Διήγημα
Στη σκηνή είναι ένα πιάνο, τρία τραπέζια, στο ’να καθισμένη μια νεαρή γυναίκα, στ’ άλλο μια νεότερή της στραμμένη ολότελα προφίλ, με τη δεξιά μεριά του προσώπου της αθέατη, κι ένας μεγαλύτερός της άντρας ανφάς·
Ζούσε σ’ ένα πλούσιο χωριό, κάπου στην Αφρική, ένας καλός αρχηγός. Είχε πολλές γυναίκες, νέες κι όμορφες, που δούλευαν στα χωράφια, κατέβαιναν στο ποτάμι για νερό, πηγαίνανε στο δάσος για ξύλα, κοπανούσαν το καλαμπόκι και
Δὲν πρόκειται περὶ κάποιου τυχαίου καὶ ἀνωνύμου γέρου, ὅπως διατείνεται ὁ τίτλος τοῦ ἀφηγήματός μας, ἀλλὰ περὶ τοῦ δικοῦ μου ἐκ μητρὸς παπποῦ, στὰ χέρια καὶ τὸ σπίτι τοῦ ὁποίου μεγάλωσα καὶ πέρασα πολλὰ ἀπὸ
Το φεγγάρι χιονίζει ξεσκλίδια σάρκας. Πλάι στο παράθυρο –τλικιτλάκ τλικιτλάκ τλικιτλάκ– πέρα δώθε στην κουνιστή πολυθρόνα. Θυμάμαι. Για να είμαι πιο ακριβής, αυτή τη στιγμή, το σώμα μου θυμάται. Το σώμα μου θυμάται και ζωντανεύει,
Πρώην σύζυγος δικαστικού επιμελητή, ετών σαράντα πέντε, με δυο βαθιές ουλές στο μάγουλο, εθεάθη μεσάνυχτα μ’ ένα σκεπάρνι στα χέρια να προχωρά αθόρυβα, να εισβάλλει εις ιατρείον νυν συζύγου και να κάνει λαμπόγυαλο όλα τα
Η καρδιά του τον πρόδωσε την ώρα που κολυμπούσε, μετά από εξήντα επτά χρόνια αδιάλειπτης λειτουργίας. Ήταν απόγευμα, Σεπτέμβρης, κι είχε βουτήξει στα νερά της Αγίας Άννας, ο μόνος κολυμβητής την ώρα εκείνη. Η Χώρα
Αρχές Οκτώβρη αγνώστου έτους, η Περσεφόνη ξεμυτάει κατά το συνήθειό της από το χώμα. Με το αριστερό της χέρι βαστάει σφιχτά το ξύλινο στειλιάρι μιας κοσιάς στο ύψος των ώμων της. Με το δεξί την κρατάει από τη λαβή κάνοντας μικρές ημικυκλικές κινήσεις λίγων εκατοστών πάνω
Πρώτη μέρα της νέας σχολικής χρονιάς! «Καλημέρα παιδιά» χαιρέτησε, με όσο ενθουσιασμό μπορούσε να στριμώξει στη φωνή της, η δασκάλα της πρώτης τάξης του 66ου Δημοτικού Σχολείου. Από κάτω σιωπή. Μπορούσες σχεδόν να ακούσεις μια
Το φεγγάρι χιονίζει ξεσκλίδια σάρκας. Πλάι στο παράθυρο –τλικιτλάκ τλικιτλάκ τλικιτλάκ– πέρα δώθε στην κουνιστή πολυθρόνα. Θυμάμαι. Για να είμαι πιο ακριβής, αυτή τη στιγμή, το σώμα μου θυμάται. Το σώμα μου θυμάται και ζωντανεύει,
Μετά το μνημόσυνο, μια ομάδα σαράντα περίπου ατόμων, τους περισσότερους εκ των οποίων ο Δημήτρης δεν ήταν καν σίγουρος ότι ήξερε, είχε μεταφερθεί στην ταβέρνα «Αγιάσος» για να τιμήσει τη μνήμη της Πέπης τρώγοντας εξωφρενικά