Ζωγραφική: Egon Schiele

Λάκης Παπαστάθης

Θαύμαζε τον Μιχαήλ Μητσάκη

Έγραφε μικρά διηγήματα από την τελευταία τάξη του Λυκείου και τώρα, στα εικοσιδύο της, αποφάσισε να πλησιάσει τον κόσμο που δεν γνώριζε. Από τα διαβάσματά της καταλάβαινε πως κάποιοι συγγραφείς κυριολεκτικά ζούσαν στο πετσί τους την πραγματικότητα που περιέγραφαν και άλλοι πάλι χρειάζονταν την αναγκαία απόσταση, μικρή ή μεγαλύτερη, από τα γεγονότα για να μπορέσουν να γράψουν. Η ίδια πίστευε πως η εμπειρία της ζωής θα της έδειχνε ποιο θα ήταν το καλύτερο γι’ αυτήν. Από τους παλιούς λογοτέχνες του δέκατου ένατου αιώνα θαύμαζε ιδιαιτέρως τον Μιχαήλ Μητσάκη. Τον φανταζόταν σαν να παραφύλαγε κρυμμένος για να βλέπει, αθέατος από τους άλλους, τις σκηνές του δρόμου που θα περιέγραφε στα διηγήματά του. Δεν έμπαινε όμως στη σκηνή, δεν συνομιλούσε ο ίδιος με τους ήρωες του, έβλεπε και άκουγε μόνον. Η Δήμητρα, όποτε προσπάθησε να εισχωρήσει σ’ έναν κόσμο που δεν ήταν ο δικός της, πάντα είχε συναισθηματική εμπλοκή, σαν αόρατα χάλκινα χέρια να την τραβούσαν. Συμμετείχε και πολλές φορές καθόριζε τη δράση, από την οποία δύσκολα μπορούσε να ξεφύγει.

Έτσι και τώρα, επειδή κάτι την τραβούσε, αποφάσισε να γνωρίσει τον κόσμο των ηλικιωμένων γυναικών που ζητιάνευαν στους δρόμους της Αθήνας. Η συμπόνια αλλά και οι ενοχές της –που λόγω της οικονομικής δυνατότητας των γονιών της αυτή μπορούσε να σπουδάζει και να ζει με κάποια άνεση– την οδήγησαν στις γωνιές της Αθήνας όπου στήνονταν οι ζητιάνες. Στην αρχή τις παρακολουθούσε από απόσταση και μετά, ξεθαρρεύοντας, τις πλησίαζε και μιλούσε μαζί τους.

 Ήθελε να μάθει την ιστορία της καθεμιάς και την οικογενειακή της κατάσταση. Τις φώναζε με το μικρό τους όνομα και συχνά τις συνόδευε μέχρι τις τρώγλες που κατοικούσαν. Πήγαιναν με το λεωφορείο ή με ταξί παρά τη γκρίνια του ταξιτζή που τις λοξοκοιτούσε. Καθόταν δίπλα τους εκεί που ζητιάνευαν λέγοντας και αυτή «ευχαριστώ» σε κάθε περαστικό που έριχνε κάποιο κέρμα στο τενεκεδάκι. Την ημέρα της γιορτής τους κουβαλούσε στην καθεμιά γλυκά και καινούργια ρούχα, αλλά και ένα μικρό μπουκάλι κονιάκ για το κρύο του δρόμου, ακόμη και το καλοκαίρι. Αυτές τα ρούχα δεν τα φόραγαν ποτέ, τα φύλαγαν για μια φανταστική επίσημη ημέρα ή για την κηδεία τους.

Η μία στηνόταν μπροστά στον Άγιο Διονύσιο, η άλλη στην έξοδο του νοσοκομείου Ευαγγελισμός, η τρίτη μπροστά στο φημισμένο ζαχαροπλαστείο Ασημακόπουλος και η τέταρτη στην είσοδο μιας μικρής στοάς στον πεζόδρομο της Βουκουρεστίου με τα ακριβά καταστήματα. Όλες περίμεναν τη Δήμητρα όχι μόνο για τα δώρα της, αλλά και για τη γλυκιά κοινωνικότητα που ένιωθαν όταν ήταν δίπλα τους ένα νέο όμορφο καλοντυμένο και πεντακάθαρο κορίτσι που μύριζε σαπούνι. Η Δήμητρα όμως δεν καθόταν για πολύ χρόνο κοντά τους γιατί παρατηρούσε πως οι περαστικοί κοντοστέκονταν, αλλά δεν έδιναν ελεημοσύνη βλέποντάς την να κάθεται με τις ζητιάνες. Μπερδεύονταν, νόμιζαν πως κάποια έρευνα γινόταν από δημοσιογράφο ή από κάποια φοιτήτρια του Πανεπιστημίου. Η ίδια, από την εποχή που διάβασε τον Ζητιάνο του Καρκαβίτσα, είχε καταλάβει πως η εξαθλίωση τραβάει τα φιλάνθρωπα αισθήματα των περαστικών αλλά πάντα πρέπει να είναι μόνη της, να χτυπάει έντονα τις πιο ευαίσθητες χορδές του κάθε διερχόμενου.

Την κυρία Γεωργία που ζητιάνευε στον Άγιο Διονύσιο τη συνόδευσε μία μέρα μέχρι την πόρτα του δωματίου της σε μία υπόγεια γκαρσονιέρα. Όταν όμως άνοιξε η πόρτα και είδε μέσα, η Δήμητρα τρόμαξε και έκανε ένα βήμα πίσω. Αντίκρισε έναν σκουπιδότοπο που μύριζε αφόρητα γιατί τα παράθυρα ήταν κλειστά και δεν αεριζόταν από πουθενά.

Η Ουρανία που ζητιάνευε μπροστά στον Ασημακόπουλο σχεδόν δεν μιλούσε. Ήταν πολύ παχιά και με αγριεμένο βλέμμα. Ένιωθε να απειλείται η θέση της μπροστά στο πεντακάθαρο ιστορικό ζαχαροπλαστείο, αλλά κάθε μεσημέρι στηνόταν εκεί κρατώντας τη χειρόγραφη χαρτονένια πινακίδα που έγραφε… ΕΙΜΑΙ ΑΡΡΩΣΤΗ. Κοιτούσε εχθρικά όποιον προσπαθούσε να την πείσει να μετακινηθεί λίγα μέτρα και κουνούσε το κεφάλι της αρνητικά χωρίς να λέει λέξη. Η παρουσία της Δήμητρας αισθανόταν πως τη νομιμοποιούσε στη θέση της, γι’ αυτό και συνεχώς της παραπονιόταν που δεν πήγαινε συχνότερα. Μια μέρα της έδωσε έναν τσαλακωμένο λογαριασμό του ηλεκτρικού που είχε λήξει προ τριετίας. Η Δήμητρα είδε πως έπρεπε να πληρωθούν διακόσια τριαντατέσσερα ευρώ. Όταν ρώτησε την Ουρανία για ποιο σπίτι ήταν ο λογαριασμός, της απάντησε πως η ίδια συγκατοικούσε με την αδερφή της και ζούσαν στο σκοτάδι. Της μίλησε με καθαρή φωνή χωρίς να κομπιάζει, χωρίς την ψεύτικη αφωνία της ζητιάνας.

–Κυρία Ουρανία είναι μεγάλο το ποσόν για μένα. Από αυτά που μου στέλνει κάθε μήνα ο μπαμπάς μου δεν μου περισσεύουν. Αργότερα ίσως καταφέρω να τα μαζέψω. Θα κάνω οικονομίες.

Η ζητιάνα της άρπαξε θυμωμένη τον λογαριασμό από το χέρι και μετά αγνόησε εντελώς την ύπαρξη του κοριτσιού. Ακόμη και όταν η Δήμητρα τη χαιρέτησε φεύγοντας, αυτή δεν ανταπέδωσε τον χαιρετισμό.

Η κυρία Θεοδώρα ήταν ακόμη νέα, σχεδόν εξήντα. Ήταν υγιέστατη και ακμαία, αλλά έμαθε να παίζει την αδύναμη και την άρρωστη. Θεωρούσε ως ιδιαιτέρως προνομιούχα τη θέση της γιατί από την είσοδο του μεγάλου νοσοκομείου έμπαιναν και έβγαιναν εκατοντάδες άνθρωποι κάθε μέρα, που ήταν συναισθηματικά προετοιμασμένοι για φιλανθρωπία. Γι’ αυτό και σε κάθε περαστικό έλεγε «…περαστικά σας, σιδερένιος ο άνθρωπός σας… ο Θεός και η Παναγίτσα να σας δίνει υγεία». Κι’ αυτή φχαριστιόταν και καμάρωνε όταν η Δήμητρα καθόταν δίπλα της, αλλά ταυτοχρόνως σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα της αποσπάσει χρήματα. Πότε ως «δανεικά», πότε για τις ανάγκες των δύο παιδιών της, που η Δήμητρα δεν ήταν σίγουρη πως πράγματι υπήρχαν, αλλά και για τα φάρμακα της μάνας της στο χωριό.

Την ημέρα που δεν βρήκε τη Μαρίκα στη θέση της κατευθύνθηκε εκεί που έστρωνε τα χαρτόνια και τα κουρέλια της για να κοιμηθεί. Την αντίκρυσε να τουρτουρίζει με πυρετό. Τηλεφώνησε αμέσως να έρθει ασθενοφόρο και όταν αυτό έφτασε, ζήτησε τη βοήθεια του εφημεριδοπώλη να τη σηκώσουν και να τη βάλουν μέσα. Μπήκε κι αυτή συνοδεύοντάς την. Στο νοσοκομείο την ξάπλωσαν σε ένα ράντζο και πριν τη δει γιατρός και αρχίσουν οι εξετάσεις, η Μαρίκα, με μεγάλη προσπάθεια, έβγαλε από τη ζακέτα της ένα τσαλακωμένο χαρτάκι και το έδωσε στη Δήμητρα. Χωρίς δισταγμό αυτή τηλεφώνησε αμέσως στον αριθμό που ήταν γραμμένος στο χαρτί, αλλά και τις τρεις φορές απάντηση δεν πήρε. Πέρασαν άλλα δέκα λεπτά και χτύπησε το τηλέφωνό της. Μια διστακτική γυναικεία φωνή την πληροφόρησε πως είναι η κόρη της Μαρίκας και όταν έμαθε πως η μάνα της είναι στο νοσοκομείο είπε, με μεγάλη ψυχραιμία, πώς θα έρθει σε μισή ώρα, μόλις τελειώσει η βάρδιά της. Εκείνη τη στιγμή πέρασε βιαστικά μια νοσοκόμα και η Δήμητρα, τρέχοντας, την πρόλαβε πριν εξαφανισθεί. Έβαλε στην τσέπη της ποδιάς της λίγα χρήματα και την παρακάλεσε να την καθαρίσει κάπως και αν ήταν δυνατόν να της κάνει ένα λουτρό. Η νοσοκόμα της απάντησε επαγγελματικά… «δεν μπορεί να σηκωθεί, θα την πλύνω με σφουγγάρι στο κρεβάτι, αυτή έχει να πλυθεί από το χίλια οχτακόσια εικοσιένα. Το βράδυ όμως, δεν προλαβαίνω τώρα».

Ενώ η Μαρίκα έδειχνε πως κοιμόταν η Δήμητρα βγήκε από το νοσοκομείο τρέχοντας. Αναζητούσε ένα κατάστημα ρούχων. Ευτυχώς το είδε απέναντι. Χωρίς χρονοτριβή μπήκε και αγόρασε, πληρώνοντας με την κάρτα της, νυχτικό για τη Μαρίκα και ένα ζευγάρι πάνινες παντόφλες. Όταν γύρισε στο νοσοκομείο είδε την κόρη της Μαρίκας να κάθεται στην άκρη του κρεβατιού. Ήταν φανταχτερά ντυμένη, γύρω στα τριάντα.

–Χαίρομαι που θα είστε δίπλα στη μαμά σας, περαστικά. Θα σας τηλεφωνήσω αύριο.

–Έχω κι εγώ το τηλέφωνό σου.

Τότε η Δήμητρα ένιωσε σαν ένα αόρατο σχοινί να τη δένει με έναν κόσμο που μόνον αυτή μέχρι τώρα είχε την πρωτοβουλία πότε θα τον πλησίαζε. Την τρόμαξε και το βλέμμα της που ήταν εξεταστικό, επίμονο και ψυχρό.

Την επόμενη ημέρα η Μαρίκα πέθανε και η κηδεία της θα γινόταν μεθαύριο στον Κόκκινο Μύλο. Το έμαθε από το τηλεφώνημα της κόρης της που τελείωσε τη συνομιλία τους λέγοντας… «θα σε δω εκεί κορίτσι μου.»

Δεν είχε δει πιο φτωχή κηδεία στη ζωή της. Το σανιδένιο φέρετρο συνόδευαν τέσσερις. Η Δήμητρα, η κόρη της Μαρίκας, ένας μεσήλικας κακοντυμένος και ένας νέος Πακιστανός που φερόταν κάπως δουλικά προς όλους. Την έθαψαν χωρίς ένα δάκρυ.

–Συλλυπητήρια, να τη θυμόσαστε, ψέλλισε το κορίτσι, που συγκρατήθηκε για να μην κλάψει βλέποντας τους άλλους αδιάφορους. Μόλις τελείωσαν οι τυπικές διαδικασίες της ταφής, η Δήμητρα έκανε λίγα βήματα οπισθοχωρώντας και σκεφτόταν πότε έπρεπε να γυρίσει την πλάτη για να φύγει.

–Πού πας, η θεια έκανε σούπα και μας περιμένει. Θα σε πάρω με το αυτοκίνητο.

Στον δρόμο, ενώ η κόρη οδηγούσε το μικρό παλαιό αυτοκίνητό της γύριζε προς το μέρος του κοριτσιού και την έψαχνε με τα μάτια. Αυτή ένιωσε πάλι κάτι σαν απειλή. Αυτό το ενέτεινε και ο κακοντυμένος άντρας που ακολουθούσε με μηχανάκι και δεν την έχανε από τα μάτια του. Το ίδιο και ο Πακιστανός που οδηγούσε μια παλιά μοτοσυκλέτα.

–Πού πάμε;

–Στη Φυλής.

–Στο σπίτι σας;

–Όχι, στο μπουρδέλο, εκεί που δουλεύω. Έχεις πάει ποτέ σε μπουρδέλο;

–Όχι.

–Ευκαιρία να το δεις. Φοιτήτρια είσαι;

Η Δήμητρα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Όταν η κίνηση ήταν αραιή, το μηχανάκι του κακοντυμένου και η μοτοσυκλέτα του Πακιστανού πλησίαζαν το αυτοκίνητο από το μέρος της συνοδηγού και της χαμογελούσαν σαν να της έλεγαν πως είμαστε παρόντες, είμαστε εδώ, είμαστε μία παρέα, θες δεν θες, δεν θα μας ξεφύγεις.

Έφτασαν στο ερείπιο της Φυλής, πέρασαν τη ρημαγμένη αυλή, ανέβηκαν την εξωτερική πέτρινη σκάλα και μπήκαν από την ξύλινη παλιά πόρτα στο χολ, που ήταν η αίθουσα αναμονής για τους πελάτες. Τα φώτα κόκκινα και μωβ προσπαθούσαν να δώσουν αίγλη στο μισοερειπωμένο σπίτι. Το τραπέζι ήταν στρωμένο. Μία πολύ ηλικιωμένη γυναίκα τους υποδέχτηκε.

–Καθίστε η σούπα είναι ζεστή.

Η Δήμητρα πρόσεξε πως τα πιάτα ήταν πέντε και σκέφτηκε πως την υπολόγιζαν. Κάθισαν. Ακολούθησαν οι ευχές. «Η καημένη η Μαρίκα», είπε η γριά και άρχισαν να ρουφάνε κουταλιές σούπας. Ένιωθε πως ήταν και πάλι στο κέντρο του ενδιαφέροντος όλων. Η γριά πού την έκοβε επίμονα τη ρώτησε από πού είναι. «Από την Καβάλα» απάντησε η Δήμητρα.

–Και τι κάνεις εδώ; Σπουδάζεις;

–Ναι.

Χωρίς να χτυπήσουν ανοίγουν την πόρτα μία παρέα νεαρών.

–Δεν δουλεύετε σήμερα;

–Ελάτε σε μία ώρα.

–Το κορίτσι είναι καινούργιο;

–Όχι τώρα, σε μία ώρα είπαμε.

Όταν οι νέοι βγήκαν η Δήμητρα σηκώθηκε και ετοιμάσθηκε να φύγει. Τότε ο κακοντυμένος την έπιασε από το χέρι αναγκάζοντάς την να καθίσει. Το γλοιώδες γέλιο του είχε τώρα εξαφανιστεί.

–Μπορείς να δουλεύεις στα κρυφά στο μέσα δωμάτιο, δεν θα φαίνεσαι, κατάλαβες; Έχω και καλούς πελάτες. Κανείς δεν θα το μάθει.

 Μετά απελευθέρωσε το χέρι της και έβαλε την παλάμη του κάτω από το πουκάμισό της, χαϊδεύοντας το στήθος.

Η Δήμητρα κατάφερε να ξεφύγει με αποφασιστική απότομη κίνηση και βγήκε τρέχοντας. Στον δρόμο κοιτούσε πού και πού πίσω της γιατί ένιωθε κυνηγημένη. Όταν λαχάνιασε και στάθηκε λίγο, είδε να περνάει μπροστά της ένα άδειο ταξί. Το σταμάτησε σηκώνοντας το χέρι της και χώθηκε στο πίσω κάθισμα.

Όταν το ταξί απομακρύνθηκε από τη Φυλής και ήταν κάπως ήσυχη πως δεν την παρακολουθούσαν, σκεφτόταν αυτά που είχε διαβάσει για τις πόρνες που ήταν κάποτε ιερές και στα παλιά χρόνια τις έλεγαν ιερόδουλες. Της ήρθαν επίσης στο νου και οι ιστορίες των μεγάλων ζωγράφων που σύχναζαν στα πορνεία του Παρισιού και ζωγράφιζαν αυτές τις γυναίκες σαν να ήταν μανάδες και ερωμένες μαζί. Κάποιοι μάλιστα κοιμόντουσαν εκεί! Είχε και κάποιες πληροφορίες για τον Καραβάτζιο που ζωγράφιζε νεκρές πόρνες και τους έδινε τη μορφή της Παναγίας! Αναρωτιόταν όμως τι σχέση μπορούσαν να έχουν όλα αυτά με τη μιζέρια ενός πορνείου στην οδό Φυλής της Αθήνας το δύο χιλιάδες δεκαεννέα…

 Έφτασε στο μικρό κομψό διαμέρισμα που της είχαν αγοράσει οι γονείς της στου Παπάγου και αποφάσισε αμέσως να πάρει μαζί της τα λίγα απαραίτητα ρούχα και να ταξιδέψει με το τρένο, την ίδια μέρα, για το πατρικό της σπίτι στην Καβάλα. Για μερικές ημέρες δεν ήθελε να σκέπτεται τα τελευταία γεγονότα. Είχε ανάγκη να νιώσει τη συγκρατημένη αυστηρότητα του πατέρα της, να δει τη μάνα της και τα μικρότερα αδέρφια, να πάει βόλτα στους δρόμους τον σκύλο της που τον αγαπούσε και κυρίως να κοιμηθεί στο παιδικό κρεβατάκι της.

Κύλιση στην κορυφή