Όλο χαρακιές σαν ξερά ρυάκια τα χέρια του, δουλέψανε τη γη, της μοιάσανε, σκεβρά απ’ της μοίρας την υγρασία, λυγισμένα απ’ τον άνεμο του κάματου. Είχαν μιαν ευγένεια άλλη από κείνη που ‘χουν τα περιποιημένα, τα χαϊδεμένα απ’ τη ζωή. Χούφτιαζε το κεφάλι του μ’ αυτά, λες κι ήθελε να χαϊδέψει, να γαληνέψει τις μνήμες, κοιτούσε το βουνό που ήταν απέναντι, όλο πέτρα, βράχος τιτάνιος, έβλεπε το παρελθόν του θαρρείς εκεί, στην κορφή, γέρικο πουλί να ζητά από ήλιο αδύναμο να του ζεστάνει τα φτερά, το περπάτησε κάθε σπιθαμή, με τους αντάρτες∙ ήρθαν τον πήραν από το χωράφι, ζήτησαν άντρες κι έκανε αυτός μπροστά, σηκώνοντας το χέρι, έστριψε της μοίρας το καματερό, νέο αυλάκι χάραξε στου μέλλοντός του το χωράφι. Όταν ηττήθηκαν και θα πέρναγαν τα σύνορα, ζήτησε η γυναίκα του να τον δει –πίσω απ’ έναν αχυρώνα συναντήθηκαν για ένα δυο λεπτά, μια αγκαλιά για χωρισμό εφτά χρόνων. Τη συνέλαβαν εκείνη, τη δίκασαν, την καταδίκασαν, ένας συγχωριανός την κατέδωσε που έδινε φαΐ στους αντάρτες. Όταν αποφυλακίστηκε σε γυναικεία Οδύσσεια μπήκε, πήγε τον βρήκε, όμως δεν την άντεχε την ξενιτιά και γύρισαν πίσω. Απ’ το σπίτι τους είχαν μείνει μόνο τα ντουβάρια, αλλά δούλεψαν τη γη, πιάστηκαν. Ένα απόγευμα, την ώρα που γυρνούσε από το χωράφι, άκουσε γδούπο απ’ το πλάι του δρόμου και χωμάτων κύλισμα, κόντεψε, κι έσκυψε στ’ αυλάκι, κι είδε κει κάτω αυτόν που τους πρόδωσε, να χτυπιέται, χέρια πόδια σαν αδράχτια να πηγαίνουν, σαν ο κάτω κόσμος να τον ρούφαγε και πάλευε στον πάνω να βαστηχτεί. Την είδε σαν μια απόφαση που την πήραν ο ουρανός και η γη, μείναν τα χέρια του στα πόδια του ακίνητα, γαντζωμένα, βαστώντας τα λες να μην κινηθούν, ασάλευτης απόφασης ριζιμιά. «Σκυλί, εκεί που είσαι να μείνεις», είπε, και τράβηξε για το σπίτι. Αρρώστησε με καρκίνο στο στομάχι, είπανε οι γιατροί πως πρέπει να εγχειριστεί –η επέμβαση επίφοβη, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας, αλλά και της ασθένειας, κι έπειτα χημειοθεραπείες, κι άλλες περιττές παιδωμές–, διά νεύματος αρνήθηκε και σήκωσε τα χέρια σαν να ’κανε στον χάρο σήμα να κοπιάσει. Του τα ’δεσαν σαν πέθανε, του τα ’λυσαν στον τάφο, λευκή βαμβακερή κουλούρα, πλάι του την άφησαν, στεφάνι παντοτινής παντρειάς, στο κοιμητήρι του ακατοίκητου χωριού, που λες πως από μόνα τους καίνε τα καντήλια, σαν σουρουπώνει οι φλόγες δυναμώνουν, αναδύονται θαρρείς οι νεκροί, οι δύτες αυτοί οι πιο δεινοί, φως ανεβάζουν απ’ τ’ άχρονα σκοτάδια, στο στόμα τους ανάβει λες η λάβα του λιωμένου οβολού.

