Διήγημα

Έχει τόση ομορφιά η θλιμμένη ευγένειά της. Λάμπει η αθωότητά της. Λάμπει απ’ αυτό που δεν ξέρει. Από το απρόσμενο που θ’ αντικρύσει. Ίσως γι’ αυτό η προσέγγισή της στον άλλον είναι δισταχτική. Ένας δισταγμός
Όλο χαρακιές σαν ξερά ρυάκια τα χέρια του, δουλέψανε τη γη, της μοιάσανε, σκεβρά απ’ της μοίρας την υγρασία, λυγισμένα απ’ τον άνεμο του κάματου. Είχαν μιαν ευγένεια άλλη από κείνη που ‘χουν τα περιποιημένα,
Κύλιση στην κορυφή