Ζωγραφική: Γιάννης Αδαμάκης

Αναστάσης Βιστωνίτης

Εγνατία

1.

Σκοτεινή επαρχία ξεχασμένη από τον Θεό, βροχερό μετείκασμα της παιδικής ηλικίας. Εδώ πέρασα τα παιδικά και τα εφηβικά μου χρόνια ανάμεσα σε χριστιανούς, μουσουλμάνους και τσιγγάνους και τώρα, έπειτα από μισό και πλέον αιώνα, ο φθορισμός του καιρού με πηγαίνει πίσω, σε μια εποχή που μοιάζει με αδιαπέραστη ομίχλη, λες κι όσες εικόνες ανακαλεί η μνήμη δεν υπήρξαν στ’ αλήθεια αλλά τις είδα στον ύπνο μου, να μπαίνουν χρόνια αργότερα μέσα στα όνειρα άλλων τόπων.

Όμως οι αναμνήσεις δεν είναι ούτε κενοτάφια ούτε μαυσωλεία. Η πόλη που γνώρισα κι έζησα υπήρξε, υπάρχει ακόμη μέσα μου κι ας μοιάζει σήμερα μόνο με αντανάκλαση από το φως των αναμνήσεων. Η πόλη εκείνη: ένα ράκος της Ανατολής βυθισμένο στη Δύση.

Σήμερα οι γειτονιές άλλαξαν: ο Σταθμός, η Ρέμβη, τα Καβακλιώτικα, αλλά υπάρχει ακόμη το σπασμένο τζαμί και το γήπεδο, και δίπλα η εκκλησία της Αγίας Σοφίας, όπου, γυμνασιόπαιδες, έπρεπε να εκκλησιαστούμε υποχρεωτικά κάθε Κυριακή, αλλιώς η ποινή ήταν διήμερη αποβολή και «να έρθεις με τον κηδεμόνα σου». Τις Κυριακές, όταν έπαιζε ο Πανθρακικός, ο παπα-Τάσος ανέβαινε στο καμπαναριό, παρακολουθούσε το παιχνίδι κι όταν η ομάδα έβαζε γκολ χτυπούσε θριαμβευτικά την καμπάνα.

Πίσω από αυτά οι σκιές του ποταμού, του Μπουκλουτζά που διέσχιζε την πόλη, με τα γεφυράκια και τη σκεπαστή αγορά, το παγοποιείο, τη φωνή του μουεζίνη στο κεντρικό τέμενος και στον πάνω μαχαλά, τον μύλο του Χαλιγιάννη, τους κινηματογράφους που χάθηκαν: το Αττικόν, τον Όλυμπο, την Καμέλια, τη Ροδόπη, τ’ Αστέρια, του Ποάλα, υπάρχει η λεωφόρος Ηρώων με το μεγάλο κυπαρίσσι στο κέντρο της, το έβδομο δημοτικό σχολείο κι αργότερα το τρίτο, τα βράδια στο σπίτι μας στη Νέστορος Τσανακλή, όπου μέσα στον ύπνο μου άκουγα τον τριποδισμό των αλόγων από τα μόνιππα, όταν μετέφεραν τους επιβάτες που έφταναν στην πόλη με το μεταμεσονύχτιο τρένο· πάνω απ’ όλα όμως υπάρχει ο δρόμος: η Εγνατία των Ρωμαίων σκεπασμένη τότε με λευκή πέτρα κι η δική μου εικόνα να τη διατρέχει μαζί με τ’ άλλα παιδιά τα μεσημέρια και τ’ απογεύματα.

Από το 1970, όταν έφυγα στα δεκαοχτώ μου από την Κομοτηνή, δεν την επισκέπτομαι συχνά. Η κεντρική πλατεία δεν είναι ίδια. Από τα παλιά κτήρια έχει μείνει μόνο ένα ξενοδοχείο: το διώροφο Αστόρια, τότε το ψηλότερο κτίσμα στην κεντρική πλατεία απέναντι από το καφενείο Δροσιά, με τα τραπεζάκια έξω, όπου όταν είχε καλό καιρό κάτω από ένα τεράστιο πλατάνι έπιναν καφέ κι έπαιζαν τάβλι οι συνταξιούχοι. Δεν υπάρχουν τα παλιά πλατάνια, δεν υπάρχουν τα σφαιριστήρια του Τζίμη, ούτε και τα δύο πρακτορεία Τύπου. Αλλά η πόλη υπάρχει· η νέα πόλη ωστόσο, γιατί η παλιά είναι βυθισμένη στον ύπνο, σε μια γερασμένη επικράτεια των νεκρών και των λησμονημένων.

 Τώρα η πόλη έχει πιο πολύ φως· επειδή η παιδική ηλικία είναι ένα τοπίο της νύχτας ακινητοποιημένο σαν σταματημένη ταινία στο βαθύ παρελθόν. Κι όταν κανείς προσπαθεί να το θυμηθεί είναι σαν να καλεί σ’ ένα προσκλητήριο νεκρών που δεν θα επιστρέψουν, αφού από τότε που οι συνταγματάρχες σκέπασαν τον Μπουκλουτζά δεν υπάρχει πια Αχέροντας κι Αχερουσία.

2.

Η Εγνατία· η παλιά Εγνατία, όχι ο νέος αυτοκινητόδρομος, αλλά ο δρόμος που ξεκινούσε από χαμηλά κι ανέβαινε ως πάνω, στους στρατώνες, όπου τελείωνε η πόλη. Όμως ποιοί τη θυμούνται –και γιατί, άραγε; Μόνο όσοι απόμειναν από τη δική μου γενιά και την προγενέστερη, φαντάζομαι, που γέρασαν μαζί της, μπορεί ν’ ανακαλούν πότε-πότε το φάσμα της και την αυταπάτη πως δεν γέρασε, ίσως για να εξακολουθούν να ζουν με την αυταπάτη πως ούτε κι εκείνοι γέρασαν στ’ αλήθεια, παρά μόνο πως η Εγνατία έχασε την πατίνα του χρόνου, γι’ αυτό και δεν είναι πια ο δρόμος της παλιάς πόλης. Ίσως γι’ αυτό κι εγώ τη φέρω μέσα μου σαν εικόνα ενός απολιθώματος.

Είναι άραγε ψευδαίσθηση το να πιστεύεις πως μπορείς να εξιστορήσεις το παρελθόν και ν’ ανασύρεις αποκεί την ποίηση της απώλειας, τον νεκρό αποχαιρετισμό μιας εποχής που δεν την αγάπησες, αλλά δεν λέει να σ’ εγκαταλείψει; Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως δεν μπορείς να πεις «ζω», αν δεν έχεις ζήσει.

Να μιλήσω, λοιπόν, για την Εγνατία εκείνης της εποχής: για ένα λείψανο, ένα κενοτάφιο. Όχι με νοσταλγία αλλά με όση σοβαρότητα επιστρατεύουμε μπροστά στο πρόσωπο ενός παιδιού ή ενός νεκρού, καθώς έλεγε ο Μαλρώ. Με τη θλίψη και με την αγάπη, με το γλυκόπικρο αίσθημα που γεννιέται από το παρηγορητικό ψέμα πως όταν θυμόμαστε νομίζουμε πως το πέρασμά μας από αυτή τη ζωή έχει ακόμη κάποιο νόημα.

Η Εγνατία κατέβαινε από ψηλά, εκεί όπου βρίσκονταν τα στρατόπεδα, και συναντούσε τον δρόμο που έβγαινε από την πόλη, προσπερνούσε στα δεξιά την κρατική έκθεση γεωργικών μηχανημάτων που την ονόμαζαν «Μηχανική Καλλιέργεια», έφτανε ως το Πος Πος, τα σφαγεία στ’ αριστερά της, κι αποκεί στην οικισμό της Καλκάντζας.

 Με την Εγνατία διασταυρώνονταν πλήθος δρομάκια που κατέληγαν σε αδιεξόδους. Δεξιά κι αριστερά σε κάθε μία από αυτές υπήρχαν τα τουρκόσπιτα, κρυμμένα πίσω από ψηλούς τοίχους ώστε κανείς να μη μπορεί να δει στο εσωτερικό τους: στο βάθος της αυλής το σπίτι με τα δύο ή τρία δωμάτια και μπροστά την ανοιχτή ξύλινη βεράντα, το αποχωρητήριο στην άλλη άκρη, κοντά στην είσοδο με τη μανταλωμένη πόρτα, το χαμηλό πορτάκι, την «πόρτα της γειτόνισσας», μέσα από το οποίο οι γυναίκες, χριστιανές και χανούμισσες, επικοινωνούσαν μεταξύ τους· τις χανούμισσες οι ξένοι άντρες δεν τις έβλεπαν, αλλά τις βλέπαμε εμείς τα παιδιά, με τα πασουμάκια, τη βράκα και το τσεμπέρι τους να κάνουν δουλειές του σπιτιού, κι όταν το σπίτι δεχόταν επισκέψεις εκείνες να κλείνονται στο διπλανό δωμάτιο για να μην τις βλέπουν οι άντρες.

 Ο δρόμος ήταν μια λαϊκή γειτονιά, όπου έμεναν και μικροαστοί, κυρίως όμως μεροκαματιάρηδες, ένα μέρος από τη φτωχολογιά της πόλης, που ήταν διάσπαρτη και στις άλλες συνοικίες. Αλλά εδώ βρισκόταν η πρωτεύουσα της φτώχειας. Γιατί εκείνοι που θεωρούσαν τους εαυτούς τους αστούς χωρίς να είναι (οι πιο πολλοί ήταν ή δημόσιοι υπάλληλοι ή δάσκαλοι, καθηγητές στα γυμνάσια ή στρατιωτικοί) ζούσαν σε άλλες συνοικίες: στη Ρέμβη, στον Σταθμό (όπου μείναμε κι εμείς για δύο χρόνια) –αλλά ο Σταθμός δεν ήταν Εγνατία· δεν είχε τη θλίψη και τη γοητεία της.

 Ο δρόμος ήταν το βασίλειο των παιδιών. Όταν χιόνιζε, τα χιόνια έμεναν στα ρείθρα ώσπου να λιώσουν, γιατί τότε δεν τα μάζευε κανείς κι η χιονισμένη Εγνατία ήταν το λευκό πέπλο της πόλης που τη νύχτα, μέσα στο αμυδρό φως των ελάχιστων λαμπτήρων, γεννούσε μια γοητεία μεγαλύτερη κι από αυτήν που περιέγραφαν τα βιβλία. Το καλοκαίρι στις μεγάλες ζέστες περνούσε το αυτοκίνητο-καταβρεχτήρας του δήμου να δροσίσει τις φρυγμένες άσπρες πελεκητές πέτρες του οδοστρώματος. Και τα πρωινά τη διέσχιζαν, καλπάζοντας σχεδόν, τ’ άλογα που έσερναν τα σκουπιδιάρικα του δήμου με τον τρελό σκουπιδιάρη να τα μαστιγώνει παριστάνοντας έναν άγνωστο Μπεν Χουρ κι εμείς τα παιδιά να τρέχουμε από πίσω.

 Ήμασταν αληθινά παιδιά –δηλαδή λέγαμε ψέματα κατά συρροή. Μεταξύ μας, και ιδίως στους μεγάλους. Κι όχι πάντα βέβαια, αλλά κάθε φορά που θέλαμε να δείξουμε πως μεγαλώσαμε· πως προβάλλαμε τον εαυτό μας στο μέλλον, ένα μέλλον που βρισκόταν πιο μακριά κι από εκεί που τελείωνε η πόλη. Τα πραγματικά παιδιά λένε ψέματα, γιατί μόνον έτσι μεγαλώνοντας καταλαβαίνουν τι θα πει αλήθεια –όχι αυτή που σου επιβάλλει το περιβάλλον αλλά η πραγματική, αν υπάρχει. Έπειτα από μισό και πλέον αιώνα, η επαρχία είναι για μένα το μεγάλο κι αναντικατάστατο σχολείο αυτογνωσίας που το ξεπληρώνεις μια ολόκληρη ζωή.

3.

Ήταν Κυριακή μιας υγρής καλοκαιρινής μέρας του 1959 κι η Εγνατία, πιο έρημη από κάθε άλλη φορά, σαν να περίμενε να σβήσει μέσα στο άρρωστο φως του μεσημεριού, όταν από το βάθος, λίγο κάτω από τους στρατώνες, φάνηκε να κατεβαίνει κάποιο κάρο που το έσερνε ένα τεμπέλικο μουλάρι φορτωμένο συμπράγκαλα. Ο αμαξάς ήταν ένας κοντόσωμος καμπούρης. Στα δεξιά του καθόταν η γυναίκα του, που το φως έκανε πιο χλομό το νεκρικό της πρόσωπο, και στ’ αριστερά του ο μικρός του γιος κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά με αποχαυνωμένο βλέμμα. Πίσω τους η μεγάλη κόρη του με το κεφάλι σκυμμένο.

 Το κάρο έτριζε πάνω στις πέτρες της Εγνατίας κι ο θόρυβος έσπαζε την ησυχία του δρόμου. Ήμασταν πέντε-έξι παιδιά κι ανεβοκατεβαίνοντας τροχάδην ξυπόλητα την Εγνατία διαγωνιζόμασταν για το ποιος θα φτάσει πρώτος στο τέρμα, εκεί όπου άρχιζε το μουσουλμανικό νεκροταφείο. Κάποια στιγμή, λες κι υπακούαμε σε κάποιο πρόσταγμα από ένα αόρατο χέρι, όπως διαβάζουμε στα μυθιστορήματα, σταματήσαμε κι αρχίσαμε ν’ ακολουθούμε το κάρο, που στάθηκε στο διπλανό με το δικό μας σπίτι. Ο καμπούρης κατέβηκε ταυτόχρονα με τον γιό του, κι έπειτα η γυναίκα του μαζί με την κόρη του που κρατούσε τη μάνα της να μην πέσει, γιατί η γυναίκα ήταν βαριά άρρωστη και δυσκολευόταν να περπατήσει.

 Ο καμπούρης, ευκίνητος κι απίστευτα γρήγορος, κατέβαζε από το κάρο τα πράγματα μαζί με τον γιό του και τα περνούσε στην αυλή του σπιτιού –ένα τουρκόσπιτο δίπλα στο δικό μας, με την ανοιχτή ξύλινη βεράντα και πίσω της τα δωμάτια. Στο κέντρο της αυλής υπήρχε μια βρύση και δίπλα της μια μεγάλη μουριά. Όταν έκλεισε η πόρτα κι η οικογένεια εξαφανίστηκε στο βάθος ήταν σαν να είχε πέσει μια βαριά καταπακτή.

 Στις μέρες που ακολούθησαν τον καμπούρη δεν τον είδαμε ούτε μια φορά. Δεν ξέραμε ποιος ήταν, τι δουλειά έκανε, από πού ήρθε και πού πήγαινε. Δεν μάθαμε καν τ’ όνομά του –ούτ’ εμείς ούτε οι μεγάλοι. Ο μικρός του γιος, που τον έλεγαν Ευγένιο, πνευματικά καθυστερημένος, μπήκε στην παρέα μας την επομένη κι άρχισε να παίζει μαζί μας μιλώντας ακατανόητα, αλλά μας ξεπερνούσε όλους στο τρέξιμο χοροπηδώντας και, παριστάνοντας το άλογο, επαναλάμβανε συνεχώς, καθώς έτρεχε, ένα τικιτίκ-τικιτίκ. Δεν μπορούσε να διαβάσει και στο σχολείο δεν τον είδαμε ποτέ. Ήταν καβγατζής, μάλωνε για το παραμικρό κι έβριζε στη δική του περίεργη γλώσσα που έπρεπε να περάσουν μέρες για ν’ αρχίσουμε να την καταλαβαίνουμε.

Η γυναίκα του καμπούρη έμενε κατάκοιτη στο σπίτι, απ’ όπου δεν βγήκε ποτέ. Πήγαν να τη δουν μερικές φορές οι γυναίκες της γειτονιάς και σύντομα κατάλαβαν πως η κατάσταση της υγείας της επιδεινωνόταν ραγδαία. Την έτρωγε ένα άγνωστο χτικιό, όπως έλεγαν, που της αφαιρούσε τη ζωή σιγά-σιγά. Εκείνη δεν μιλούσε, κοίταζε με απλανές βλέμμα στο ταβάνι, στο βαθύ και σκοτεινό μηδέν.

Η γυναίκα σύντομα πέθανε και τότε άνοιξε η πόρτα της αυλής. Δίπλα της στο κρεβάτι στέκονταν τα δυο παιδιά της. Η κόρη είχε ένα σκοτεινό βλέμμα και κοίταζε με μίσος τον πατέρα της που κάπνιζε λίγο παρακεί. Ήμουν πολύ μικρός, αλλά εκείνη την εκδικητική ματιά δεν πρόκειται να την ξεχάσω. Αναρωτιόμουν γιατί, ώσπου μετά από πολλά χρόνια μου είπε την ιστορία η μάνα μου: Ο καμπούρης είχε προσπαθήσει να βιάσει την κόρη του –μπορεί και να το είχε κάνει. Η μάνα μου αργά κάποιο βράδυ ξύπνησε από έναν μεγάλο θόρυβο και φωνές «μη», «μη» που έρχονταν από το διπλανό σπίτι, κι από μια χαραμάδα στην πόρτα της γειτόνισσας είδε τον καμπούρη να κυνηγάει την κόρη του γύρω από τη βρύση της αυλής.

Ο Ευγένιος θρηνούσε δίπλα στη νεκρή μητέρα του και της χάιδευε τα μαλλιά. Έχουν περάσει εξήντα τόσα χρόνια και δεν έχω ξανακούσει τέτοιο σπαραχτικό κλάμα. Ξεκινούσε τραγουδιστά: «Έλα μάανα μου, σήκω μάανα μου». Το επανέλαβε δυο τρεις φορές κι ύστερα βγάζοντας μια φωνή τραυματισμένου ζώου: «Έλα λάλα λούκου μάνα μου» (Έλα μάνα μου να πιείς γάλα).

Σκέφτομαι πολύ συχνά τη φράση του Σεφέρη: «Πώς πεθαίνει ένας άντρας;» Κι έπειτα: Πώς πεθαίνει μια γυναίκα; Και πώς, όταν η γυναίκα είναι ένα τίποτε, ένα σκουπίδι; Η γιαγιά μου η Σταυρούλα έθαψε τον άντρα της αμίλητη κι αδάκρυτη, όπως το ήθελε κι ο παππούς μου, που ποτέ δεν της είπε βαριά κουβέντα. Εκείνη τον έκλαψε κρυφά. Μόνη της, με την άγρια περηφάνια των προσφύγων. Ορφανή από μικρό κοριτσάκι, τον γνώρισε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, κλέφτηκε μαζί του κι ως τη μέρα που πέθανε δούλευε για δέκα άντρες χωρίς να της το ζητήσει κανείς. Πέθανε ήσυχα σε βαθιά γεράματα, καθώς ταιριάζει στους αγαθούς και τους δίκαιους.

Ο καμπούρης έφυγε με τα παιδιά του από την πόλη ξαφνικά, όπως είχε έρθει, χωρίς να τον καταλάβει κανείς. Σήμερα η παλιά Εγνατία δεν υπάρχει πλέον και στη θέση των τουρκόσπιτων έχουν υψωθεί πολυκατοικίες. Περπάτησα πέρυσι τον δρόμο, που τώρα είναι στρωμένος με άσφαλτο. Υπήρξαν άραγε όσα θυμόμουν; Ανόητη ερώτηση που οδηγεί σε μια εξίσου ανόητη απάντηση: Αν υπήρξαν, κακώς υπήρξαν.

4.

Στην Εγνατία βρέθηκε να περιφέρεται για δυο τρεις μήνες μια μουσουλμάνα, η Αϊσέ, κρατώντας ένα σκουριασμένο τενεκεδάκι όπου μάζευε τα αποτσίγαρα που πετούσαν οι περαστικοί. Αν την έβλεπες, σε κοίταζε κι αυτή και ξεσπούσε σ’ ένα παλαβό γέλιο. Γυρνούσε φορώντας μια θεοβρώμικη βράκα κι ένα κουρελιασμένο πουλόβερ. Μαυριδερή, αδέσποτη, ξεπεσμένη μάγισσα, η Αϊσέ γυρνούσε όλη μέρα στον δρόμο κι εξαφανιζόταν μόλις σκοτείνιαζε. Όταν την πλησιάζαμε, μας έκανε νόημα να πάμε πιο κοντά και, καπνίζοντας μια γόπα, που την κρατούσε στο αριστερό χέρι, μας χάιδευε τα μαλλιά με το δεξί για δυο τρία δευτερόλεπτα κι ύστερα μας έκανε νόημα να φύγουμε.

 Κάποιοι άντρες, καθώς περνούσαν, όταν την έβλεπαν να κάθεται οκλαδόν στην άκρη του δρόμου, σταματούσαν και της έλεγαν γελώντας στα τουρκικά: «Αϊσέ ατς μπακαλούμ» (Αϊσέ άνοιξέ τα να δούμε). Η Αϊσέ, ανέκφραστη, κατέβαζε τη βράκα κι άνοιγε τα πόδια. Αποκάτω δεν φορούσε τίποτε. Η τιμή για το θέαμα ήταν μισή δραχμή.

 Κανείς δεν ήξερε πού κοιμόταν τα βράδια η Αϊσέ. Μια μέρα ξαφνικά εξαφανίστηκε και δεν την ξαναείδαμε.

 Δεν ξέρω γιατί τόσες φορές τη θυμούμαι αυτή τη σκηνή. Α, ναι. Το ανθρώπινο κτήνος δεν είναι μόνο αυτό που σκοτώνει. Είχαν περάσει δέκα και πλέον χρόνια από τότε, όταν έζησα ένα περιστατικό ακόμη πιο άγριο στην Αθήνα. Ήμουν πρωτοετής φοιτητής και τ’ απογεύματα πήγαινα σ’ ένα καφενείο κοντά στη γκαρσονιέρα όπου έμενα. Εκεί μαζευόταν μια παρέα κι έπαιζε πρέφα. Καθόμουν δίπλα τους παρακολουθώντας όχι τόσο το παιχνίδι όσο τα σχόλιά τους εναντίον της δικτατορίας.

 Μια μέρα μπήκε στο καφενείο ένας δυστυχής κι άρχισε να περνάει σκυφτός από τα τραπέζια. Είχε λόγο να σκύβει, γιατί εκεί άρχιζαν ορισμένοι να του ρίχνουν σφαλιάρες στον σβέρκο. Η τιμή για κάθε σφαλιάρα ήταν ένα δίφραγκο. Μόλις συνήρθα από το σοκ ρώτησα κάποιον από το τραπέζι της πρέφας πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι που διασκεδάζουν έτσι.

 Κούνησε ανέκφραστος το κεφάλι.

 «Κι η δυστυχία κι η κτηνωδία έχουν ταρίφα», είπε. Έπειτα με κοίταξε και συμπλήρωσε:

 «Υπάρχουν και χειρότερα. Δυο δραχμές για τη σφαλιάρα, αλλά η κλοτσιά στοιχίζει πιο ακριβά: ένα τάλιρο. Άστα τώρα αυτά».

 Το παιχνίδι συνεχίστηκε και στον επόμενο γύρο η τράπουλα τον ευνόησε. Έκανε την αγορά του και γύρισε στους άλλους.

 «Οχτώ αχρωμάτιστα και οι άσοι», ανήγγειλε θριαμβευτικά.

5.

Σε κάποιο σημείο στο κέντρο της Εγνατίας υπήρχε ένα τεράστιο πλατάνι με τον κορμό του κούφιο. Εκεί έμενε ένας μισότρελος μουσουλμάνος που τον έλεγαν Ιμπράμ. Κανείς σχεδόν από τους γείτονες δεν ήξερε από πού κρατούσε η σκούφια του και πώς βρέθηκε να ζει μέσα στο δέντρο. Οι γυναίκες της γειτονιάς τού πήγαιναν φαγητό κι εκείνος το έπαιρνε σ’ ένα τσίγκινο πιάτο.

Όταν ο καιρός ήταν καλός έβγαινε από την τρύπα του, καθόταν μπροστά στο πλατάνι κι ατένιζε με τις ώρες τα πουλιά στα κλαδιά του δέντρου. Τα παιδιά, άκαρδα, περνούσαμε και τον κοροϊδεύαμε. Εκείνος φώναζε κάτι ακατάληπτα κι έψαχνε να βρει καμιά πέτρα να μας κυνηγήσει. Αλλά πέτρες η Εγνατία δεν είχε.

Ομίχλη, ομίχλη και νέκρα· αδυσώπητη.

Θυμούμαι τη μέρα που πέθανε ο Ιμπράμ, όχι όμως και τη χρονιά ή την εποχή. Η μέρα ήταν σκοτεινή, και βαριά σύννεφα σκέπαζαν την πόλη. Μια γειτόνισσα, που του πήγε το μεσημεριανό φαγητό, τον φώναξε αλλά δεν πήρε απάντηση. Μπήκε τότε μέσα στην κουφάλα του πλάτανου και τον βρήκε ξαπλωμένο κι ακίνητο πάνω στο στρώμα του. Ο γιατρός που κλήθηκε διαπίστωσε τον θάνατό του· θα πρέπει να πέθανε το βράδυ, στον ύπνο του, γιατί το σώμα του είχε αρχίσει να παγώνει.

Οι διαδικασίες για την ταφή έγιναν πολύ γρήγορα· θα τον έθαβαν την ίδια μέρα το απόγευμα. Φτιάχτηκε ένα πρόχειρο φέρετρο από φτηνό ξύλο (πρέπει να ήταν λεύκας) και το μετέφεραν μ’ ένα κάρο του δήμου μπροστά στον πλάτανο. Δεν ξέρω αν τον πήγαν με το κάρο των απόρων στην τελευταία του κατοικία στο μουσουλμανικό νεκροταφείο που βρισκόταν στην άκρη της Εγνατίας ή αν τα έξοδα τα πλήρωσε η μουσουλμανική κοινότητα.

Την εκφορά του την ακολούθησαν πέντε άντρες κι ο χότζας, γιατί ο Ιμπράμ δεν είχε συγγενείς και φίλους. Ήταν ένα γέρικο πτηνό που δεν μπορούσε να πετάξει, αλλά έμενε στην κουφάλα του δέντρου όπου κοιμόταν μαζί με τα πετούμενα που κούρνιαζαν στα κλαδιά του.

Το φέρετρο το σήκωσαν τέσσερις –τα πρόσωπά τους δεν τα θυμούμαι. Πήραμε κι εμείς ν’ ακολουθούμε τη θλιβερή πομπή χωρίς να ξέρουμε γιατί. Στα μισά της διαδρομής άρχισε να πέφτει ελαφριά ψιχάλα, αλλά δεν μας ένοιαζε που βρεχόμασταν. Σε κάποια στιγμή παρατήρησα ότι στο καπάκι του προχειροφτιαγμένου φέρετρου υπήρχαν μεγάλες χαραμάδες, κενά απ’ όπου περνούσε το ψιλόβροχο και πότιζε τον πεθαμένο. Κανείς δεν ήξερε πότε πλύθηκε για τελευταία φορά ο Ιμπράμ. Τώρα θα κατέβαινε υγρός στον τάφο, ξεπλυμένος από αμαρτίες που δεν είχε.

Όταν φτάσαμε στην είσοδο του νεκροταφείου, που ήταν περίκλειστο από μια ψηλή μάντρα, ο ένας από τους πέντε της πένθιμης συνοδείας πήγε μπροστά στη βαριά σκουριασμένη πόρτα της εισόδου, έβγαλε ένα κλειδί από την τσέπη και την άνοιξε. Μπήκαμε μέσα όλοι μαζί και διέκρινα στο βάθος δύο νεκροθάφτες με τα φτυάρια τους, ακίνητους μπροστά στον ανοιγμένο τάφο να περιμένουν.

Δεν είχα ξαναδεί μουσουλμανικό νεκροταφείο και σταμάτησα κοιτάζοντας γύρω μου τους τάφους με τις επιγραφές. Όλες τους ήταν στ’ αραβικά. Δεν υπήρχαν πλάκες ούτε λουλούδια, μόνο κάτι στραβομπηγμένα επιτύμβια, σαν να ήταν το μέρος ένα εγκαταλειμμένο χωράφι σπαρμένο με τεράστιες πέτρες.

Τα υπόλοιπα παιδιά είχαν σκορπίσει στο νεκροταφείο, όμως όταν πήγαμε όλοι μαζί να δούμε τον τάφο του Ιμπράμ, κάποιος μας πλησίασε και μας έδιωξε από το νεκροταφείο. Εδώ ήταν ένας άλλος κόσμος, με τους δικούς του νεκρούς.

Επιστρέφοντας στην Εγνατία το ψιλόβροχο είχε σταματήσει κι από τον ουρανό άρχισε να χύνεται το φως του απογεύματος. Σε κάποια στιγμή είδαμε να κατεβαίνει από τους στρατώνες αργά-αργά ένα καραβάνι με καμήλες. Τρέξαμε να τις δούμε από κοντά. Τα τεράστια ζώα περπατούσαν πάνω στο πέτρινο οδόστρωμα χωρίς να κάνουν κανέναν απολύτως θόρυβο, λες κι ο θάνατος του Ιμπράμ είχε επιβάλει νεκρική σιγή στον δρόμο. Τα παιδιά δεν κάναμε θόρυβο γιατί περπατούσαμε ξυπόλυτα –κι επομένως, τώρα που το σκέφτομαι, θα πρέπει να ’ταν καλοκαίρι.

Ποιος ήταν άραγε ο πρώτος που αποφάσισε να περάσει αστραπιαία ανάμεσα στα πόδια μιας από τις καμήλες; Αμέσως κάναμε το ίδιο κι οι υπόλοιποι. Οι καμηλιέρηδες δεν μας μάλωσαν, δεν μας έδωσαν σημασία. Συνεχίσαμε το παιχνίδι ώσπου το καραβάνι έφτασε στην αρχή της Εγνατίας, μπροστά στο μουσουλμανικό νεκροταφείο, που η πόρτα του ήταν τώρα κλειστή, κι έστριψε δεξιά στον δρόμο που οδηγούσε στο Πος Πος και την Καλκάντζα, όπου έμεναν σε σκηνές, για χρόνια, και πολλοί τσιγγάνοι της πόλης. Η Καλκάντζα λέγεται σήμερα Ήφαιστος.

Στρίψαμε κι εμείς συνεχίζοντας να μπαινοβγαίνουμε ανάμεσα στ’ ανοίγματα που άφηναν βαδίζοντας αργά οι καμήλες. Σε μια στιγμή σήκωσα τα μάτια κι είδα στο έρημο βάθος. Ένα τεράστιο ουράνιο τόξο είχε φανεί στην άκρη του ορίζοντα, σαν πολύχρωμη αψίδα που ένωνε τον ουρανό με τη γη. Το έδειξα και στους υπόλοιπους. Και τότε ακούστηκαν πίσω μας οι φωνές των μανάδων μας που έτρεχαν να μας μαζέψουν:

«Γιώργο, Νίκο, Δημητράκη, γρήγορα στο σπίτι, παλιόπαιδα».

  2023

Κύλιση στην κορυφή