Διήγημα

Λέγω σοι, Πέτρε, οὐ φωνήσει σήμερον ἀλέκτωρ,ἕως τρίκις ἀπαρνήσῃ μὴ εἰδέναι με.(Κατά Λουκᾶν 22:34) Άρνηση τρίτη Τα δεκάδες χαμηλά σπίτια με σκεπές από αμίαντο ήταν σκοτεινά. Ανά τόπους μόνο λίγες εστίες φωτός, από τις αναμμένες

Εκείνη τη νύχτα του Αυγούστου, ολόσιωπα, οι λιγοστές ελιές που στέριωναν στον άγριο τόπο, έκαναν νυχτέρι. Οι τοίχοι των πετρόκτιστων ρουφούσαν ανεξάντλητα τη βραδινή δροσιά, πασχίζοντας να σβήσουνε την κάψα της ημέρας. Το μικρό χωριό

1 Στάλες ιδρώτα κυλούν από το μέτωπο και φτάνουν μέχρι την κοιλιά μου, που είναι μεγάλη και σε περιέχει. Ξαπλώνω και φαντάζομαι ότι μέσα της φωλιάζει η δροσιά, εκείνος ο φρέσκος αέρας που ακούγεται από

3. Στον Αχιλλέα Χρηστίδη Ανεβασμένοι σ’ αυτή την παλιά μηχανή με τον ήχο της εξάτμισης να μπουμπουνίζει, περνάμε μέσα από τα γιορτινά στολισμένα σπίτια του μικρού χωριού. Ο άνεμος, μανιασμένος, καθώς ανηφορίζουμε έρχεται κατά πάνω

Όταν τον πήραν στο αστυνομικό τμήμα, ο άντρας κάθισε πριν προλάβουν να του πουν να καθίσει, λες και ήταν πολύ κουρασμένος. Κάθισε με τον τρόπο που κάθονται οι κουρασμένοι στις καρέκλες, με λίγη ανακούφιση αλλά

Συνέβη λίγο πριν τα εννιάμερα του θείου Νικόλα. Η Ναυσικά γύρισε στο σπίτι της ξαφνικά, κατά τις έξι, δεν την περίμεναν. Φιλοξενούσε την κόρη του αδελφού της, την είχε για συντροφιά μετά τον πρόσφατο θάνατο

Ο χειμερινός κινηματογράφος Ολύμπιον ήταν ο πιο παλιός της πόλης. Το κτίριο κτίστηκε για καπναποθήκη, το 1905, και μετατράπηκε σε σινεμά το 1926. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 τα εισιτήρια εισόδου τα έκοβε η

Το έφερε το γατάκι σπίτι του. Ήταν τόσο μικρό που χωρούσε στην τσέπη. Πειραιάς-Γκύζη 50 λεπτά, ηλεκτρικό και μετά λεωφορείο. Το γατί, πολύ μωρό, ακολουθούσε τούτη τη μάνα που του έλαχε μιας και την αληθινή

ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ Είμαι σ’ ένα χτήμα με κάποιον Σταύρο και ψάχνουμε να βρούμε το χέρι μου μέσα σε κάτι φραγκοσυκιές. – «Κοίτα καλά γιατί σε λίγο νυχτώνει», μου λέει.– «Κοιτάω όσο καλύτερα μπορώ», του λέω.– «Ποιο

Καλύτερα νά σοῦ βγεῖ τό μάτι παρά τό ὄνομα. Ὁ Ζήσης εἶχε τά μάτια του στή θέση τους ἀλλά τοῦ εἶχε βγεῖ τό ὄνομα: ὁ καλοχαιρέτας. Τόν ἔβλεπαν στούς δρόμους τῶν Γιαννίνων καί ὅσοι δέν

Κύλιση στην κορυφή