Η καρδιά του τον πρόδωσε την ώρα που κολυμπούσε, μετά από εξήντα επτά χρόνια αδιάλειπτης λειτουργίας. Ήταν απόγευμα, Σεπτέμβρης, κι είχε βουτήξει στα νερά της Αγίας Άννας, ο μόνος κολυμβητής την ώρα εκείνη. Η Χώρα της Αμοργού, μερικές εκατοντάδες μέτρα πάνω απ’ το κεφάλι του, ήταν τυλιγμένη ήδη στους ίσκιους του σούρουπου –είχε επιστρέψει μετά από δεκαετίες, να περπατήσει τα δρομάκια της, ν’ αναπολήσει, να μεταλάβει τον αέρα της. Ο απερίγραπτος πόνος του έσκισε το στήθος στα δύο, κατάλαβε, αλλά πίστεψε ότι μπορεί να τα καταφέρει. χέρια και πόδια όμως δεν υπάκουσαν, η ανάσα του ‘καψε τον λαιμό, οι μυς του παρέλυσαν, τα νερά έκλεισαν πάνω απ’ το κεφάλι του. Συνειδητοποίησε ότι αντίκριζε το τελευταίο τοπίο της ζωής του –γαλανό, μπλε σκούρο, βαθύ, απέραντο.
Λένε ότι αυτή την ώρα ολόκληρη η ζωή περνά σαν ταινία μπροστά από τα μάτια σου, ο Λεωνίδας όμως είδε στιγμιότυπα από το μέλλον: είδε καβούρια και ψάρια να παίζουν με τα ξέφτια των ρούχων του, κοράλλια και πολύποδες να εποικίζουν το δέρμα του, ανεμώνες και υδρόζωα να μπλέκονται στα μαλλιά του –το κορμί του σάρκινη σανίδα στο πέλαγος.
Εμφανίστηκαν τότε ολοζώντανα τα πρόσωπα όλων των κοριτσιών που είχε ερωτευτεί. Ο Λεωνίδας γούρλωσε θαμπωμένος τα μάτια. Τα χαρακτηριστικά των κοριτσιών ανακατεύτηκαν με το μπλε χρώμα, τα πρόσωπά τους διαλύθηκαν, ύστερα συντέθηκαν σε ένα: μέσα από την υδάτινη παλέτα αναδύθηκε το πιο όμορφο πρόσωπο που είχε ποτέ αντικρίσει, όλες μαζί οι κρυφές του ερωμένες σε μία. Ο Λεωνίδας κράτησε την ανάσα του. Το πρόσωπο του κοριτσιού πλησίασε και γέμισε το στόμα του μ’ ένα υγρό, αλμυρό, παρατεταμένο φιλί.
Η γλύκα του τον παρέλυσε –
Κι αυτό ήταν το ύστατο πράγμα που ένιωσε ο Λεωνίδας, καθώς τέλειωνε γι’ αυτόν η περιπέτεια που λέμε ζωή.
