Έχει τόση ομορφιά η θλιμμένη ευγένειά της. Λάμπει η αθωότητά της. Λάμπει απ’ αυτό που δεν ξέρει. Από το απρόσμενο που θ’ αντικρύσει. Ίσως γι’ αυτό η προσέγγισή της στον άλλον είναι δισταχτική. Ένας δισταγμός τόσο ευγενής που σ’ αγγίζει όπως ένα άνθος. Σχεδόν μοσχοβολάει. Η κοινωνική της θέση, η άνεση του βίου της, την προστατεύει από τη σκληρότητα του Κόσμου. Τα ρούχα της φωτεινά, εκπέμπουν λάμψεις μέσα στις σκιές. Τι είναι αυτό που λάμπει μέσα στο σκοτάδι; Έχει βγει από το αυτοκίνητό της. Είναι αργά και το μέγαρο της δικηγορικής εταιρίας που εργάζεται ο άντρας της πλέει μέσα σ’ ένα σιωπηλό ημίφως. Περνά τα κρύσταλλα της τεράστιας πόρτας και ο μισοκοιμισμένος υπάλληλος, πίσω από το δρύινο γραφείο του, την χαιρετάει με ένα βλέμμα απαλό, καθώς την αναγνωρίζει, καθώς καθηλώνεται απ’ αυτό που λάμπει πάνω της. Απ’ αυτό το φως που ακόμα κρύβει το σκοτάδι. Απ’ αυτό το φως που θα την κάψει, ήσυχα αλλά καθόλου γλυκά, που η ευγένειά της θα το αφήσει να τη λαμπαδιάσει χωρίς να βγάλει ούτε μια μικρή κραυγή. Το σκοτάδι που ήταν κρυμμένο σ’ αυτό το φως, αυτή η σκοτεινή αλήθεια, που η θλίψη της την ήξερε πριν απ’ αυτήν, το σκοτάδι αυτού του υποκριτικού ψέματος που ήταν τόσο ζεστό, τόσο φωτεινό, που της επέτρεπε ν’ αντέχει, αυτό που η αλήθεια δεν της το επιτρέπει. Αυτό το σκοτάδι της αλήθειας που με όλη τη σκληρότητά του δεν μπορούσε να της αφαιρέσει το φως, τη λάμψη από πάνω της. Το διαμάντι της δεν μπορεί να χαράξει την τρυφερή σάρκα της ευγένειάς της. Το γυάλινο ασανσέρ που την οδηγεί στον όροφο που είναι το γραφείο του συζύγου της, ολόκληρο διαμέρισμα, παίρνει τα χρώματα των ρούχων της, της πράσινης μαντίλας που σκεπάζει τα κόκκινα μαλλιά της. Λάμπει ο θάλαμός του σα να πήρε φωτιά. Σα να προγεύτηκε το ανελέητο φως που θα την πυρπολούσε.
Ο διάδρομος ντυμένος με ανοιχτόχρωμη μοκέτα, σκεπάζει τον ήχο από τα τακούνια της, ο κρυμμένος ήχος ξεφεύγει σε μικρούς σπινθήρες φωτός, όπως βγάζουν οι οξυγονοκολλήσεις. Τι άραγε θέλει να κολληθεί, που δεν κολλάει; Που δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να κολλήσει; Την αλήθεια με το ψέμα; Μα αυτά ήταν ανέκαθεν κολλημένα κι όλα διάγονταν σε ησυχία, σε αδιάφανο ακρυλικό φως. Όταν τα ξεκολλούσες ερχόταν το ανελέητο, το χωρίς επιστροφή. Όταν αυτά είναι ενωμένα η επιστροφή γίνεται καθημερινά, επιστρέφεις κάθε μέρα στη ζωή, και η θλίψη σου λάμπει. Λάμπει γιατί αυτή ξέρει αυτό που εσύ ξέπνοη θα μάθεις.
Το χολ του γραφείου του είναι σκοτεινό, αλλά πιο μέσα το ίδιο το γραφείο, κάτω από την κλειστή του πόρτα, από τη χαραμάδα ανάμεσα στην πόρτα και τη μοκέτα, βγάζει ένα ήπιο, χαϊδευτικό φως. Σαν κάποιος να νυστάζει κι έχει σβήσει το μεγάλο φως αφήνοντας μόνο ένα αμπαζούρ αναμμένο να εκπέμπει ένα γλυκό παρηγορητικό ημίφως. Ένα φως που προσπαθεί να σε ξεκουράσει, από κάτι που παλεύει για τη ζωή του πάνω σου, την αλήθεια της ζωής του, που σε έχει κουράσει αφόρητα και ανελέητα, αφού πρέπει διαρκώς να το ταΐζεις μέσα στο σκοτάδι, το σκοτάδι με το εφιαλτικό φως του. Που ο άντρας της απελπισμένος και παθιασμένος το ταΐζει. Το ταΐζει μέσα στο μειλίχιο φως του σκοταδιού. Το φως από έναν άλλο κόσμο.
Η γυναίκα που λάμπει έχει φέρει σκεπασμένο για να μη κρυώσει, το φαγητό για τον άντρα της που δουλεύει ως αργά. Δουλεύει ως αργά για να έχει εκείνη όλα αυτά τα χρώματα στα ρούχα και τα μαλλιά της, όλη την εύπορη θλίψη της. Νομίζει. Νομίζει ότι δουλεύει ως αργά γι’ αυτήν κι ένα χαμόγελο απλώνεται στο πρόσωπό της. Ένα χαμόγελο ξεκούραστο, ανώδυνο, ένα χαμόγελο που έχει σφιχταγκαλιάσει την αλήθεια με το ψέμα. Κι όμως πίσω απ’ το χαμόγελο κάτι χωρίς επιστροφή παραμονεύει. Κάτι που ταράζει την επιφάνεια των πραγμάτων.
Και το χαμόγελο σβήνει όταν η γυναίκα ανοίγει την πόρτα.
Το ανελέητο απρόσμενο, το χαρακωμένο πρόσωπο της αλήθειας που έχει αποκοπεί βίαια από το ψέμα, καθώς πέφτει πάνω της όχι μόνο δεν της παίρνει το φως, αντίθετα την πυρπολεί με μεγατόνους φωτός καθώς εκείνη κι όχι εκείνος, χαμηλώνει το κεφάλι σ’ αυτό που βλέπει, και αποχωρεί αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα πίσω της στο εύφλεκτο σκοτάδι.

