Διήγημα
Η μυρωδιά ερχόταν απ’ έξω. Η Δώρα πλησίασε το παραθυράκι της τουαλέτας κι έριξε μια ματιά. Το κουζινάκι της γειτόνισσας στο αντικρινό χαμηλό μπαλκόνι ήταν πήχτρα στον καπνό και η πόρτα μισάνοιχτη. «Τι κάνει πάλι
Ο κορυδαλλός έκανε δυο κύκλους πάνω από το παλιό πέτρινο κτήριο πριν προσγειωθεί στο περβάζι του σιδερόφραχτου παράθυρου. Πίσω από τα κάγκελα, ένα ζευγάρι παιδικά μάτια ακολουθούσαν την πορεία του. Το πουλί πλησίασε επιφυλακτικά το
Το φίλτρο της βρύσης είχε διαρροή και σκέφτηκα προτού το στείλουμε στην εταιρία, γιατί ήταν καινούργιο, να βάλω πρώτα λίγο μονωτικό, μπας και λύσω το πρόβλημα. Είναι φίλτρο εξωτερικό, παίρνει δηλαδή το νερό από τη
«Φορμάικα! Έλα εδώ». Εκείνη γύρισε το κεφάλι, έκανε δυο βήματα προς την αντίθετη κατεύθυνση κι έπειτα, σαν να το μετάνιωσε, έτρεξε με ζέση προς το μέρος του. Ο ήλιος μόλις είχε δύσει. O Μέμος ούτε
Ο θάλαμος 218 ήταν στο τέλος του μακρόστενου διαδρόμου. Το πάτωμα μωσαϊκό και τα παράθυρα φτιαγμένα από ξύλο που βάφτηκε πολλές φορές, την μια πάνω στην άλλη, χωρίς να έχει προηγηθεί τρίψιμο ή στοκάρισμα. Οι
Τον βρήκα σ’ ένα σπίτι δίπλα σε μια θάλασσα. Τον δίδυμο αδερφό μου, που τότε πια ήταν είκοσι δύο χρόνια μεγαλύτερός μου: εγώ μεσήλικας, εκείνος γέρος. Το σπίτι ήταν ολόιδιο με το πατρικό μας: η
Έγραφε μικρά διηγήματα από την τελευταία τάξη του Λυκείου και τώρα, στα εικοσιδύο της, αποφάσισε να πλησιάσει τον κόσμο που δεν γνώριζε. Από τα διαβάσματά της καταλάβαινε πως κάποιοι συγγραφείς κυριολεκτικά ζούσαν στο πετσί τους
Παρήγγειλαν κι από ένα γύρω με τσίπουρα και μια μερίδα γίγαντες, γιατί ο Βασίλης είχε όρεξη για κουβέντα. Κι όταν είχε όρεξη, αν και πιο σπάνια τον τελευταίο καιρό, ήταν ομιλητικός κι ευχάριστος. Κυρίως όταν