Έκανε να πλησιάσει στη θάλασσα κι ο Μαύρος τον γάβγισε.
Ο Γκριγκόρε τραβήχτηκε, βαθουλώνοντας την άμμο με τα τακούνια απ’ τις γαλότσες του και με τη μύτη του μπαστουνιού του. Ο αέρας του ’παιρνε τα μαλλιά, πότε σκεπάζοντας τη μικρή φαλάκρα στην κορυφή και πότε φανερώνοντάς την. Η παραλία ήταν έρημη –δεν μπορούσε να το δει, μα το ένιωθε. Είχε ξυριστεί προτού βγει, και τώρα τα μάγουλά του και το πιγούνι του αποκάτω τον έτσουζαν με την αρμύρα. Για λίγο στάθηκε ακούγοντας να ντιντινίζει ο κρίκος στον ιστό, στον έρημο πύργο του ναυαγοσώστη. Αφέθηκε στο ρυθμό, ντιν-ντιν, ντιν-ντιν-ντιν, ντιν-ντιν. Τα κουδουνίσματα ήταν σαν απλή γλώσσα, λες και του μιλούσε ο άνεμος με τη φωνή του μεταλλικού κρίκου πάνω στο μέταλλο του ιστού. Ύστερα προχώρησε με τη θάλασσα στ’ αριστερά. Τα κύματα ορθώνονταν φτάνοντας στη στεριά κι έπειτα απλώνονταν σε μικρές λίμνες· το νερό τραβιόταν για μια στιγμή και χιμούσε ξανά. Πέρα στην παραλία, ένα χιλιόμετρο μακριά, ήταν οι τέσσερις μύλοι. Θα έφτανε ως τον πρώτο.
Με το μπαστούνι άγγιζε γιαλόξυλα και πλαστικά που ’χε βγάλει η θάλασσα· τα ’σπρωχνε στην άκρη για να μη σκοντάψει. Οι γαλότσες του μισοβούλιαζαν στα φύκια. Όποτε ξεστράτιζε προς το νερό, ο σκύλος τον προειδοποιούσε. Το ζώο έτρεχε πέρα δώθε στην παραλία μυρίζοντας καθετί, αλλά είχε πάντα στο νου του τον άνθρωπο. Πού και πού άρπαζε κάποιο ξύλο και του το ’φερνε, τον σκουντούσε μ’ αυτό στο μπατζάκι, για να δοκιμάσει ο Γκριγκόρε να του το πάρει από το στόμα κι αυτός να μην τ’ αφήνει –ή το άφηνε, και τότε ο τυφλός το πετούσε μακριά κι ο σκύλος του το ’φερνε πίσω, για να το ρίξει ξανά.
Έφτασαν έτσι ως τον πρώτο μύλο, με τον αέρα ν’ αρπάζει το πανωφόρι του άντρα, να κολλάει τα μπατζάκια του πάνω στα λεπτά του πόδια. Όποτε ο σκύλος μάκραινε λίγο, τα γαβγίσματά του ίσα που ακούγονταν μες στη βοή των κυμάτων. Από τους τέσσερις μύλους, ο πρώτος ήταν ο μόνος που έστεκε γερός ακόμα. Ήταν κάθε μέρα το τέλος της βόλτας τους –παρακεί η παραλία άλλαζε, ήταν γεμάτη κομμάτια σπασμένο σκυρόδεμα από μια προκυμαία που είχαν φτιάξει κάποτε και λίγο λίγο την έφαγε η θάλασσα, όταν έπαψαν να τη συντηρούν. Εδώ δεν μπορούσε ο Γκριγκόρε να βαδίσει· όσο κι αν πρόσεχε, σίγουρα θα σκόνταφτε κάπου. Κι ούτε του άρεσε να νιώθει κάτω από τις γαλότσες του το σκληρό μπετόν, αντί για την άμμο και τα φύκια.
Έκανε μεταβολή, κι άνθρωπος και σκύλος γύρισαν σιγά σιγά πίσω προς τον πύργο του ναυαγοσώστη. Όταν έφτασαν εκεί, στάθηκε για λίγο πάλι, ακούγοντας την κουδουνιστή γλώσσα που μιλούσε ο κρίκος χτυπώντας στον σκουριασμένο ιστό. Είχε την περίεργη ιδέα πως, άμα συγκεντρωνόταν όλος σε τούτο το ντιντίνισμα, θα καταλάβαινε τελικά λέξεις, τα ίδια απλά κι επαναλαμβανόμενα λόγια, και πως ήταν σημαντικό να τα καταλάβει· όμως με τα γαβγίσματά του και τα παιχνίδια του ο σκύλος τού αποσπούσε συνεχώς την προσοχή, ώσπου ο Γκριγκόρε τα παράτησε και προχώρησαν προς το σπίτι, ένα πεντάλεπτο από τη θάλασσα.
⸙⸙⸙
Μες στα γαβγίσματα, άκουσε το ποδήλατό της απέξω. Ήταν παλιό και σκουριασμένο.
Μπήκε στην κουζίνα, «Μη σηκώνεσαι», του είπε και τον φίλησε. «Πήγατε στην παραλία;»
Το ρώτησε έτσι, για να κάνει κουβέντα, αλλά ήξερε την απάντηση· είχε δει έξω τις γαλότσες του, βρεμένες ακόμα, και μ’ άμμο και φύκια κολλημένα πάνω, και το υγρό του πανωφόρι κρεμασμένο στον γάντζο μέσ’ από την πόρτα.
«Κόπηκες ξανά», του ’πε τρυφερά, αγγίζοντας το κόψιμο στο πιγούνι του. «Το ξυραφάκι έχει στομώσει».
«Έχουμε άλλο;»
«Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να βρεις ξυραφάκι. Να προσέχεις. Άμα θες, σε ξυρίζω εγώ –σ’ το ’χω πει τόσες φορές».
«Μ’ αρέσει να ξυρίζομαι μόνος μου. Βλέπω το πρόσωπό μου όταν το πασπατεύω. Το ξύρισμα είναι ο καθρέφτης μου».
«Όπως θες. Ήσουν ξεροκέφαλος απ’ όταν σε γνώρισα, και δεν πρόκειται ν’ αλλάξεις. Πήρα Συνφούντ», είπε ύστερα. «Κι ανακυκλωμένο Συνφούντ για τον Μαύρο. Δεν βρίσκεις τίποτ’ άλλο στην αγορά».
«Το Συνφούντ είναι τ’ αγαπημένο μου φαγητό», της είπε χαμογελώντας.
«Σάμπως τρώμε κάτι άλλο;»
«Γι’ αυτό είναι το αγαπημένο μου».
«Κάτσε να φέρω πιάτα και μαχαιροπίρουνα».
Το Συνφούντ δεν χρειαζόταν πιάτο, ούτε μαχαίρι και πιρούνι για να το φας. Μπορούσες απλώς να το ξετυλίξεις, να φας όση ήθελες από την πλάκα και να τυλίξεις ξανά την υπόλοιπη. Όμως της άρεσε να τρώνε σε πιάτα και να κόβουν και να πιρουνιάζουν το φαγητό. Ήταν ό,τι το έκανε να ’ναι αληθινό γεύμα. Ύστερα θα πήγαινε τα δυο πιάτα και τα μαχαιροπίρουνα στην παραλία και θα τα καθάριζε τρίβοντάς τα με άμμο.
Κάθισε αντίκρυ του στο τραπέζι. Έκοψε μια γωνιά της πλάκας και τη μάσησε αργά. Ήταν άγευστη αλλά όχι κι άσχημη. Ή μπορεί να την είχε συνηθίσει απλώς.
«Άκουσες τις ειδήσεις;» τον ρώτησε.
«Όχι. Τι έγινε;»
«Μεγάλη νίκη της Ευρωασιατικής Συμμαχίας στη Γροιλανδία, χιλιάδες νεκροί», του είπε τηλεγραφικά.
Δεν ήξερε τι να της απαντήσει –πλέον, δεν ήξερε ποτέ τι να πει, όποτε του έλεγε κάποια είδηση. Ήθελε να ’χει γνώμη για ό,τι μάθαινε, όπως παλιότερα· όμως του φαινόταν πια πως οι μύριες εξηγήσεις για καθετί αναιρούσαν η μια την άλλην, έτσι θα μπορούσε να ισχυριστεί οτιδήποτε ή το αντίθετό του, κι όλα θα ίσχυαν και δεν θα ίσχυαν εξίσου. Αλλά του άρεσε, που η Λένη ερχόταν με νέα –δεν είχε σημασία αν ήταν τρομερά· ούτως ή άλλως μίκραιναν πάντα, ώστε να γίνουν κουβέντα στο τραπέζι. Το νόημα που ’χε ο μικρός τους κόσμος ήταν φτιαγμένο από τις λέξεις της κι από το τρίξιμο του σκουριασμένου της ποδήλατου, τα γαβγίσματα του σκύλου, το κουδούνισμα που έκαναν τα μαχαιροπίρουνά τους πάνω στα πιάτα καθώς έκοβαν και πιρούνιαζαν το φαγητό, κι ας μη χρειαζόταν κόψιμο και πιρούνιασμα.
«Τι άλλο;» τη ρώτησε.
Του είπε.
«Κι εσύ;»
«Κι εγώ τι;»
«Τι έκανες όσο έλειπα;»
«Τι έκανα; Ξυρίστηκα. Και πήγα στην παραλία. Τίποτε άλλο» –όμως άκουγε ακόμη αχνό, σαν φάντασμα ήχου, ενός αντίλαλου που ’χει σβήσει από το αφτί αλλ’ όχι κι από τη μνήμη, κείνο το ντιν-ντιν που έκανε ο κρίκος πάνω στον ιστό· του φαινόταν πως συμπλήρωνε με κάτι αδιόρατο μα βαθύ το νόημα του κόσμου τους· ωστόσο, δεν ήξερε πώς να το πει, με τι λόγια, και δεν μίλησε.
Αργότερα, όταν απόφαγαν, μάζεψε όπως κάθε φορά τα δυο πιάτα, τα μαχαιροπίρουνα, και του είπε:
«Πάω να τα τρίψω με άμμο. Θες να ’ρθεις;»
Ήθελε.
Τώρα δεν χρειαζόταν το σκύλο, είχε αυτήν να τον καθοδηγεί. Κατηφόρισαν το δρομάκι ανάμεσα στους μισογκρεμισμένους αυλότοιχους σπιτιών που είχαν ρημάξει. Ο άνεμος είχε ρίξει κάτω κλαριά και φύλλα· ένα αμαντάλωτο παντζούρι χτυπούσε.
Όση ώρα έτριβε η Λένη τα πιάτα και τα μαχαιροπίρουνα καθισμένη στις φτέρνες της, αυτός στεκόταν πλάι στον πύργο του ναυαγοσώστη, με τους σκουριασμένους σωλήνες και τα σάπια ξύλα. Ο αέρας άρπαζε τα μακριά της μαλλιά, τα στριφογύρναγε σαν κουρελιασμένη σημαία, και πότε τύλιγε το φουστάνι της γύρω από τα πόδια της και πότε το σήκωνε γυμνώνοντάς τα. Ύστερα στάθηκαν μαζί, λίγο παραπίσω αποκεί που έφτανε η παρυφή του νερού, προτού το πιει η άμμος. Τον βαστούσε και συνάμα στηριζόταν πάνω του γιατί ο άνεμος τράνταζε όπως ένα κλαράκι το κοκαλιάρικο κορμί της.
«Θα ’πρεπε να ’χα συνηθίσει τα κύματα», είπε, «αλλά με φοβίζουν. Όμως μ’ αρέσει αυτό–»
«Ποιο;»
«Που με φοβίζουν. Γιατί ’ναι ένα φόβος που με κάνει να νιώθω ζωντανή. Ενώ όποτε ακούω τις ειδήσεις…»
Είπε κάτι που το σκέπασε η βοή της θάλασσας.
«Τι είπες;»
«Δεν έχει σημασία», κι έπειτα: «Να – μπροστά στα κύματα νιώθω μικρή μα όχι ασήμαντη. Αλλά απέναντι στις ειδήσεις νιώθω μικρή κι ασήμαντη»· ύστερα όμως τον κοίταξε κι είπε: «Χρειάζεσαι κούρεμα. Θες να σε κουρέψω;»
Με το που έκαναν μεταβολή κι είχαν τη θάλασσα πίσω τους, ο άνεμος τους έσπρωξε σαν να τους έδιωχνε απ’ την παραλία. Η Λένη τρέκλισε και κρατήθηκε αποπάνω του.
⸙⸙⸙
Πήγε λίγο παράμερα το τραπέζι, τράβηξε μια καρέκλα και τον κάθισε. Ήθελε να ’χει άνεση για να στριφογυρνάει γύρω του, να λογαριάζει και να ξακρίζει πότε μια τούφα εδώ και πότε μία εκεί. Το ψαλίδι είχε λίγες σκουριές στην κόψη αλλά έκοβε ακόμα. Άρχισε με τα γενικά κοψίματα, όταν πολύ γρήγορα μαζευόταν μια λιμνούλα από τρίχες γύρω από τα πόδια της καρέκλας κι απ’ τα δικά τους. Κάθε μερικές ψαλιδιές, έπιανε μια στιγμή τη σκούπα με το ένα χέρι κι έσπρωχνε σωρό τις τρίχες παραπέρα. Αυτό ήταν το εύκολο πρώτο μέρος στο κούρεμα, που η Λένη το βαριόταν λιγάκι και το έκανε κάπως μηχανικά. Ύστερα όμως έρχονταν οι λεπτομέρειες, τότε που μια απρόσεχτη ψαλιδιά μπορούσε να χαλάσει τη συμμετρία και το ζύγιασμα, και χρειαζόταν τέχνη για να λογαριάσεις ακριβώς τι να αφήσεις και τι να κόψεις. Τότε η ματιά της ήταν συγκεντρωμένη σχεδόν σαν του σκοπευτή που κρέμεται από τη βολή η ζωή του. Το ψαλίδι, που πρωτύτερα έκοβε γρήγορα αλλά άρρυθμα, με κάτι τυχαίο στον τρόπο που ανοιγόκλεινε, τώρα απόχτησε έναν αργό ρυθμό, και τα χστ χστ του φάνηκε στον Γκριγκόρε να έχουν νόημα, όπως του ’χε φανεί ότι είχε νόημα το κουδούνισμα του κρίκου στον ιστό. Καθώς σκάλωνε το ψαλίδι για μια στιγμή κι έπειτα τα δύο του σκέλη συναντιόνταν, μιλούσε μια καταπραϋντική γλώσσα κάθε που έκοβε τη μύτη μιας τούφας. Τη μίλαγε άθελά της η Λένη, καθώς το ανοιγόκλεινε.
«Έτοιμος», του είπε. «Το νερό θα ’ρθει από τις έξι ως τις εξίμισι. Να προφτάσουμε να πλυθούμε…»
Όταν σηκώθηκε απ’ την καρέκλα και τινάχτηκε, πασπάτεψε το κεφάλι του για να το δει με τα δάχτυλα και τη χούφτα. Ύστερα τη φίλησε, πήρε το μπαστούνι και πήγε στην κάμαρα να ξεντυθεί για να κάνει μπάνιο. Δεν την άφηνε να τον βοηθήσει κι ούτε το χρειαζόταν, μα ούτε του άρεσε να είναι μαζί του στο μπάνιο όταν πλενόταν. Απ’ όλες τις στιγμές της κοινής τους ζωής, τούτη την είχε φυλαγμένη ως προσωπική, για τον εαυτό του σαν ένα μοναχικό γυμνό πλάσμα. Το νερό ήταν μπούζι, είχαν ζεστό μόνο αν το έβραζε η Λένη στην κατσαρόλα· όμως δεν τον ένοιαζε, του άρεσε η αίσθηση του κρύου που πάγωνε το δέρμα του και το ζωντάνευε. Με τα πέλματά του ένιωθε στην παλιά μπανιέρα τα σημεία που είχε φύγει το εμαγιέ και κηλίδωναν σκουριές τη χαραγμένη ασπράδα. Άφησε το νερό να τρέξει πάνω του κι ύστερα σκουπίστηκε. Έμενε ένα δεκάλεπτο για να πλυθεί και η Λένη, προτού κοπεί η παροχή. Όμως εκείνης της άρεσε να είναι ο Γκριγκόρε μέσα στο μπάνιο και να της μιλάει, όσο πλενόταν. Και μερικές φορές του ζητούσε να τη σκουπίσει.
«Τι λες να γίνει τώρα;» τον ρώτησε καθώς τα χέρια του την έτριβαν με την πετσέτα.
«Για ποιο πράγμα;»
«Τώρα που η Ευρωασιατική Συμμαχία νίκησε στη Γροιλανδία την Ομοσπονδία του Ειρηνικού».
«Δεν ξέρω», της είπε, κι ύστερα, σαν να αντιστάθμιζε αυτό την άγνοιά του: «Μ’ αρέσει όπως με κούρεψες».
⸙⸙⸙
Πλάγιασαν ντυμένοι στα υγρά σεντόνια, της χάιδεψε το πρόσωπο, τα μικρά στήθη, κι έκαναν έρωτα, με την κάμαρα να αντηχεί από τη βοή της θάλασσας.
⸙⸙⸙
Ο άνεμος δεν κόπασε όλη νύχτα ούτε το άλλο πρωί.
Η Λένη κατέβηκε με το ποδήλατο στην πόλη κι αυτός με τον Μαύρο πήγαν στην παραλία, όπως κάθε μέρα άμα δεν έβρεχε καταρρακτωδώς, και μερικές φορές ακόμα κι αν έριχνε νερό με το τουλούμι. Προχώρησε προς τον πρώτο μύλο, με τον σκύλο να του διορθώνει την πορεία έτσι κι ο Γκριγκόρε ξεστράτιζε προς τα κύματα· ώσπου κάποια στιγμή το ζώο άρχισε να γαβγίζει και δεν έλεγε να σταματήσει, και με το μπαστούνι του αυτός σκούντηξε μισό μέτρο παραμπρός κάτι που δεν ήταν πλαστικό ή φελιζόλ, ή ό,τι άλλο ανθρώπινο έβγαζε η θάλασσα όποτε είχε φουρτούνα· αλλά ένα σώμα.
Έπεσε στα γόνατα μες στα φύκια και το ψηλάφισε. Ήταν λείο, κι ύστερα βρήκε πρώτα το πτερύγιο και μετά το ρύγχος. Ήξερε τι είναι, γιατί όταν ήταν παιδί τον είχε αφήσει η μητέρα του να ψηλαφίσει ένα που το ’χε ξεβράσει το κύμα, και του είχε μιλήσει γι’ αυτό. Σηκώθηκε αργά. Δεν ήθελε να πάει παρακάτω κι έκανε μεταβολή. Γύρισε σπίτι και την περίμενε, καθισμένος στο τραπέζι στην κουζίνα.
Μπορούσε να μένει πολλή ώρα ακίνητος, είναι μια δεξιότητα που την αποκτάς άμα είσαι τυφλός, και τελικά άκουσε τα γαβγίσματα και το ποδήλατό της. Κάθισαν να φάνε και τον ρώτησε:
«Τι έκανες σήμερα;»
«Πήγα στην παραλία».
Ύστερα όμως δίστασε. Δεν ήξερε αν έπρεπε να της πει για το δελφίνι ούτε αν το ήθελε. Ένιωθε πως ήταν κάτι ολότελα δικό του, σαν μυστικό που δεν γινόταν να το φανερώσει· κι από την άλλη του φαινόταν πως όφειλε να της το πει, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει γιατί να ’ναι αυτό ένα χρέος. Η Λένη ένιωσε τον δισταγμό του και περίμενε.
«Βρήκα ένα νεκρό δελφίνι», της είπε τελικά.
«Και πώς ήξερες ότι ήταν δελφίνι;»
Δεν της είχε μιλήσει ποτέ για τη μητέρα του, μα τώρα έπρεπε να το κάνει κι αυτό.
«Είχαμε χάσει τον πατέρα μου στην αρχή του προηγούμενου πολέμου, όταν η Συμμαχία και η Ομοσπονδία ήταν στο ίδιο στρατόπεδο –θα ’σουν πολύ μικρή για να το θυμάσαι, Λένη. Τότε ακόμα τρώγαμε κανονικό φαγητό, όχι μόνο Συνφούντ, αλλά υπήρχαν πολλές ελλείψεις ήδη. Ο πατέρας μου αρρώστησε και πέθανε. Η μητέρα μου μ’ αγαπούσε κι ήξερε πως έβλεπα και καταλάβαινα κάτι μόνο αν το άγγιζα, έτσι μ’ άφηνε ν’ αγγίζω οτιδήποτε. Μια μέρα, σε μιαν άλλη παραλία, είχαμε βρει ένα νεκρό δελφίνι. Όταν το ξαναβρήκα σήμερα», είπε λες και το αλλοτινό και το τωρινό ήταν όχι απλώς παρόμοια, αλλά το ίδιο δελφίνι, «μου φάνηκε ότι τα βήματά μου και τα βήματα εκείνου του αγοριού ανακατεύτηκαν, κι αυτό με φόβισε –δεν ξέρω γιατί. Γύρισα πίσω».
Ελάχιστες φορές της είχε πει τόσα. Ίσως γι’ αυτό δεν ήθελε να τον ρωτήσει τίποτα, γιατί είχε μεγαλύτερη αξία να φυλάξει τα λόγια του χωρίς άλλες εξηγήσεις. Κι ούτε μπορούσε το νεκρό δελφίνι να μικρύνει αρκετά, ώστε να χωρέσει στην κουβέντα του φαγητού.
«Εσύ τι έκανες;» τη ρώτησε.
«Συνάντησα εκείνον το φίλο σου στην αγορά».
«Ποιον;»
«Τον Στεφάν».
«Ομοεθνής μου είναι, όχι φίλος μου».
«Με σταμάτησε».
«Τι ήθελε;»
«Μου φάνηκε φοβισμένος. Μου ’πε ότι του ήρθε το χαρτί της επιστράτευσης. Είπε ότι θέλει να περάσει να σε δει».
«Πότε; Δεν τον θέλω εδώ».
«Σήμερα. Έτσι μου ’πε. Ότι θα ’ρθει σήμερα».
«Μην τον βάλεις μέσα. Φώναξέ με άμα έρθει, να βγω έξω».
Ο ερχομός του Στεφάν σαν να είχε δημιουργήσει στον αέρα μια δόνηση που μεταδιδόταν σε κάθε απλή κίνηση και κουβέντα. Αφού απόφαγαν, έκαναν ό,τι κάθε άλλη μέρα, όμως η αναμονή τα βάραινε όλα –όπως όταν έρχεται θύελλα και νιώθεις τον ηλεκτρισμό στην ατμόσφαιρα: στο δέρμα σου, στις τρίχες στο σβέρκο σου. Η Λένη κάθισε να του ράψει ένα πανταλόνι, όμως δεν μπορούσε να βελονιάσει την κλωστή κι ας είχε επιδέξια δάχτυλα. Ένιωσε τη νευρικότητά της και της είπε:
«Άσε να την περάσω εγώ».
Χωρίς να βλέπει, του ήταν πιο εύκολο να το κάνει.
Όταν άκουσαν τα γαβγίσματα του Μαύρου, την αυλόπορτα να τρίζει και βαριά βήματα έξω, σχεδόν ένιωσαν ανακούφιση που αυτό το πράγμα θα τελείωνε επιτέλους: ο Γκριγκόρε θα άκουγε τι είχε να του πει ο Στεφάν και θα τον ξεφορτωνόταν.
«Πάω ν’ ανοίξω», του είπε, και την άκουσε να λέει στον επισκέπτη να περιμένει.
Πήρε το μπαστούνι του και βγήκε. Τον αισθάνθηκε εκεί πέρα, καταρχάς τη βαριά του μυρωδιά, αλλά και κάτι αλλιώτικο στον αέρα, λες και με την παρουσία του τον έκανε να πυκνώνει ώσπου γινόταν πνιγερός.
«Buna seara», τον χαιρέτησε ο Στεφάν κι ας ήξερε ότι δεν άρεσε στον Γκριγκόρε να μιλάνε στη γλώσσα τους όταν ήταν μπροστά η Λένη.
«Καλησπέρα. Τι θέλεις;»
«Mi a venit chemarea. Vreau sa ma ascunzi».
«Δεν γίνεται».
«Ascunde ma. Altfel va fac rau».
«Τι λέει;» τον ρώτησε η Λένη.
«Ότι θέλει να τον κρύψουμε για να μην τον επιστρατεύσουν, ειδάλλως θα μας κάνει κακό», κι ύστερα στον άντρα: «Σου ’πα, δεν γίνεται».
Τότε εκείνος έβγαλε μαχαίρι.
«Άκουσες τι σου ’πα;» είπε.
Αλλά εκείνη τη στιγμή ο Μαύρος πήδησε να τον αρπάξει. Ο άντρας γύρισε, έμπηξε το μαχαίρι του στο στέρνο του σκύλου και το έβαλε στα πόδια. Το ζώο σπαρτάρησε στο χώμα και στο λιγοστό χορτάρι, και ξεψύχησε. Η Λένη είχε πάρει στην αγκαλιά της το κεφάλι του κι έκλαιγε. Ο Γκριγκόρε κατάλαβε τι ’χε συμβεί κι έπεσε στο ένα γόνατο· ψηλάφισε τη ματωμένη γούνα. Πιο μετά τον έθαψαν.
⸙⸙⸙
Κατέβηκε μόνος στην παραλία. Η Λένη είχε πάει στην πόλη. Προχώρησε στην άμμο και στα φύκια, αλλά λοξοδρόμησε· δεν είχε κανέναν να τον προειδοποιεί, παρά μόνο την αίσθηση που ’χε ο ίδιος για το πόσο κοντινή ή μακρινή ήταν η βοή της θάλασσας. Έφτασε πέρα από την παρυφή του νερού, και το τελείωμα του κύματος μπήκε μέσ’ από τις γαλότσες του, του μούσκεψε τα μπατζάκια και τις κάλτσες. Δεν τραβήχτηκε, αλλά στάθηκε εκεί, με τα πόδια του να μουλιάζουν και την αρμύρα να του τσιμπάει το δέρμα· μέχρι που τελικά έκανε μεταβολή και γύρισε πίσω. Περνώντας πλάι από τον πύργο του ναυαγοσώστη σταμάτησε κι άκουσε το ντιντίνισμα. Κι ας εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει τις λέξεις του κρίκου και του ψαλιδιού, τώρα πια ήξερε ότι τα λόγια τους ήταν η ακατανόητη γλώσσα του χρόνου.

