Ζωγραφική: Νεκτάριος Αντωνόπουλος

Νικόλας Σεβαστάκης

Όχι αστεία με τους Μανταρινόγερους

Ο πυροβολισμός μάς πήρε το κεφάλι. Ντουφεκιά στον αέρα, κάλλιστα όμως μπορούσε να φύγει λοξά και να βρει τις χεσμένες μας φάτσες. Ο τρόμος γκρέμιζε στο χώμα και τον πιο αναίσθητο κλέφτη. Είχαμε αναρριχηθεί στην πιο ψηλή μανταρινιά, άκρη δεξιά γωνιά του κήπου, κοντά στο πηγάδι, τα σκαφτικά μηχανήματα και τις σακούλες τα λιπάσματα. Ο τόπος ευωδίαζε θεϊκά και ας λέγαμε πως τον κατείχε ολόκληρο ο Διάβολος αυτοπροσώπως, ο γέρος Σταύρος Λαγουμιτζής με τα ξερά, σκελετωμένα χέρια όπου σχηματίζονταν καφέ και κόκκινες νησίδες και αύλακες.

Δυο μανταρινιές, πέντε πορτοκαλιές, μια μοναχική λεμονιά και στο βάθος το μποστάνι του με τα κηπευτικά. Η επικράτεια φυλασσόταν με βάρδιες, με άγρυπνο σύστημα γεωεντοπισμού τους δυο οφθαλμούς του Λαγουμιτζή που, παρά τα χρόνια του, είχαν βεληνεκές διακοσίων μέτρων. Λες και δεν ήταν φυσικά μάτια παρά κάποια απίστευτα εργαλεία σάρωσης του χώρου, πρόδρομοι των σημερινών τεχνολογιών επιτήρησης.

Από πού ερχόταν αυτή η ξεκαπίστρωτη δύναμη; Καμιά φορά ακούγαμε τον γέρο να πελεκά μια συκιά και καταλαβαίναμε πως την είχε επιλέξει για στόχο εξάσκησης των μυών του. Δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τα σύκα γιατί μάλλον δεν μπορούσε να τα βάλει με τα πουλιά της νύχτας και τους άλλους δαιμόνιους θηρευτές των φρούτων. Πελεκούσε το δέντρο με ένα ελαφρά σκουριασμένο τσεκούρι και επικουρικά με το χειροκίνητο πριόνι. Τα χέρια του είχαν το νεύρο των παλιών γιγάντων υλοτόμων μαζί με κάτι το οποίο μετάγγιζε μοχθηρή χαρά στη δουλειά αυτή. Η μάνα μου τον είχε πάρει από φόβο. Ο πατέρας μου θα έλεγα πως τον περιφρονούσε ή άλλαζε πάντα θέμα διατάζοντάς μας να μην πολυζυγώνουμε στο κράτος του Λαγουμιτζή. Πιο κακός από δαύτον δεν υπάρχει, είπε κάποτε ο πατέρας κοιτώντας γύρω σαν να έπαιρνε κάποια μέτρα καλού-κακού.

Τον πρώτο καιρό πάντως δυσκολευόμασταν να καταλάβουμε τι εστί μηχανισμός του Διαβόλου. Λέγαμε απλώς, ας προσπεράσουμε το κτήμα, κόβοντας μέσα απ’ τις ελιές του Βακάκη που δεν τις φυλούσε κανείς και στέκονταν σαν ραχιτικά κορίτσια με τις λαδί ποδίτσες τους. Να όμως που με τα μπαμ μπαμ και τις φωνές ο γέρος μάς προσκαλούσε συνεχώς στον πειρασμό της παραβίασης. Ιερό καθήκον πια να του κλέβουμε ό,τι φαινόταν να αγαπάει περισσότερο ο πούστης: τα μανταρίνια του. Ήταν ένας σωστός μανταρινόγερος, όπως είχαμε και μηλόγερους και ροδακινόγερους, τους γέρους των σύκων και των κορόμηλων. Όλοι τους είχαν περιβόλια με σάπια φύλλα και χορτάρια που τα έκαιγαν σε τελετουργικές φωτιές, ψέλνοντας ή παραμιλώντας – αν και καμιά φορά ψαλμωδία και παραμιλητό γινόταν ένα.

Ο μανταρινόγερος Σταύρος Λαγουμιτζής του Περικλέους προερχόταν από τους στεριανούς. Τα τρία παιδιά του είχαν σκορπίσει στα πέρατα της γης, ενώ η γυναίκα είχε αποδημήσει προτού γεννηθεί η σειρά μου. Τον συναντήσαμε έτσι ολομόναχο στον κόσμο, κυρίαρχο ηγεμόνα των εδαφών και των καρπών του. Μια βδομάδα χανόταν και ξαναεμφανιζόταν με ψάθινο καπέλο και μια λερή, άσπρη φανέλα, χτίζοντας μικρά τοιχία και σιάχνοντας συνέχεια το συρματόπλεγμα της περίφραξης.

Φυγέτε βρε. Ούστ παλιοαλάνια, μανάδες δεν έχετε; Αραντάτ, αραντάτ, έκρωζε. Το Αραντάτ ήταν ο μαγικός χρησμός απέναντι στα παράσιτα, στην αφεντιά μας δηλαδή. Θυμάμαι πως είχα ρωτήσει τον παντογνώστη πατέρα μου αν είχε ιδέα για την προέλευση της λέξης ή αν ήταν απλώς αλαμπουρνέζικα που τα μασούσε και τα έφτυνε με αληθινή απόλαυση ο Λαγουμιτζής.

Άλλες αγαπημένες λέξεις του μανταρινόγερου: Ο Ατίτ, ο Πεσπέτ και πάνω από όλα το Κουφάλες:

Κουφάλες διαλυθείτε ησύχως, πρόσταζε.

Κουφάλες πρηνηδόν, παράγγελνε.

Κουφάλες, σιγή ασυρμάτου!

Με τον καιρό είχαμε μάθει να απαντούμε με τις δικές μας ασυναρτησίες, λαρυγγισμούς και μυκηθμούς και επιτυχημένα νιαουρίσματα, ζωώδεις μιμήσεις που πρέπει να είχαν αποτέλεσμα, αφού κάποιες στιγμές ο γέρος σταματούσε, το λιγνό χέρι του υψώνονταν στον ουρανό και μια επίφοβη σιωπή τον ακινητοποιούσε σαν αόρατη ραφή της γλώσσας και του κορμιού του, μια ακαμψία που θύμιζε τη στάση ενός χορευτή καθώς μετατρέπει τον εαυτό του σε κομμάτι άψυχου σκηνικού. Όταν πέτρωνε ο γέρος λέγαμε πως μπορεί να έχει πεθάνει από χρόνια και αυτός που μάς ρίχνει με το όπλο δεν αξίζει να λέγεται άνθρωπος.

Ένα απόγευμα κάπου δυο βδομάδες πριν από τα γενέθλιά μου και με τα κατάλοιπα ενός ξερόβηχα, σύρθηκα, σόλο, στο κτήμα. Είχα βρει έναν τρόπο να παραβιάζω τη συρμάτινη περίφραξη, επειδή όμως μερικά πράγματα δεν είναι αρκούντως κόσμια, δεν έχω λόγους να σας τα αποκαλύψω τώρα. Το βέβαιο είναι πως δεν διέθετα κανένα ταλέντο στα κομάντο, ούτε να κρατώ την ανάσα μου έρποντας με ένα μαχαίρι στα δόντια όπως είχα δει να κάνουν στις ταινίες. Υπενθυμίζω πως οι παρέες μας ονειρεύονταν επιδρομές, μάς έλειπε όμως το χάρισμα της αναμονής και η τέχνη της οργάνωσης καθώς ορμούσαμε, μπουλουκηδόν, στα δέντρα, στα σπαρτά και όπου βάζαμε στόχο.

Κουφάλα! Με κάρφωσε από την άλλη μεριά η άγρια φωνή του.

Ατίτ και Αραντάτ βρε συ! Στο χώμα πέφτουν οι εχθροί

και στο σκατό οι προδότες!

Μηρυκάζοντας το χορτάρι και κοκκαλωμένος απ’ τον τρόμο, μου πέρασε τότε η ιδέα αντεπιτεθώ με όσα είχα ακούσει για τον Λαγουμιτζή. Να επαναλάβω τα λόγια του πατέρα μου για το καρακόλι των Ιταλών στην Κατοχή και το πώς τάιζε τους αξιωματικούς του Εχθρού συναγρίδες και κότες. Δούλος και υπηρέτης του κακού ο Μανταρινόγερος!

Ένα σβώλι χώμα κριτσάνιζε στην άκρη της γλώσσας μου καθώς ήχησε βροντερότερα το «αραντάτ παλιοκουφάλα» μέχρι που σίγησε κάθε ήχος από την πλευρά όπου ο γέρος είχε ανεγείρει το παρατηρητήριό του: μια εξέδρα από άβαφο τσιμέντο που η υγρασία την είχε διαπεράσει για πάντα κι έμοιαζε με τα μπλόκια στο λιμάνι. Εκεί φυλούσε σκοπιά βάζοντας σημάδι τους κλέφτες του κήπου, εμάς δηλαδή που είχαμε σφετεριστεί τον συγκεκριμένο ρόλο και μάς γέμιζε χαρά και φρίκη μαζί να είμαστε καταδρομικά αποσπάσματα των περιβολιών.

Βρε παιδί, μην το κάνετε αυτό. Το δέντρο είναι ιερό, ακούς; Ι-Ε-ΡΟ! Να ξέρεις εδώ έχω θάψει την Καστανή. Και τη Φλόγα. Και τον Λεβέντη και τον Καφέ. Τέσσερις γενιές σκυλιών, όλο το σόι. Ο παππούς μου έλεγε ότι τα καλά τα ζώα τα θάβουμε κάτω από μια μανταρινιά γιατί έτσι παίρνει όλο το άρωμα η ψυχή τους. Ψυχή έχουν κι αυτά, τι νόμιζες; Τι λες παιδάκι μου, εσύ που δεν είσαι της αλητείας και της ασωτίας γέννημα. Είσαι καλό παιδάκι, μόνο που παρασύρεσαι και βολοδέρνεις ανοήτως.

Προχώρησα προς το απαγορευμένο οίκημα όπου ο Λαγουμιτζής από κοντά έμοιαζε με τον Διευθυντή της Αγροτικής Τράπεζας και περισσότερο ακόμα με τον ηθοποιό Χρήστο Τσαγανέα που κατέβαινε σκάλες αρχοντικών φορώντας ρομπ ντε σαμπρ και τη μοχθηρία του αριστοκράτη. Προς στιγμήν είχα σταματήσει να σκέφτομαι τον πατέρα μου που θα με αποκλήρωνε αν μάθαινε πως έμεινα μια ολόκληρη ώρα στο άντρο του Κακού, πίνοντας φλισκούνι και τρώγοντας γλυκό του κουταλιού κεράσι.

 Στα παιδιά αρέσει το κεράσι, είπε κάποια στιγμή ο Λαγουμιτζής υπομειδιώντας, όπως συνηθίζουν κάποιοι μεγάλοι άνθρωποι προτού ξεκινήσουν να μιλούν επί παντός επιστητού δίχως τελεία.

Δεν είπαμε όμως πολλά εκείνο το βράδι. Όλη την ώρα είχα στο νου μου που είχα βρεθεί στη συντροφιά του Διαβόλου κι αυτός με άφηνε να ζήσω, δίνοντάς μου μάλιστα και συμβουλές πώς να μη μου λύνονται τα κορδόνια. Και η ώρα πέρασε με αυτόν να μου δείχνει περίτεχνους ναυτικούς κόμπους κι εγώ να ρωτάω για τα κόκκαλα των θαμμένων σκύλων και τις ρίζες των δέντρων που θα έχουν γίνει ένα κουβάρι με τα οστά. Έμαθα τότε πως τα άλλα δέντρα και ακόμα και η πορτοκαλιά η συγγενής δεν έκαναν για προσκέφαλο των νεκρών ζώων, κι ότι, κατά συνέπεια, είχαμε το ελεύθερο να τα αρπάζουμε. Όλα τα υπόλοιπα, πλην του ιερού δέντρου.

Ξέρεις μικρέ τι λένε για μένα έτσι; ρώτησε, στυλώνοντας τα μάτια του πάνω μου, μάτια που το ένα το είχε συρρικνώσει η χρόνια βλεφαρόπτωση.

Αλήθεια είναι. Ελεεινός άνθρωπος αυτός ο Λαγουμιτζής. Και ψέματα είναι βέβαια. Όλα ψέματα. Έχουν το δίκιο τους να τα λένε οι άνθρωποι, μα κι αυτοί δεν ξέρουν την τύφλα τους παιδάκι μου, είπε, ενθουσιασμένος με το παραδοξολόγημά του και με τον τρόπο που θόλωνε τα νερά. Έπειτα μου χάρισε ένα δεκάρικο, ένα ρόδι και μια τσάντα μανταρίνια. Πήρα το μονοπάτι από την αθέατη μεριά του κτήματος για να ξεφορτωθώ αυτά τα μανταρίνια που είχαν απομυζήσει τόσους χυμούς νεκρών σκύλων και τα πικρά μυστικά του Λαγουμιτζή που, όπως αστειευόταν με μια δόση μνησικακίας ο πατέρας μου, τον είχαν σιχαθεί και τα ίδια τα παιδιά του.

⸙⸙⸙

[Από την ανέκδοτη συλλογή Κλέφτης στον κήπο. Ιστορίες από τον παλιό κόσμο.]

Κύλιση στην κορυφή