© Γιώργος Ρόρρης

Βίκυ Κατσαρού

Εγκαταλείψτε κάθε ελπίδα, εσείς που μπαίνετε

Το φεγγάρι χιονίζει ξεσκλίδια σάρκας. Πλάι στο παράθυρο –τλικιτλάκ τλικιτλάκ τλικιτλάκ– πέρα δώθε στην κουνιστή πολυθρόνα. Θυμάμαι. Για να είμαι πιο ακριβής, αυτή τη στιγμή, το σώμα μου θυμάται. Το σώμα μου θυμάται και ζωντανεύει, αποτινάσσει την αλήθεια του, ότι ζούμε έχοντας την ψευδαίσθηση πως τα χρόνια απλώνονται πλούσια μπροστά μας, μα γεννηθήκαμε νεκροί. Το σώμα μου τώρα όμως ξυπνά, ζωντανεύει, ανασταίνεται από την αιώνια ανυπαρξία, οι μέρες μου διαρκούν περισσότερο από τις μέρες των ανθρώπων όταν το κορμί μου θυμάται να αναστηθεί. Όταν το σώμα μου θυμάται να αναστηθεί, οι μέρες μου είναι ζεστές, με άπνοια, έρημοι που ατμίζουν κάτω από έναν χρυσό παντεπόπτη ήλιο, τα πάντα έρχονται στο φως της αλήθειας, ό,τι επιμελώς έκρυβα με κόπο στο σκοτάδι. Και τώρα, το σώμα μου ζωντανό, στέκεται σε μια έρημο που φλέγεται από το απειλητικό φως ενός ανεξέλεγκτου ήλιου, μάζα παραδομένη στα χέρια που θέλουν να τη ζυμώσουν.

Θέλω να με ζυμώσουν. Στην έρημο θέλω να ξαπλώσω, το σώμα μου να βυθιστεί στην αμμουδερή κουβέρτα, θήραμα τον εαυτό μου να προσφέρω σε όλα τα όρνια, να τα αφήσω τη σάρκα μου να τσιμπολογήσουν, δειλά στην αρχή, κι έπειτα με λαιμαργία. Θέλω με τα ράμφη και τα νύχια τους το σώμα μου να σαρώσουν, τα σημάδια τους να αφήσουν, θύτες και θηράματα να χορτάσουμε τον πόθο μας.

Ο θεός μου είναι η δυστυχία μου. Όταν απομακρύνομαι από τον θεό, για όσο διαρκεί μια λάμψη, νιώθω ευτυχισμένη. Ελεύθερη. Όταν απομακρύνομαι από τον θεό, για όσο διαρκεί μια λάμψη, δεν χρειάζεται να τραπώ σε φυγή, δεν χρειάζεται το τίποτα να καταπίνω, τα δάχτυλα που όμοια με κάννες υψώνονται στο σημείο της καρδιάς μου να αντικρίζω, δεν χρειάζεται να βλέπω τον κονιορτό που μπότες βαριές, ισοπεδωτικές, σηκώνουν στον αέρα, καθώς τα βήματά τους την άσφαλτο σφραγίζουν.

Όταν απομακρύνομαι από τον θεό, είμαι ελεύθερη. Κι ας έχω δέηση αναπέμψει πως αν με αφήσει, δεν θα το αντέξω. Θέλω το κρίμα τον δικό του λαιμό να σφίγγει.

Στον θεό μου ήρθα κοντά, όταν προσήλθα σε θεία κοινωνία. Αφού νήστεψα για σαράντα ζωές αυτόν τον κόσμο, τον εαυτό μου αφού μαστίγωσα καθώς του εξομολογήθηκα τις αμαρτίες μου, μετά φόβου τον πλησίασα και μετέλαβα το σώμα και το αίμα του. Η πρώτη μας φορά ήταν θεία λειτουργία. Κάθε λειτουργία του σώματός του αγάπησε κάθε λειτουργία του σώματός μου, κάθε λειτουργία των σωμάτων μας ήταν θεία λειτουργία. Τίποτε άλλο δεν είναι πιο ιερό, μόνο το σώμα.

Τλικιτλάκ τλικιτλάκ. Θέλω να γεράσει η καρδιά μου, να γίνει ένας αδύναμος ροζιασμένος μυς. Να γεράσει. Να γεράσει και να ενδυθεί τη μοναξιά, τη μοναχικότητα των ηλικιωμένων, να μην έχει κουράγιο, πόθο για συναισθήματα, να καρτερεί σε ένα παγκάκι μόνη της την επιβεβαίωση της ματαιότητας των πάντων, έχοντας εντοπίσει τούτη τη ματαιότητα στα φτερά πεταλούδων που καίγονται, στα κρεβάτια των βογκητών και των δακρύων στα νοσοκομεία. Αυτή είναι η επιθυμία μου, αλλά ο δαίμονάς μου δεν με ακούει, θέλει να τον παρακαλέσω, να επιδοθώ σε ένα συνεχές παρακαλετό μέχρι η καρδιά μου να καεί από τον πόθο του τέλους.

Είναι μια τρομακτική συνειδητοποίηση αλήθεια. Κουβαλώ μια φωνή συνείδησης, όπως αυτή που περιγράφεται στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, φωνή ανόμοια, σαν να αντηχούν όλες οι θάλασσες, οι φωτιές, τα χερουβείμ και σεραφείμ, τιμωρώντας με σε κάθε βήμα.

Τλικιτλάκ.

Την καρδιά μου δεν θα την καταλάβει ποτέ κανείς. Ξέρω πως όταν πεθάνω, εκείνη την τελευταία στιγμή που θα παλεύει ο ρόγχος του θανάτου μου να ακουστεί, εκείνη τη στιγμή που η ζωή μου θα παλεύει μην τελειώσει, αυτή θα είναι και η τελευταία σκέψη μου: Την καρδιά μου δεν μπόρεσε να την καταλάβει ποτέ κανείς.

Lasciate ogne speranza voi ch’ intrate. Όποιος μπει στο άδειο βασίλειο της καρδιάς μου πρέπει να αφήσει κάθε ελπίδα, έτσι προτρέπει ο Δάντης εκείνους που ετοιμάζονται να διαβούν τις πύλες της κολάσεως. Γιατί η καρδιά μου είναι τόσο άδεια, ένα άνυδρο πηγάδι με κακτοειδή, που εξαφανίζουν την παραμικρή στάλα νερό και ακόρεστα ορθώνουν τα αγκάθια τους απαιτώντας κι άλλο, απαιτώντας κι άλλο νερό, αλλιώς θα μπήξουν τις λεπτές τους βελόνες σε ανυποψίαστα, δροσερά, χειμαρρώδη κορμιά, μέχρι να τα στραγγίξουν από τους χυμούς τους, αλλά και πάλι δεν θα έχουν κορέσει την καυτή τους δίψα. Νοσώ από μια ακόρεστη, καυτή, νοσηρή δίψα, ένας κάκτος στεφανωμένος με βιολετιά άνθη, που μόλις αισθανθώ δερμάτινους σάκους γεμάτους με νερό, ανατριχιάζω από ηδονή και σηκώνω τα χιλιάδες αγκάθια μου, έτοιμη να αφυδατώσω τις κατακόκκινες καρδιές των θυμάτων μου.

Μα εκείνος με κρατά στην αγκαλιά του, τα χέρια του δεξιά κι αριστερά προστατεύουν το κεφάλι μου ο κόσμος μη με φτάσει. Με κρατά κι αναπνέω τη μυρωδιά της καρδιάς του, σαν ζώο που το εγκατέλειψαν μουγκρίζω, αναπνέω το αίμα της που πάλλεται, θυμίζοντας και στη δική μου να χτυπά. Εκείνος με μάζεψε. Αγρίμι που περιφερόταν σε μεγαλεία ιδεοληψίας, που κρυβόταν κάτω από τον νεροχύτη νανουρισμένο από τις βαριές χάντρες του νερού, που για τη δίψα του δεν περίσσευε ποτέ ούτε στάλα, στο ντουλάπι μέσα του κρυβόταν, και με βρήκε. Εκείνος με βρήκε και με μάζεψε και με κράτησε στα δυο του χέρια χορτασμένη πλέον κι ασφαλή, αλλά αγρίμι ποτέ δεν ξέχασα πως είμαι.

Eκείνος το ένα μου νεφρό πιέζει, και τελικά κοιμάμαι.

«...είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.…»
Τζακ Χίρσμαν
(Φρέαρ τεύχος 4 - Φθινόπωρο 2021)
Κύλιση στην κορυφή