Ζωγραφική: Νεκτάριος Αντωνόπουλος

Γιώτα Ταχταρά

Η θεία Μυρσίνη έχει μάτια και στην πλάτη

Πιάσε τα μαλλιά σου πίσω μη μου ρίξεις καμιά τρίχα στο φαΐ, πήγαινε στην άκρη, όχι έτσι, άσε θα το κάνω εγώ –η θεία Μυρσίνη μοιράζει διαταγές σκυφτή, με τα χέρια απλωμένα πάνω από τα κατσαρολικά και τους αγκώνες προς τα έξω, σαν να περιφρουρεί μυστικά. Η κουζίνα της μας χωράει όλες, αλλά εκείνη μας εκτοπίζει επιδέξια με το σώμα της και άγαρμπα με τις λέξεις της, μας οδηγεί στην πόρτα σαν βοσκός και εμείς το σκάμε προς διάφορα σημεία του σπιτιού. Βρίσκουμε τους άντρες που πίνουν από το πρωί τσίπουρα στο μπαλκόνι και τσιμπάνε το κοκορέτσι απευθείας από τη σούβλα. Ούτε που τους έχει περάσει από το μυαλό να μπουν για έναν γύρο σ’ αυτό το ρινγκ πυγμαχίας. Οι ήχοι από την κουζίνα της θείας Μυρσίνης είναι απειλητικοί σαν το βλέμμα της, αλλά οι μυρωδιές μάς τραβάνε πάλι πίσω ενάντια σε κάθε ένστικτο αυτοπροστασίας. Τι θες εδώ, μη στέκεσαι μέσα στα πόδια μου, τα μαλλιά σου να μαζέψεις είπα, πρόσεχε μην καείς. Ξανασκορπάμε μακριά από την κουζίνα σαν γυάλινοι σβώλοι σε μαρμάρινο πάτωμα και σαν να χτυπάμε στους απέναντι τοίχους επιστρέφουμε μετά από λίγο όταν ακούμε τον αναστεναγμό της: όλα μόνη μου θα τα κάνω πάλι;

Μπαινοβγαίνω στα δωμάτια ακολουθώντας σαν σκιά τη μαμά μου, την τραβάω από το παντελόνι όταν την περικυκλώνουν πολλές μεγάλες γυναίκες μαζί. Δεν μου αρέσουν οι ερωτήσεις τους. Θα ήθελα να μπορώ να πατήσω με δύναμη τα πόδια τους, ή να τους σηκώσω τις φούστες σαν άνεμος για να τις κάνω να σκάσουν. Όταν αρχίζει η διαδικασία του τραπεζιού, λουφάζω στη γωνία που μου δείχνει η μαμά μου με ένα νεύμα του κεφαλιού. Προσπαθώ να πιάσω όσο το δυνατόν λιγότερο χώρο, να μην αφήσω ούτε τσάκιση στα μαξιλάρια, όλοι ξέρουμε ότι το σπίτι της θεία Μυρσίνης δεν είναι φτιαγμένο για μικρούς, μόνο για μεγάλους, και η υπομονή της θείας Μυρσίνης δεν είναι αρκετή ούτε για μικρούς ούτε για μεγάλους. Όταν νομίζουν ότι δεν τις ακούει, οι άλλες λένε ότι δεν έκανε παιδιά ποτέ και γι’ αυτό νευριάζει τόσο εύκολα και φωνάζει σαν άντρας. Αλλά αυτό που καμία τους δεν καταλαβαίνει είναι ότι η θεία Μυρσίνη ακούει τα πάντα. 

Γύρω μου φουσκώνει ένα κακόφωνο χάος από χέρια και πιάτα, αλλά μέσα στις άναρχες οδηγίες και κινήσεις υπάρχει μια περίεργη οικειότητα, μια αρμονία. Ξέρω τι να περιμένω πια και αυτό το περίεργο τέρας με τα πολλά κεφάλια που χειρονομεί σκορπίζοντας διπλωμένες πετσέτες και κρυστάλλινα ποτήρια δείχνει ότι η οικογένεια είναι και πάλι μαζί, όλοι καλά και φέτος, θείοι, θείες και όλα τα ξαδέρφια με τα δικά τους παιδιά, παππούδες και γιαγιάδες, συγγενείς από γάμους, αίμα ή κουμπαριά, σαν απλωμένα κλαδιά ενός υπεραιωνόβιου δέντρου που περιμένει και τη φωτογραφία μου. Όπως κάθε χρόνο έχουμε καλέσει και τον ανύπαντρο αδερφό του παππού, όλοι τον λένε γεροντοπαλίκαρο, και την πρώτη φορά που τον είδα ξαφνιάστηκα όταν μπήκε σκυφτός πάνω στο μπαστούνι του, μόνο παλικάρι δεν θύμιζε. 

Από τη γωνία μου τα παρακολουθώ όλα σιωπηλά προσπαθώντας να μη χάσω ούτε λεπτομέρεια. Ολόλευκα τραπεζομάντηλα τινάζονται στον αέρα πριν κατέβουν τρεμουλιαστά να καλύψουν τα ενωμένα τραπέζια, τα ντουλάπια με τα καλά σερβίτσια ανοίγουν επιτέλους με το κλειδί από την τσέπη της θείας Μυρσίνης, τα καλάθια με τα κόκκινα αυγά στολίζονται στη μέση, όλα γίνονται με αλλόκοτα συντονισμένες κινήσεις που περνάνε από γενιά σε γενιά. Η χορογραφία της άνοιξης, σκέφτομαι, εκείνοι γιορτάζουν το Πάσχα τους, αλλά εγώ δεν είμαι βαφτισμένη, μάλλον γι’ αυτό προσέχω μόνο τα παγανιστικά κοτοπουλάκια και λαγουδάκια, τα αυγά και τα λουλούδια. Η μαμά μου λατρεύει τα λουλούδια, μου χαρίζει κι εμένα πολύ συχνά, προτιμά αυτά που μυρίζουν όπως η άνοιξη, η αλλαγή, η νέα ζωή. Την έχω πιάσει πολλές φορές με το πρόσωπό της βυθισμένο σε κλωνάρια πασχαλιάς, κλείνει τα μάτια της αναπνέει αργά πολλές φορές. Και όταν τα ανοίγει πάλι, μου χαμογελάει πάντα. 

Πρόσεχε, καίει το πυρέξ, βάλε πρώτα τον φελλό κάτω, μη μου χαλάσεις το τραπέζι. Η πόρτα της κουζίνας άνοιξε απότομα, όρμησαν έξω οι διαταγές της θείας Μυρσίνης, όρμησαν και τ’ αχνιστά πιάτα σαν ατμομηχανές προς τον σιδηρόδρομο από ενωμένα τραπέζια, οι πιατέλες μοιράζονται σε ίσες αποστάσεις για να έχουν όλοι πρόσβαση στους μεζέδες, οι κανάτες με το αιμάτινο κρασί στήνονται στην πλευρά των μεγάλων, κάποιος πετάγεται από την καρέκλα του να φέρει τις σόδες, άλλος το αλάτι, κάθονται τελικά όλοι, εξουθενωμένοι και ανυπόμονοι, ευχές και τσουγκρίσματα, γέλια, ευγνωμοσύνη για το φαγητό και τους ανθρώπους, ας ελπίσουμε πως καμία τρίχα δεν μαγάρισε το τζατζίκι και φέτος. 

Ο μπαμπάς μου λέει συχνά ότι οι θέσεις γύρω από το τραπέζι είναι πιο οργανωμένες και από το καλύτερο διαπραγματευτικό σχέδιο των κυανόκρανων, οι μικροί από εδώ, οι μεγάλοι από εκεί, ο θείος Ηλίας στην άλλη άκρη από τον γαμπρό του που δεν μιλιούνται από τις εκλογές, οι κουτσομπόλες μακριά από τους έφηβους, οι θείοι μακριά από τις ξεπεταγμένες ανιψιές, στην τιμητική μέση εκτίθενται όσοι θα μπορέσουν να αντέξουν τους προβολείς ανάκρισης, ειδικά όσοι πέρασαν μόλις στο πανεπιστήμιο ή αρραβωνιάστηκαν, ενώ οι άνεργοι, άτυχοι ή ανύπαντροι άνω των 30 διασπείρονται στις άκρες σαν κομπάρσοι που εύχονται να μην τους πιάσει ποτέ η κάμερα. Εκείνοι που λένε αστεία και πίνουν πολύ σπείρονται στρατηγικά να κατευνάσουν παράπονα και κακίες, ενώ ο θείος που έχει χάσει κάθε φίλτρο με την άνοια στέλνεται διαρκώς για να φέρει κι άλλες μπύρες από τον καταψύκτη στο υπόγειο. 

Μόνο η θεία Μυρσίνη, που ξέρει πάντα τις τελευταίες έχθρες ή αγάπες μπορεί να χαλιναγωγήσει αυτό το συρφετό από οικογενειακά πάθη και άλυτες διαφορές γενεών με το βλέμμα και τις καρέκλες της. Και με το φαγητό της. Όποιος αρχίζει να τρώει ξεχνάει γιατί είχε νεύρα, τι ήθελε να πει, πώς ένιωσε αδικημένος και συγκεντρώνεται μόνο σ’ αυτό, στις μπουκιές που δέχεται το στόμα ευλαβικά, σαν κοινωνία. Πιρουνιά με πιρουνιά και ποτήρι με ποτήρι, η πλευρά των μεγάλων κερδίζει στη φασαρία και τα γέλια την πλευρά των μικρών. Εκεί, στο τέλος των ενωμένων τραπεζιών που αλλάζει χρώμα και υφή το τραπεζομάντηλο, πάντα λεκιασμένο από κοκακόλες και ντομάτα, τα παιδιά τσιρίζουν τώρα χωρίς να ξέρουν τον λόγο, μόνο για να σιγοντάρουν τη χαρά των γονιών τους. 

Εμένα με αφήνουν και κάθομαι όπου θέλω και πάντα προτιμώ να κουλουριάζομαι κάτω από το τραπέζι. Εκεί που καταλήγουν όλα τα μυστικά και τα ψίχουλα. Είμαι η μόνη που βλέπει τα πρησμένα πόδια που ανακουφίζονται χωρίς παπούτσια, τα βιαστικά τσιμπήματα για ν’ αλλάξει θέμα. Εγώ μόνο ξέρω για τα κρυμμένα κινητά και τα μηνύματα που στέλνουν οι αντίχειρες κάτω από το πέπλο του τραπεζομάντηλου, τα αγόρια που είναι ερωτευμένα με αγόρια και δεν τολμούν να το πουν, τα κορίτσια που είναι ερωτευμένα με κάποιον που περνάει τη μέρα με τη σύζυγο και τα παιδιά του σε ένα άλλο τραπέζι σαν κι αυτό, τις εφηβικές γροθιές που σφίγγονται για να μην εκτιναχθούν στα γονεϊκά σαγόνια, τα κοριτσίστικα νύχια που χώνονται στις παλάμες για να μην φάνε ούτε μια μπουκιά ακόμα, τα νευρικά δάχτυλα, κόκκινα από τη μπογιά των αυγών, που κάθε τόσο τσεκάρουν την τσέπη με τον αναπτήρα και τα τσιγάρα. Τα πόδια κάτω από το τραπέζι χορεύουν σε έναν ρυθμό που μόνο εκείνα ξέρουν και τα παιδικά χτυπάνε το έδαφος σαν ελατήρια με κάθε λέξη. Αν ήμασταν σε αμερικάνικη ταινία, θα υπήρχε σίγουρα κάποιος που θα τάιζε κρυφά τον σκύλο της οικογένειας. Αλλά ο σκύλος του σπιτιού είναι έξω στην αυλή, δεν έχω παρέα εδώ κάτω, μόνο μερικές φορές περνάνε σαν σκιές τα μωρά που χάνουν ή ρίχνουν οι γυναίκες της οικογένειας και τυλίγονται σαν ομίχλη γύρω από τους αστραγάλους τους. Ξέρεις ποιες είναι οι δικές τους μαμάδες γιατί σφίγγουν τα γόνατα μεταξύ τους λίγο παραπάνω. Αλλά συνήθως είμαι μόνη μου, με όλα αυτά τα πόδια που παλεύουν για χώρο στο τραπέζι, που μουδιάζουν από την ανία, που λυγίζουν από το μεθύσι, το πόδι του θείου που σέρνεται μετά το εγκεφαλικό. Πόδια και άλλα πόδια, κάτω από το τραπέζι η οικογένειά μου διπλασιάζεται. 

Βλέπω το χέρι του μπαμπά μου να πιέζει το χέρι της μαμάς μου τρεις φορές, όσες οι προσυμφωνημένες συλλαβές του «σ’ αγαπώ». Τα παπούτσια τους αλλάζουν θέση και πάνω στο τραπέζι κάποιος έχει σηκώσει το ποτήρι και εύχεται «άντε και του χρόνου με ένα μωράκι». Ο παππούς μου μουγκρίζει και σέρνει τα πόδια του σαν θυμωμένος ταύρος που παίρνει φόρα. Η μαμά μου πιέζει με τη σειρά της το πόδι του μπαμπά μου τρεις φορές. Αν ήμουν πάνω μαζί τους θα τον έβλεπα σε λίγα λεπτά να την τραβάει προς το μέρος του και να την φιλάει στον κρόταφο, εκεί ακριβώς που ξεκινούν τα μαλλιά της, το σημείο που τρίβει με τα δάχτυλά της όταν έχει ένα κακό βράδυ. 

Άψητο το αφήσατε το αρνί, φωνάζει η θεία Μυρσίνη κουνώντας το κεφάλι της. Μια δουλειά είχαν να κάνουν οι άντρες και πάλι τα θαλάσσωσαν. Όπως κάθε χρόνο ανακοινώνει ότι δεν θα τους αφήσει να ξαναψήσουν μόνοι τους κι εκείνοι γελάνε σαν ν’ απολαμβάνουν τις απειλές της, αλλά γρήγορα σκύβουν το κεφάλι στο πιάτο τους. Όλοι παινεύουν τα φαγητά της θείας Μυρσίνης κι εκείνη ξεφυσάει δυνατά από τη μύτη της. Ναι, μπορεί να δώσει τη συνταγή, αλλά δώρον άδωρον, προειδοποιεί, αποκλείεται να την πετύχουν. 

Όταν μυρίζει ο καφές και κουδουνίζουν τα μικρά πιατάκια του γλυκού νιώθω περίεργη ανακούφιση αλλά και ανυπομονησία για τις τούρτες και τα εκλέρ, τα γεμιστά τσουρέκια με σοκολάτα και καρύδια, τις μπάλες παγωτού που προσγειώνονται πάνω τους, τις λεπτοκομμένες φράουλες και τις φλοίδες αμυγδάλων που στολίζουν τα πάντα. Τα δάχτυλα των παιδιών κολλάνε από την σαντιγύ και οι γυναίκες κάνουν αστεία για τις έξτρα θερμίδες, οι άντρες ζητάνε ζάχαρη και γάλα για τον καφέ. Η αδερφή της θείας Μυρσίνης μαζεύει κόκκινα τσόφλια και λερωμένα μαχαιροπήρουνα και μετράει τα ασημένια κομμάτια ρίχνοντας πλάγιες ματιές στο αγόρι της ξαδέρφης μου που τον λέει Ρωσοπόντιο, αν και έχει μεγαλώσει στην Πάτρα. 

Η θεία Μυρσίνη πίνει μια γουλιά καφέ και ζητάει να μελετήσει τη σπάλα του αρνιού, να προβλέψει τα μαντάτα της επόμενης χρονιάς. Ποτέ δεν μας λέει τι διακρίνει στις σκιές του κόκαλου, αλλά κάθε φορά που γίνεται κάτι, ακόμα και όταν τράκαρε ο άντρας της και έσπασε την κλείδα του, κούνησε το κεφάλι σαν να το ήξερε ότι ερχόταν. Σαν να είχε δει το αυτοκίνητο να παραβιάζει το κόκκινο, πριν τον οδηγό. Η θεία Μυρσίνη βλέπει τα πάντα. Μπορεί να διαβάσει τη σπάλα, τον καφέ, έχει μάτια και στην πλάτη είπε μια φορά η ανιψιά της και από τότε ψάχνω να βρω τις μικροσκοπικές τρυπούλες πίσω στην μπλούζα της.

Η ώρα της σπάλας σηματοδοτεί πάντα και το αποκορύφωμα του γλεντιού. Το ζενίθ. Κάθε χρόνο όλοι πετάνε τα ίδια αστεία για το μέλλον και ξέρουν τι θα ακολουθήσει. Τα χέρια τους χτυπάνε δυνατά τα γόνατά τους, τα στόματά τους ανοίγουν διάπλατα ανάμεσα στα κοκκινισμένα τους μάγουλα, σαν ξεκαρδισμένα τέρατα που προσπαθούν να καταπιούν το σύμπαν. Αν κλείσω τα αυτιά μου στους ήχους τους, φαίνονται απλώς σαν μια μανιακή χορωδία σε αρχαίο δράμα. Αν κλείσω τα μάτια μου, ακούγονται σαν ετοιμοθάνατοι που προσπαθούν να πάρουν ανάσα μέσα από τους ρόγχους τους. Μερικές φορές σκέφτομαι τι θα έκαναν αν πεταγόμουν τώρα και αναποδογύριζα τα τραπέζια. Αν τραβούσα τα τραπεζομάντηλα και έκανα θρύψαλα τα καλά πιάτα. Αν άρπαζα ένα από τ’ ασημένια πιρούνια και το κάρφωνα στο χέρι του Αλέκου που όλοι ξέρουμε ότι χτυπάει την γυναίκα του. Αν έδειχνα αυτόν που έκλεψε το δαχτυλίδι της γιαγιάς πριν την θάψουν, σπάζοντας τα κέρινα δάχτυλά της από τη βιασύνη του. Αν κλωτσούσα την καρέκλα της Άννας για να πέσει κάτω και έβαζα το γόνατό μου στον λαιμό της, όπως έκανε εκείνη στον γιο της που δεν έτρωγε τις φακές. Αν άρπαζα το δίκαννο από το βάθος της ντουλάπας και το πέταγα στην μέση του τραπεζιού, περιμένοντας να πηδήξουν όλοι να το αρπάξουν επειδή δεν εμπιστεύονται να το έχει κανένας άλλος, σαν εκείνο το τραγούδι που μαθαίνουν στο νηπιαγωγείο «σε μια ρώγα από σταφύλι, έπεσαν 8 σπουργίτες». Τσιριτρί, τσιριτρό. 

«Και του χρόνου» εύχονται εν χορώ. Τώρα ξέρω ότι δεν μένει πολλή ώρα ακόμα πριν μπούμε με τη μαμά και τον μπαμπά στο αυτοκίνητο για να γυρίσουμε στην Αθήνα. Μου αρέσει να κάθομαι πίσω με τα τάπερ και τα αλουμινόχαρτα, να μυρίζω τα φαγητά και τις ιστορίες τους. Μου αρέσει η στιγμή που βάζουν τις ζώνες τους και κοιτάζονται γιατί τους πιάνουν νευρικά γέλια και χαιρετάνε με τα χέρια έξω από τα παράθυρα, ενώ γελάνε και γελάνε μέχρι δακρύων. Άραγε υπάρχει πιο ευτυχισμένη στιγμή από αυτή που η μαμά σου και ο μπαμπάς σου ρίχνουν το κεφάλι πίσω και γελάνε δυνατά, σαν να στέλνουν διονυσιακές προσευχές στον ουρανό; Από το παράθυρο του αυτοκινήτου διακρίνω τις θείες να κάνουν σταυρούς στον αέρα, αγέλαστες και στητές από καθήκον. Όταν τα δάκρυά της μαμάς μου συνεχίζουν και μετά τα γέλια της, ο μπαμπάς μου πάντα λέει πως όλα θα πάνε καλά και την φιλάει στον κρόταφο, εκεί που αρχίζουν τα μαλλιά της. 

Ένα πιρούνι κουδουνίζει στο πάτωμα. Σκύβει να το πιάσει η θεία Μυρσίνη, το ψάχνει τυφλά με το πρησμένο χέρι της, ανασηκώνει το τραπεζομάντηλο και για μια ανάσα νομίζω ότι κοιταζόμαστε στα μάτια. Τρομάζω γιατί έχω ακούσει τις ιστορίες της ξύλινης κουτάλας που δεν διστάζει να χρησιμοποιεί στα χέρια των παιδιών της οικογένειας. Λες να θυμώσει που είμαι εδώ κάτω; Η θεία Μυρσίνη κοιτάζει δεξιά κι αριστερά, μετά πάλι εμένα. Χαμογελάει. Νομίζω ότι μου κλείνει το μάτι. Μετά αρπάζει το πιρούνι και σηκώνεται όρθια. Άντε βάλτε όλοι ένα χεράκι, μην τα μαζεύω πάλι μόνη μου, ουρλιάζει σε όσους δεν πρόλαβαν να το σκάσουν για τσιγάρο όταν γύρισε την πλάτη της.

Κύλιση στην κορυφή