Διήγημα

Ο θάλαμος 218 ήταν στο τέλος του μακρόστενου διαδρόμου. Το πάτωμα μωσαϊκό και τα παράθυρα φτιαγμένα από ξύλο που βάφτηκε πολλές φορές, την μια πάνω στην άλλη, χωρίς να έχει προηγηθεί τρίψιμο ή στοκάρισμα. Οι

Τον βρήκα σ’ ένα σπίτι δίπλα σε μια θάλασσα. Τον δίδυμο αδερφό μου, που τότε πια ήταν είκοσι δύο χρόνια μεγαλύτερός μου: εγώ μεσήλικας, εκείνος γέρος. Το σπίτι ήταν ολόιδιο με το πατρικό μας: η

Έγραφε μικρά διηγήματα από την τελευταία τάξη του Λυκείου και τώρα, στα εικοσιδύο της, αποφάσισε να πλησιάσει τον κόσμο που δεν γνώριζε. Από τα διαβάσματά της καταλάβαινε πως κάποιοι συγγραφείς κυριολεκτικά ζούσαν στο πετσί τους

Παρήγγειλαν κι από ένα γύρω με τσίπουρα και μια μερίδα γίγαντες, γιατί ο Βασίλης είχε όρεξη για κουβέντα. Κι όταν είχε όρεξη, αν και πιο σπάνια τον τελευταίο καιρό, ήταν ομιλητικός κι ευχάριστος. Κυρίως όταν

Ο Γκριγκόρε τραβήχτηκε, βαθουλώνοντας την άμμο με τα τακούνια απ’ τις γαλότσες του και με τη μύτη του μπαστουνιού του. Ο αέρας του ’παιρνε τα μαλλιά, πότε σκεπάζοντας τη μικρή φαλάκρα στην κορυφή και πότε
Έχει τόση ομορφιά η θλιμμένη ευγένειά της. Λάμπει η αθωότητά της. Λάμπει απ’ αυτό που δεν ξέρει. Από το απρόσμενο που θ’ αντικρύσει. Ίσως γι’ αυτό η προσέγγισή της στον άλλον είναι δισταχτική. Ένας δισταγμός
Όλο χαρακιές σαν ξερά ρυάκια τα χέρια του, δουλέψανε τη γη, της μοιάσανε, σκεβρά απ’ της μοίρας την υγρασία, λυγισμένα απ’ τον άνεμο του κάματου. Είχαν μιαν ευγένεια άλλη από κείνη που ‘χουν τα περιποιημένα,
Κύλιση στην κορυφή