Στις πεντέμισι το πρωί, όταν η νύχτα διστάζει ακόμα να αποσυρθεί, αλλά το φως γαλαζιάζει δειλά, έρχονται εκείνες κι εμφανίζονται σαν σκούρα στίγματα πάνω στα κλαδιά της γέρικης μουριάς. Πριν ακόμα αρχίσουν την ακατάσχετη φλυαρία τους, έχω ξυπνήσει και βολοδέρνω. Μιλάω για τις ατίθασες, τις κακόφωνες, τις άσπλαχνες καρακάξες, που καθημερινά και μάλιστα δίπλα από το παράθυρό μου χαλούν τον κόσμο με τις κρωξιές και τις ατέλειωτες εξιστορήσεις των κατορθωμάτων τους. Τις έχω συνηθίσει πλέον τόσο πολύ, που τις περισσότερες φορές ξυπνάω πρώτος και με κομμένη την ανάσα περιμένω να τις ακούσω, κοιτάζοντας ταυτόχρονα το ρολόι μου. Τι γίνεται, θα χάσουν σήμερα κανένα λεπτό; Θα καθυστερήσουν κανένα δευτερόλεπτο; Όχι, δεν καθυστερούν ποτέ. Είναι το φυσικό ρολόι μου, που δουλεύει ταυτόχρονα μέσα και έξω από το μυαλό μου. Όταν αλλάζει η ώρα, μία μπροστά και μία πίσω, χειμερινή ή θερινή, θέλω να μου πείτε, πού το καταλαβαίνουν; Θέλουν απλώς μία ή δύο μέρες για να το συνηθίσουν και αμέσως μετά κουρντίζονται αναλόγως. Γι’ αυτό τις λέω πολύξερες. Ξέρουν τα πάντα και αφού τα ξέρουν όλα δεν έχουν τι άλλο να κάνουν, παρά να τα σχολιάζουν και να τα αναμοχλεύουν. Με το να τις παρακολουθώ καθημερινώς έμαθα τη γλώσσα τους, ναι, ναι, με αυτήν την παράξενη μέθοδο της υπνοπαιδείας, ακούγοντας μέσα στα μηνίγγια μου κάθε λέξη και συλλαβή τους, κάθε τους επιφώνημα, μέσα στην αβίαστη αποδοχή της ονειρικής εγρήγορσής μου και μέχρι την έγερσή μου και την προετοιμασία μου για την πρωινή έξοδο. Επαναλαμβάνοντας ενδόμυχα τον τρόπο της ομιλίας τους, που αφορά κυρίως στη δική μου παρουσία και τον αμέσως ενδιαφέροντα γι’ αυτές περίγυρό μου, μπήκα σιγά σιγά στον τρόπο της σκέψης τους και στα νοήματα των αρθρωμένων ξεφωνητών τους.
Σήμερα το εκκρεμές του διαδρόμου χτύπησε τη μισή ώρα, μετά τις πέντε το πρωί, ταυτόχρονα με την κρωξιά δίπλα από το παντζούρι του παραθύρου μου. Τη γνώρισα αμέσως. Ήταν η Γκαβή. Πρόκειται για μία καρακάξα, που ακριβώς μέσα στα μάτια της και λίγο γύρω από αυτά έχει φωλιάσει ένα κυκλικό μαύρο χρώμα. Εξ αυτού και το παρατσούκλι, που της κολλήθηκε από τις άσπονδες φίλες της. Με το που αμόλησε την κρωξιά της, ένα αφηνιασμένο «κρρσιάππ», που σου έσκιζε το μυαλό, η Πανωραία, που καθόταν δυο κλαδιά παραπάνω άρχισε τις κοροϊδίες.
«Τι έγινε γλυκιά μου, τι έγινε Γκαβούλα μου, τον ξύπνησες τον δικό σου; Σαν πολύ δεν έχεις το μυαλό σου σ᾽ αυτόν;»
«Και τι θέλεις εσύ, αναθεματισμένη; Είναι μορφωμένος, γι’ αυτό τον παρακολουθώ. Μαθαίνω απ’ αυτόν.»
«Την τύφλα σου μαθαίνεις. Αν μάθαινες, δεν θα μας πήγαινες στο στόμα του λύκου χθες. Ακόμα ακούω τις σφυριξιές του αεροβόλου στο αυτί μου».
«Και τι θέλετε παρακαλώ; Δεν έπρεπε να φάμε; Εγώ ανακάλυψα την καινούργια αποθήκη με το καλαμπόκι. Βρέθηκε εκεί κι ένα πιτσιρίκι με το αεροβόλο και μας έριξε. Χαράς το πράγμα. Ποια έπαθε ποτέ τίποτε από ένα αεροβόλο; Άλλα όπλα να φοβάστε.»
«Κρρρσιάπππ, κρρρσιάπππ», ξεφώνισε η Κουτσή, που έκανε πάντα τραμπάλα στο ένα πόδι της, όταν περπατούσε χοροπηδώντας αδέξια, «να, καλέ, ο δικός σου φεύγει, θα τον ακολουθήσεις;»
«Δεν μουρλάθηκα. Πάει στην πόλη τώρα. Έχει σοβαρές ασχολίες. Δεν βλέπετε πόσους φακέλους κρατάει στα χέρια του;»
«Και πού θα τη βγάλουμε εμείς σήμερα; Πού και τι θα μασήσουμε;» ανησύχησε η Γκρινιάρα, προσπαθώντας να κουνήσει τις φτερούγες της νωχελικά, για να ξεμουδιάσουν.
Η Γκαβή, που σημειωτέον έβλεπε καλύτερα από όλες τους, απάντησε:
«Μη σκοτίζεστε. Βλέπω κάποια τρακτέρ που ετοιμάζονται να σύρουν τις πλατφόρμες τους. Όπου και να πάνε θα υπάρχει τροφή, που μπορούμε να κλέψουμε».
«Μα, δεν θα κλέψουμε, το δικαίωμά μας θα πάρουμε», πλειοδότησε ἡ Πανωραία.
Τις άφησα να χουζουρεύουν και να πειράζει η μία την άλλη, βολιδοσκοπώντας ταυτόχρονα τον αφελή γείτονά μου, τον κύριο Κέμπο, ο οποίος πήγαινε με ένα καλάθι σιτηρά προς τα πουλερικά του. Ο κύριος Κέμπο, μόλις με είδε, αναθάρρησε και προσέτρεξε στην άκρη του δρόμου:
«Κατεβαίνεις στην πόλη;» ρώτησε εντελώς πρόσχαρα.
«Μα βέβαια, όπως κάθε μέρα», τον διαβεβαίωσα.
«Μήπως θα μπορούσες να μου φέρεις το όπλο μου, που άφησα για επισκευή;»
«Μείνε ήσυχος» τον καθησύχασα κι έσπευσα να ξεκινήσω αμέσως.
Μπήκα στο αυτοκίνητο με τον εκνευρισμό του μονίμως καθυστερημένου, που του τυχαίνουν και από πάνω απρόβλεπτα εμπόδια και, φθάνοντας στην πόλη, τράβηξα πρώτα προς τα οπλοπωλεία, για να τελειώνω με την παραγγελία του γείτονα. Όταν γύρισα το μεσημέρι, οι πολύξερες ήταν εκεί και με περίμεναν. Είχαν κάνει τη βόλτα τους, είχαν φάει, είχαν πιει και τώρα έπρεπε να σχολιάσουν τα καθέκαστα της ημέρας τους και, αν εγώ τολμούσα να ξαπλώσω, να μη μ’ αφήσουν να κοιμηθώ.
Πήρα τα πράγματά μου από το αυτοκίνητο και με δυσοίωνες σκέψεις κατευθύνθηκα προς το σπίτι.
Τότε άκουσα τις ξαφνικές κραυγές τους:
«Πω, πω, βρε Γκαβή, τον είδες τον δικό σου;»
«Τι είναι, τι να ’δω;», έσκουξε η Γκαβή.
«Βρε, δεν βλέπεις τι κουβαλάει;»
«Αμάν, πω, πω!»
«Δίκαννο!»
«Δίκαννο!»
«Δίκαννο!»
Σπάραξαν όλες μαζί και αστραπιαία άνοιξαν τα φτερά τους σ’ έναν απεγνωσμένο ορυμαγδό πετάγματος, αναστατώνοντας τα φύλλα και τα κλαδιά της μουριάς. Στη στιγμή είχαν φτάσει ψηλά στα σύννεφα και έστριψαν κάπου δυτικά, παίρνοντας μια τυφλή κατεύθυνση σωτηρίας.
Δεν ξαναγύρισαν ποτέ.

