας μην παντρεύτηκε, μα η Αντιγόνη ούτε να το συζητήσει για πάνω. Κι ενώ πήγαινε για να αναπνεύσει καθαρό αέρα, έφευγε ασφυκτιώντας και με κομμένη την ανάσα.
Έτσι περνούσαν οι μέρες της. Στριμωγμένα και ασθματικά. Εξάλλου, έτσι τα έφερε η ζωή, μα κυρίως έτσι την ἐβλεπε τη ζωή της.
Και είχε πρόγραμμα σε όλα: Από το πρωί, το ξυπνητήρι της χτυπούσε στις 6.30, γρήγορο περπάτημα, δεκάλεπτο διαλογισμό, ντους, πρωινό με νιφάδες βρώμης και γάλα αμυγδάλου ή βραστό αυγό με παξιμάδι και μετά γραφείο μέχρι τις 5 το απόγευμα. Μετά, ανάλογα τη μέρα, συνάντηση με κάποια φίλη ή φίλες για τσάι ιβίσκου (αλλά για λίγο γιατί είχαν όλες τους παιδιά), σινεμά ή θέατρο, στην απογευματινή της Τετάρτης, σούπερ-μάρκετ, μαθήματα τούρκικης γλώσσας ή μπαλέτου και νωρίς στο κρεβάτι για ύπνο.
Είχε τόσο καλό πρόγραμμα σε όλα που ακόμη και τις σερβιέτες του τριμήνου είχε αγορασμένες, για να μην ξεμείνει και γιατί έτσι έκανε από μικρή, όλα τα ήθελε ήσυχα, οργανωμένα, τακτικά.
Και πράγματι, έτσι περνούσαν οι μέρες και οι μήνες, όταν έφτασε η στιγμή που θα της ερχόταν η επόμενη περίοδός της. Το ήξερε καλά αυτό γιατί είχε μια εφαρμογή, τεσσάρων αστέρων, με παστέλ γραφικά, που την προειδοποιούσε για όλα τα σχετικά με την αναπαραγωγική της υγεία: ποιες μέρες ήταν γόνιμη και ποιες είχε χαμηλή πιθανότητα εγκυμοσύνης, τι διάθεση προβλέπεται να έχει την τάδε μέρα του κύκλου, πότε θα έχει ωορρηξία, αυτά κι άλλα τέτοια. Έτσι η Αντιγόνη δεν ανησυχούσε καθόλου.
Εκτός αυτού, είχε σ’ ένα μικρό ντουλάπι, κάτω από τη βρύση του μπάνιου, γύρω στα οκτώ πακέτα Always: πράσινα, ultra flex & fit με φτερά για κανονική ροή, μωβ ultra long για μεγαλύτερη, σκούρο μωβ platinum ultra night για τη νύχτα με κάτι αστέρια κι ένα μισοφέγγαρο διακοσμητικό, για να μη χρειάζεται να σηκώνεται μεσονυχτίς να αλλάζει. Όμως καμιά φορά, η ροή ήταν τόσο μεγάλη που τελικά σηκωνόταν και άλλαζε. Κι ας είχε φορέσει τη μεγάλη, μακριά σερβιέτα, της νυχτός.
Εκείνη την ημέρα η Αντιγόνη φόρεσε, καλού-κακού, ένα λεπτό σερβιετάκι και πήγε στο γραφείο. Όταν γύρισε το απόγευμα και είδε πως δεν αδιαθέτησε, δεν ανησύχησε. Δεν είναι κάτι αφύσικο να αργήσει η περίοδος μια μέρα! Όμως, ούτε την επομένη ήρθε, ούτε τη μεθεπόμενη.
Σκέφτηκε να πάρει ένα τεστ εγκυμοσύνης αλλά αυτό το κάνουν μόνο οι γυναίκες που έχουν ερωτικές επαφές, έστω αραιές και σπάνιες. Μην παρασυρθείτε και πιστέψετε πως δεν την ποθούσαν και δεν την προσέγγιζαν. Απεναντίας. Όμως, την τελευταία φορά που ήταν με κάποιον (πάνε τέσσερα χρόνια), αγάπησε τόσο πολύ κι έζησε έναν έρωτα-μακροβούτι, με κομμένη την ανάσα, που αποφάσισε πως αυτό της ήταν αρκετό για την υπόλοιπη ζωή της. Τόσο πολύ αγάπησε που είχε «χορτάσει από αγάπη» και δεν ήθελε, δεν είχε ανάγκη να ξανα-αγαπήσει.
Γιατί το να ξανα-αγαπήσεις εμπεριέχει τον κίνδυνο να χρειαστεί να ξε-αγαπήσεις.
Ήταν καλά, μόνη της, στο στουντιάκι της, και το άσθμα, όπου να ʼναι θα περνούσε κι αυτό, κι όλα θα κυλούσαν όπως πρώτα. Εξάλλου τώρα την απασχολούσε η περίοδος που δεν ερχόταν, ένα φαινόμενο πρωτοφανές για εκείνη και πρωτόγνωρο.
Στην αρχή δεν το είπε σε καμία φίλη και αποφάσισε να φοράει στο γραφείο κανονικά τις σερβιέτες γιατί σκέφτηκε πως το σώμα, που έχει μνήμη, μπορεί και να επηρεαζόταν. Αυτό κράτησε δέκα μέρες. Όμως και πάλι, η περίοδος δεν ερχόταν.
Έκλεισε τότε ραντεβού στον γιατρό να δει τι συνέβαινε, τι της συνέβαινε και δεν ερχόταν η περίοδός της. Και ο γιατρός τής είπε πως είναι απολύτως φυσιολογικό και πως μάλιστα άργησε και να συμβεί, κλιμακτηριακό επεισόδιο ήταν, να κάνει εξετάσεις, να κοιτάξουν τις τιμές φυσικά, αλλά όλα αυτά είναι απολύτως αναμενόμενα και μάλιστα για μια γυναίκα στην ηλικία της, καθόλου ανησυχητικά.
Η Αντιγόνη σάστισε και τον ρώτησε τι να τις κάνει τις σερβιέτες που είχε αγοράσει και αυτός γέλασε δυνατά και την κοίταξε για πρώτη φορά πονηρούτσικα, γιατί νόμισε πως αυτή η πανέμορφη γυναίκα, που δεν την είχε δει ποτέ του ως τώρα ερωτικά, το είπε ως ένδειξη χιούμορ, φλεγματικού, σοβαρά βρετανικού κι αυτό ήταν ένα χαρακτηριστικό που ο γυναικολόγος Αυγουλέας λάτρευε στις γυναίκες.
Μα η Αντιγόνη δεν είχε χιούμορ, ούτε βρετανικό, ούτε σκέτο. Πραγματικά δεν ήξερε τι να τα κάνει τα πακέτα Always, που σίγουρα έπιαναν χώρο στο μικρό ντουλάπι, κάτω από τη βρύση του μπάνιου, αλλά από την άλλη διασφάλιζαν μια ζωή ήσυχη με πρόγραμμα και τάξη. Μια ζωή που όλα –ακόμη και η περίοδός της– ήταν προσεχτικά οργανωμένα και τακτικά μέσα στο στενό της διαμέρισμα.
Έτσι, σε μια προσπάθεια να επαναφέρει –στη νέα της πλέον ζωή–την τάξη, χωρίς συναισθηματισμούς, χωρίς έναν κόμπο στον λαιμό για τα χρόνια που πέρασαν, πήρε τα πακέτα Always και τα έβαλε σε μια σακούλα σκουπιδιών. Κατέβηκε τις σκάλες, στον δεύτερο έμενε εξάλλου, και άφησε τη σακούλα παραδίπλα από τον κάδο, να τη βρει καμιά γυναίκα σε ανάγκη. Κοίταξε μια τελευταία φορά τη σακούλα –με την ατάραχη ψυχρότηταπου τη διέκρινε σε κάθε τραγικό γεγονός της σαρανταεννιάχρονης ως τώρα ζωής της– και γύρισε την πλάτη. Ανέβηκε, ακριβώς με την ίδια ταχύτητα τις σκάλες, και μπήκε σπίτι, μόνη, δίχως τις Always και δίχως αγάπη, αφού την είχε «χορτάσει για τα καλά»στην τελευταία της σχέση, κάθισε στον καναπέ-κρεβάτι και περίμενε.
Δεν ήξερε ακριβώς τι περίμενε αλλά κάτι περίμενε.
Κάτι καρτερούσε. Χωρίς να ξέρει τι ακριβώς.
Κάτι, άγνωστο τι, αλλά κάτι να της φέρει η ζωή.
Η ζωή της.
Η ζωή που έτσι τα είχε φέρει μα κυρίως έτσι την έβλεπε.
Και όσο καθόταν στον καναπέ-κρεβάτι, ένα δάκρυ πήγε να πέσει στο κατακόκκινο, από το ανέβασμα στις σκάλες, μάγουλό της. Μα πριν καλά-καλά το αφήσει να κυλήσει, πετάχτηκε και βάλθηκε να τακτοποιεί εκ νέου το ντουλάπι.
Αυτό το μικρό –και άδειο πλέον– κάτω από τη βρύση του μπάνιου.

