Διήγημα
Ο θάλαμος 218 ήταν στο τέλος του μακρόστενου διαδρόμου. Το πάτωμα μωσαϊκό και τα παράθυρα φτιαγμένα από ξύλο που βάφτηκε πολλές φορές, την μια πάνω στην άλλη, χωρίς να έχει προηγηθεί τρίψιμο ή στοκάρισμα. Οι
Τον βρήκα σ’ ένα σπίτι δίπλα σε μια θάλασσα. Τον δίδυμο αδερφό μου, που τότε πια ήταν είκοσι δύο χρόνια μεγαλύτερός μου: εγώ μεσήλικας, εκείνος γέρος. Το σπίτι ήταν ολόιδιο με το πατρικό μας: η
Έγραφε μικρά διηγήματα από την τελευταία τάξη του Λυκείου και τώρα, στα εικοσιδύο της, αποφάσισε να πλησιάσει τον κόσμο που δεν γνώριζε. Από τα διαβάσματά της καταλάβαινε πως κάποιοι συγγραφείς κυριολεκτικά ζούσαν στο πετσί τους
Παρήγγειλαν κι από ένα γύρω με τσίπουρα και μια μερίδα γίγαντες, γιατί ο Βασίλης είχε όρεξη για κουβέντα. Κι όταν είχε όρεξη, αν και πιο σπάνια τον τελευταίο καιρό, ήταν ομιλητικός κι ευχάριστος. Κυρίως όταν